Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Βόλος, Μεταμορφώσεις του Αστικού (1830 - 1950)



ΒΟΛΟΣ - ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ (1830-1950)
του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή
                   Η σύγχρονη, από τον 19ο αι. ως τα μέσα του 20ου αι., διαδρομή του Βόλου ταυτίζεται με αυτήν του αστικού κινήματος στην Ελλάδα.  Αυτή την προοδευτική εξέλιξη του αστικού κέντρου, μέσα από τις αντίστοιχες κοινωνικές και πνευματικές ζυμώσεις, καταγράφω συνοπτικά σε αυτή την εργασία.

Η δημιουργία της νέας πόλης
Για τέσσερις περίπου αιώνες, ο Βόλος διατηρεί αμετάβλητη την μεσαιωνική του μορφή, ενάντια στις απαιτήσεις του λιμανιού, λόγω της αδράνειας των οθωμανικών δομών.  Η πόλη του Βόλου απαρτίζεται από δυο μέρη.  Το ένα είναι η οθωμανική καστροπολιτεία - με δυο πύλες, μια προς τη θάλασσα και μια προς την ενδοχώρα - όπου βρίσκονται συγκεντρωμένα κατοικίες περιτριγυρισμένες από ψηλούς μαντρότοιχους, στρατώνες, το τζαμί, το σχολείο, η συναγωγή, ο λουτρώνας και μερικές αποθήκες.  Το δεύτερο είναι το "τσαρσί" ή τα "Παλαιά Μαγαζεία", το οποίο βρίσκεται στην ακτή έξω από το κάστρο και που από το 1830 έχει πάρει διαστάσεις πολυάσχολης συνοικίας.  Εκεί συγκεντρώνονται οι εμπορικές συναλλαγές της περιοχής, το τελωνείο, τα μαγαζιά, τα χάνια, τα εργαστήρια και οι αποθήκες.
Η άνοδος του διεθνούς εμπορίου στη Θεσσαλία, είχε ως επακόλουθο την ανεπάρκεια του ήδη υπάρχοντος λιμανιού, πρόβλημα το οποίο και έδωσε το έναυσμα για την ίδρυση μιας νέας πόλης.  Η λύση του προβλήματος έρχεται από την ιδιωτική πρωτοβουλία και όχι από την οθωμανική διοίκηση.  Το 1841, επωφελούμενοι από τις αρχόμενες οθωμανικές μεταρρυθμίσεις, "28 Θετταλομάγνητες και λοιποί έμποροι" ζητούν από το σουλτάνο την άδεια ανέγερσης μιας νέας πόλης στην παραλία ανατολικά του Κάστρου.  Πέντε χρόνια αργότερα εκδίδεται οικοδομική άδεια για 120 αποθήκες.  Ο συνοικισμός των Ελλήνων εμπόρων που δημιουργείται, τα "Νέα Μαγαζεία", είναι μια χρηστική συνοικία αποβάθρας με τακτική γεωμετρική διάταξη, που απλώνεται σε μήκος 1.000 μ. πάνω στην ακτή.  Το 1850 έχουν ήδη ανεγερθεί 80 μαγαζιά και αποθήκες πάνω στην παραλία.  Νέοι οικιστές προσελκύονται στην πόλη και μέχρι το 1856 έχουν προστεθεί κατοικίες, σχολείο, εκκλησία, καφενεία, ξενοδοχεία κλπ.  Η πόλη παρουσιάζει τώρα τρία διαφορετικά πρόσωπα.  "Παλαιά Μαγαζεία", "Νέα Μαγαζεία" και Κάστρο διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού τους, τη λειτουργία και την οργάνωση του χώρου τους.  Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης η απουσία δημόσιων χώρων και ενιαίου κέντρου[1].
Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 θα σημάνει την εξέλιξη του Βόλου σε πεδίο έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας  και θα μετατρέψει την πόλη, στις αρχές του 20ου αι., στο δεύτερο βιομηχανικό κέντρο της χώρας μετά τον Πειραιά, γεγονός το οποίο θα αλλάξει άρδην τόσο το κοινωνικό σκηνικό όσο και το αστικό τοπίο.

Βιομηχανία - οικονομική ζωή
          Από την ίδρυση της νέας πόλης και μετά, η πόλη του Βόλου γνώρισε σταδιακή οικονομική ανάπτυξη, η οποία, σε συνδυασμό με την επικείμενη απελευθέρωση, δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες μόνιμης εγκατάστασης και άρα ευοίωνες προοπτικές για την πληθυσμιακή της εξέλιξη.  Η προνομιακή γεωγραφική της θέση και η επικοινωνία του λιμανιού της με λιμάνια της Ευρώπης και της Ανατολής, καθώς και το ευρωπαϊκό προφίλ που της προσέδιδε η ύπαρξη ξένων ναυτιλιακών εμπορικών πρακτορείων και προξενείων, αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για το βιομηχανικό θαύμα που ακολούθησε. 
          Στην προ απελευθέρωσης περίοδο, αξίζει να σημειωθούν οι περιπτώσεις των επιχειρηματιών Χρίστου Αποστολίδη, ιδιοκτήτη μεταλλείου χρωμίου στο Τσαγκλί των Φαρσάλων, αδελφών Γκλαβάνη, ιδιοκτητών αλευρόμυλου, Αριστείδη Μουσούρη, ιδιοκτήτη ατμόμυλου, καθώς επίσης η χαλβαδοποιία Τσούγκου.
         Στην μεταπελευθερωτική περίοδο, και συγκεκριμένα στην αρχή της περιόδου αυτής, μια σειρά από δημόσια έργα (σιδηροδρομική σύνδεση Βόλου με Πήλιο και ενδότερη Θεσσαλία, κατασκευή του λιμανιού, διευθέτηση χειμάρρων, πολεοδομικό σχέδιο) σε συνδυασμό με την δημιουργία πιστωτικών οργανισμών, με αποτέλεσμα τη μείωση των επιτοκίων, δημιούργησαν νέες συνθήκες και προοπτικές ανάπτυξης, που οδήγησαν στο μετασχηματισμό της εμπορικής πόλης σε βιομηχανική.
Την περίοδο αυτή, ιδρύονται στον Βόλο οι τράπεζες Ηπείρου-Θεσσαλίας (1882), των αδελφών Κοσμαδόπουλου (1885), Αθηνών (1894), Εθνική (1897), κ.α.  Ως απόρροια του γενικότερου προσανατολισμού της κρατικής πολιτικής προς την ανάπτυξη της γεωργίας, αντικείμενο των περισσοτέρων βιομηχανικών επιχειρήσεων είναι η κατασκευή αγροτικών μηχανών και η επεξεργασία γεωργικών προϊόντων.  Σημαντικότερες επιχειρήσεις της περιοχής την εποχή εκείνη είναι η καπνοβιομηχανία των αδελφών Ματσάγγου (200 εργάτες, 25 ίπποι), το εργοστάσιο μάλλινων υφασμάτων του Οίκου Παπαγεωργίου (250 εργάτες, 60 ίπποι), το υφαντουργείο Μουρτζούκου και Αδελφών Λεβή και Σία (14 εργάτες, 56 ίπποι), τα εργοστάσια γεωργικών μηχανημάτων Μ.Κ. Σταματόπουλου και Υιών (237 εργάτες, 250 ίπποι) και Γκλαβάνη-Καζάζη (80-90 εργάτες, 60 ίπποι).  Μεγάλης σημασίας σε πανελλήνια κλίμακα υπήρξε η τσιμεντοβιομηχανία Βόλου "Όλυμπος" των Α. Αποστολίδη και Α. Χρυσοχοϊδη, η οποία μετέπειτα συγχωνεύθηκε στην Ανώνυμη Γενική Εταιρεία Τσιμέντων "Ηρακλής", ενώ άξιο αναφοράς είναι και το πλινθοκεραμοποιείο των αδελφών Σπυρίδωνα και Νικολέτου Τσαλαπάτα[2].
Αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη συμμετοχή των γυναικών , συνήθως πολύ νεαρής ηλικίας, στον δευτερογενή τομέα, μέσω της απασχόλησής τους στους κλάδους της καπνοβιομηχανίας και της υφαντουργίας, καθώς επίσης ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου οι 15.000 πρόσφυγες από τα παράλια της Μ. Ασίας που εγκαταστάθηκαν στο Βόλο[3].  Οι πρόσφυγες όχι μόνο προσέφεραν φθηνά εργατικά χέρια, αλλά δραστηριοποιήθηκαν τόσο στο εμπόριο όσο και στην ταπητουργία, ιδρύοντας δικές τους εταιρείες, συνεχίζοντας την παράδοση των προσφύγων στον τομέα αυτό.
Το 1923 ο εμπορικός και βιομηχανικός κόσμος του Βόλου κατέγραφε με ενθουσιασμό τη ζωτικότητα που παρουσίαζε η οικονομική κίνηση της περιοχής τους στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα.  Το προστατευτικό δασμολόγιο της ίδιας χρονιάς, το οποίο εφαρμόστηκε πλήρως τρία χρόνια αργότερα, δε δημιούργησε προοπτικές για την ανάπτυξη της χώρας, ενώ, αντίθετα, ευνόησε την ίδρυση πολυάριθμων μικρών επιχειρήσεων.  Οι δασμοί έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα τα εγχώρια προϊόντα να προσφέρονται σε υψηλότερες από το κανονικό τιμές, καθιστώντας αδύνατη την απορρόφησή τους από την εσωτερική αγορά.  Η κρατική πολιτική δεν προωθούσε την ανάπτυξη υγιούς βιομηχανίας, ενώ το ενδιαφέρον της παρέμενε σταθερό στην ανάπτυξη της γεωργίας, η οποία αποτελούσε την πρωταρχική πηγή πλούτου της χώρας, στάση η οποία και έδινε το στίγμα των προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής του κράτους.   
Στη δεκαετία του 1930 οι ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνθηκαν και ο δυναμισμός του Βόλου άρχισε να μειώνεται.  Αίτια: η συγκέντρωση των βιομηχανιών στο πολεοδομικό συγκρότημα Αθήνας-Πειραιά και η μεγάλη έκταση της καταναλωτικής αγοράς της περιοχής αυτής, το υψηλό κόστος μεταφοράς των πρώτων υλών και στη συνέχεια των προϊόντων στις περιοχές κατανάλωσης, στη διαφορά τιμής της καύσιμης ύλης, των υλικών κατασκευής και ανταλλακτικών με την οποία επιβαρύνονταν οι επαρχιακές βιομηχανίες, το υψηλό κόστος εργασίας, τα μεγάλα επιτόκια, το συγκεντρωτικό κράτος.  Ο υδροκεφαλισμός της πρωτεύουσας και οι γνωστές συνέπειές του στην οικονομία της χώρας βρίσκονται ήδη προ των πυλών.
         
Τοπική πολιτική σκηνή
Στα μέσα του περασμένου αιώνα, παράλληλα σχεδόν με την ίδρυση της πόλης του Βόλου, ξεκίνησε η διαδικασία του σχηματισμού των τοπικών πόλων εξουσίας από του ίδιους τους οικιστές της.  Η ένταξη του Βόλου στο ελληνικό κράτος (1881) βρίσκει την κατάσταση σε ό,τι αφορά την ανάληψη της τοπικής εξουσίας ήδη διαμορφωμένη.  Τα τοπικά πολιτικά κόμματα είναι δύο, προϊόντα και τα δύο της  συσπείρωσης επιχειρηματιών της περιοχής.  Ηγέτης του ενός, ο Γεώργιος Καρτάλης, έμπορος με οικογενειακές επιχειρήσεις στην Αίγυπτο, υποστηρικτής του Χαρίλαου Τρικούπη, σε εθνικό πολιτικό επίπεδο.  Στην αντίπερα όχθη, ο Νικόλαος Κοκωσλής, επίσης έμπορος και ιδιοκτήτης μεταξουργείου στα Λεχώνια, υποστηρικτής του  Θεόδωρου Δηλιγιάννη.  Και οι δύο συμμαχίες των Καρτάλη και Κοκωσλή με τους  Τρικούπη και Δηλιγιάννη αντίστοιχα, ήταν αποτέλεσμα συμφερόντων και όχι γνήσιας πολιτικής ταύτισης.  Ο Καρτάλης διετέλεσε δήμαρχος ως το 1891, ενώ στη συνέχεια και για μια τετραετία την σκυτάλη της δημαρχίας πήρε ο διάδοχος του Κοκωσλή, Αλέξανδρος Τοπάλης, ο οποίος με τη σειρά του την παρέδωσε στον υποψήφιο του καρταλικού κόμματος, Ιωάννη Αργύρη.
          Μετά τον πόλεμο του 1897 οι συνθήκες άλλαξαν. Η μέχρι τότε παντοδύναμη τοπική άρχουσα τάξη κλονίζεται.  Η συρροή των κολίγων στην πόλη, η ίδρυση των πρώτων βιομηχανικών επιχειρήσεων και η συγκέντρωση ξένων εργατών στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας θα οδηγήσουν στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις.  Εκφραστής της λαϊκής δυσαρέσκειας ο δικηγόρος Γεώργιος Λαναράς, θέτει υποψηφιότητα το 1899 για τη δημαρχία με αντίπαλο τον Νικόλαο Γεωργιάδη, κοινό υποψήφιο της καρταλικής και τοπαλικής παράταξης, οι οποίες μπροστά στον κίνδυνο αποκλεισμού τους από την τοπική εξουσία συνασπίζονται.  Ο Γεωργιάδης κερδίζει τις εκλογές και διατελεί δήμαρχος τις δύο επόμενες τετραετίες.  Τον Γεωργιάδη διαδέχεται ο Ιωάννης Καρτάλης, το 1907, αλλά η δημαρχία του διακόπτεται τον επόμενο κιόλας χρόνο από τον αιφνίδιο θάνατό του.
Μία νέα ανερχόμενη οικονομική δύναμη που δεν δείχνει διατεθειμένη να μείνει έξω από το τοπικό πολιτικό γίγνεσθαι είναι οι βιομήχανοι.  Και πάλι κοινό υποψήφιο αναζητούν οι δύο παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις του τόπου, τον οποίο και βρίσκουν στο πρόσωπο του Κώστα Γκλαβάνη, γνωστού βιομήχανου της πόλης.  Η δημαρχία Γκλαβάνη έχει διάρκεια δεκαεπτά συνεχή έτη, από το 1908 έως το 1925.  Στην εκλογική αναμέτρηση του 1925, κυρίαρχοι υποψήφιοι ήταν οι Κώστας Καρτάλης, της γνωστής οικογενείας, και Σπύρος Σπυρίδης, υποστηριζόμενος από την κυβέρνηση Βενιζέλου.  Νικητής αναδείχθηκε ο Σπυρίδης, ο οποίος και κατηγορήθηκε για εξαγορά των ψήφων των προσφύγων.  Διάδοχος του Σπυρίδη στη δημαρχία αναδείχθηκε ο Κώστας Καρτάλης, τον οποίο με τη σειρά του διαδέχτηκε ο Κωστής Σπυρίδης έως το 1938, ο οποίος και "έκλεισε οριστικά τον κύκλο της συμμετοχής των εκπροσώπων των πρώτων οικιστών  της πόλης στην τοπική εξουσία κατά την προπολεμική περίοδο"[4].  Μεταπολεμικά, τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα άλλαξαν το τοπικό πολιτικό σκηνικό και ο Βόλος ακολούθησε τις πολιτικές διακυμάνσεις της υπόλοιπης χώρας.

Εργατικές οργανώσεις[5]
Η ψήφιση μιας σειράς εργατικών νόμων κατά την περίοδο 1910-1914 και η τροποποίηση και κατάλληλη συμπλήρωσή τους στο Μεσοπόλεμο, συνοδεύτηκε από απόπειρες πολιτικής χειραγώγησης των εργατικών οργανώσεων αλλά και βίαιης καταστολής.
          Στα τέλη του 1908, ιδρύεται το Εργατικό Κέντρο Βόλου, στους κόλπους του οποίου συγκαταλέγονται δημοτικιστές, διανοούμενοι, συνδικαλιστές κ.ά.  Ωστόσο, η διδασκαλία της δημοτικής στο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Βόλου, υπό την καθοδήγηση του Αλέξανδρου Δελμούζου, σε συνδυασμό με την υποστήριξη του Κέντρου σε απεργιακές κινητοποιήσεις, ξεσήκωσαν την μήνιν των συντηρητικών κύκλων και οδήγησαν τόσο στο κλείσιμο του Παρθεναγωγείου, όσο και στην διάλυση του Εργατικού Κέντρου στα τέλη του 1911.  Ένα χρόνο αργότερα ιδρύεται η Πανεργατική Ένωση Βόλου, και το 1918 μεσολαβεί η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚΕ) και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ).  Το 1919, η Πανεργατική Ένωση διασπάται και ιδρύεται από τους διαφωνούντες με τους χειρισμούς της διοίκησης της το Εργατικό Κέντρο, με πρόεδρο τον Α. Καράμπελα.   Στις 15 Φεβρουαρίου 1921 οργανώνεται από τους εναπομείναντες στην  Ένωση διαδήλωση κατά της αύξησης της τιμής του ψωμιού, η οποία ακολουθείται από βίαια επεισόδια ("Φεβρουαριανά").   Μετά τα Φεβρουαριανά, δημιουργούνται τρεις κατηγορίες εργατών: οι "υγιείς", οι "εκμεταλλευταί της εργατικής ιδέας" και οι "παραπλανηθέντες από επιτηδείους".   Η Πανεργατική Ένωση θεωρείται υπεύθυνη για τα επεισόδια και στις αρχές του 1922 διαλύεται, για να την διαδεχτεί, το 1924, το Πανεργατικό Κέντρο Βόλου που ενοποίησε προσωρινά όλα τα σωματεία της πόλης.  Η εκλογή του Αλέκου Καποδίστρια στην θέση του Γενικού Γραμματέα θα οδηγήσει, το 1926, τα σωματεία "Αλληλεγγύη" και "Ομόνοια" στην επανασύσταση του Εργατικού Κέντρου του 1919.  Στο Πανεργατικό Κέντρο θα υπαχθεί και η Καπνεργατική Ένωση.  Οι συντηρητικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις συσπειρώνονται στο Εργατικό Κέντρο, ενώ τα εναπομείναντα στο Πανεργατικό Κέντρο σωματεία ιδρύουν το 1928 την Εργατική Ένωση.  Το 1930 ιδρύονται τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα (ΑΕΣ), το Εργατικό Κέντρο-ΓΣΕΕ και το Εργατικό Κέντρο-ΑΕΣ.  Κυρίαρχα στοιχεία, η διάσπαση αλλά και η μαχητικότητα από άποψη κρατικής καταστολής.  Το 1932 διαλύεται η Καπνεργατική Ένωση με δικαστική απόφαση, μετά την μαζικότερη καπνεργατική απεργία, ενώ μεταξύ 1934-1935 δεκαεννέα οργανώσεις διαλύονται για προληπτικούς λόγους.  Τη γενική απεργία της 13ης Μαίου 1936, ακολούθησε στις 2 Ιουνίου, η μαζικότερη διαδήλωση των μεσοπολεμικών χρόνων.  Η άνοδος του Ι. Μεταξά στην εξουσία τον Αύγουστο του 1936 βρίσκει όλες τις εργατικές ενώσεις υποχρεωτικά ενταγμένες στο Εργατικό Κέντρο.
          Ο "φόβος" του Βενιζέλου για "σύμπηξη κοινού μετώπου εργατών-αγροτών με σκοπό την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξεως θα υλοποιούνταν κατά μια έννοια στη δεκαετία του 1940"[6].

 

 Πνευματική ζωή
Τα πολιτιστικά δρώμενα του Βόλου και της ευρύτερης περιοχής του σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα, όπως ήταν φυσικό, από τις εξελίξεις στην ιστορική του διαδρομή. 
          Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 συνέτεινε αποφασιστικά στην πληθυσμιακή ανάπτυξη του Βόλου.  Έτσι, ο πληθυσμός της πόλης, από τέσσερις χιλιάδες που ήταν το 1881, αυξήθηκε σταδιακά, με αποκορύφωμα το 1916, οπότε και είχε δεκαπλασιαστεί.  Στερούνταν, ωστόσο, κοινής καταγωγής, παράδοσης και πολιτιστικής ταυτότητας.  Ώσπου να καλυφθούν τα κενά, τόσο λόγω της αλλαγής του τρόπου μεταφοράς όσο και των ιστορικών συγκυριών, το πληθυσμιακό σκηνικό είχε μεταβληθεί.  Οι σεισμοί του 1945-1955, αλλά κυρίως το φαινόμενο της αστυφιλίας που έπληξε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο τις δεκαετίες του '60 και του '70, δεν επέτρεψαν στο Βόλο να έχει μόνιμο γηγενή πληθυσμό μακροχρόνια.  Αποτέλεσμα αυτού, οι αλλεπάλληλες  εναλλαγές πολιτιστικών φαινομένων και τάσεων, χωρίς όμως διάρκεια και συνέχεια.
          Αρχικά ανθούν στο Βόλο τα ιστορικά μελετήματα με σημαντικότερους δημιουργούς τους Περικλή Αποστολίδη, Δημήτριο Τσοποτό, Ρήγα Καμηλάρη, Νικόλαο Γεωργιάδη και πλήθος άλλων.  Στις αρχές του 20ου αι. την ποιητική παραγωγή εκπροσωπούν οι Νικόλαος Μαργωμένος, Αγησίλαος Ηλιόπουλος, Ιωάννης Παπαγιάννης, Μήτσος Θώμος και Φάνης Μιράνας, και λίγο αργότερα οι επίγονοι του παλαμισμού Δημήτρης Κασσαβέτης, Κούλα Γιοκαρίνη, Φαίδων Μακρής και ο Κώστας Κακλαντζής, ενώ στην περίοδο της κατοχής και στα μετασεισμικά χρόνια την σκυτάλη παίρνουν ο Λευτέρης Ραφτόπουλος με τις συλλογές του "Καλοσύνη",  "Εφτά Πληγές", "Αποστασία" και "Διάττοντες" και οι  Γιάννης Φάτσης, Παυσανίας Γκάλιος, Μιχάλης Μπάστας και Νίκος Μπαζιάνος, αντίστοιχα. Στην πεζογραφία, ενδιαφέρον, αρχικά, παρουσιάζει ο παπαδιαμαντικός Θωμάς Επιφανειάδης, ενώ αργότερα κυριαρχούν οι Μενέλαος Λουντέμης, Ηλίας Λεφούσης, Παναγιώτης Κατσιρέλος και Χρήστος Παπαζήσης.  Αξίζει να αναφερθούν τρεις πεζογράφοι από τις Σποράδες, οι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και Παύλος Νιρβάνας, οι οποίοι ξεχώρισαν για το λογοτεχνικό τους έργο.
          Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει για τον Κώστα Αθανασάκη, ιδρυτή του "Συλλόγου Φιλοτέχνων Βόλου" που κυριαρχεί από τη δεκαετία του 20 στην πνευματική και πολιτιστική ζωή του Βόλου, καθώς επίσης και στους πολύτιμους συνεργάτες και συνεχιστές του έργου του Άρη Βεκιαρέλλη, Τάκη Οικονομάκη, Ι. Παπαευσταθίου, Γρίσπο, Γκέσκο, Κοσμαδόπουλο και Βυτωρόπουλο.  Με σκοπό την προώθηση των στόχων του συλλόγου, τον Αύγουστο του 1926 εκδίδεται το περιοδικό λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "Φιλότεχνος", το οποίο αποτελεί υπόδειγμα περιοδικού τέχνης, και ξεφεύγοντας από την συντηρητική παράδοση κατάφερε να δώσει με το δυναμισμό και τα οράματά του μια νέα ώθηση στο τοπικό πολιτιστικό γίγνεσθαι της εποχής του.
          "Οι Φίλοι των Γραμμάτων", ένας νέος καλλιτεχνικός σύλλογος ιδρύεται το 1936, με πρωτεργάτη τον Γιάννη Σιαφλέκη και συνεργάτες τους Νίκο Παπαφραγκή, Κίτσο Μακρή, Τάκη Οικονομάκο κ.ά.  Στο επίσημο βήμα έκφρασης του συλλόγου, την "φιλολογική σελίδα" της εφημερίδας  "Η Θεσσαλία", παρουσιάστηκε η αφρόκρεμα του πνεύματος του Βόλου.
          Στον χώρο του θεάτρου, επίσης, ξεχώρισαν οι προαναφερθέντες Αθανασάκης και Βεκιαρέλλης, με την ανάπτυξη του Δημοτκού Θεάτρου Βόλου, στην μουσική σκηνή, κυρίαρχες μορφές υπήρξαν η Αννέτα Τσολάκη και ο Βασίλης Κόντης, ενώ στον τομέα της ζωγραφικής, στον Βόλο έζησαν και δημιούργησαν οι Σπ. Κόκκινος, Νικήτας Γρίσπος, Σπ. Βυτωράτος.  Αξίζει επίσης να σημειωθεί το πέρασμα από τον Βόλο των ευρύτερα γνωστών ζωγράφων Τζιόρτζιο  Ντε Κίρικο και Θεόφιλου.  Επίσης, παράλειψη θα ήταν να μην αναφερθεί η προσφορά του Αλέξανδρου Δελμούζου, μέσα στο πλαίσιο της πνευματικής ανάπτυξης του τόπου, με την λειτουργία του Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου και το ρηξικέλευθο εκπαιδευτικό του πρόγραμμα[7].

Επίλογος
Ο Βόλος αποτέλεσε τον θρίαμβο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας έτσι ώστε η ανάπτυξη της πόλης να αποτελέσει το έναυσμα για να γίνει το δεύτερο βιομηχανικό κέντρο μετά τον Πειραιά.  Μετά το 1920, ο Βόλος, με τη συνεισφορά των προσφύγων της Μ. Ασίας απέκτησε μια εντελώς νέα φυσιογνωμία, που ωστόσο συνεχίζει να διατηρεί την έντονη παρουσία της ιδιωτικής κοινωνίας των αστών και "το δημόσιο χώρο μόνιμα ελλειμματικό"[8].




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(και μερικά βιβλία που συμβουλεύτηκα επιπρόσθετα)

Λ. Αποστολάκου, "Οι εργατικές οργανώσεις", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 30-37.
Αί. Δημόγλου, "Η τοπική πολιτική σκηνή", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 18-21.
Αίγλη Δημόγλου (επιμ.), Βόλος, ένας αιώνας. Από την ένταξη στο ελληνικό κράτος (1881) έως τους σεισμούς (1955), Βόλος 1999.
Α. Κονταξή, "Μικρασιάτες πρόσφυγες", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 43-46.
Κ. Λιόντης (επιμ.), "Βόλος. Τόποι και πρόσωπα.", Επτά Ημέρες (εφ. Καθημερινή), 30/01/1994.
Θ. Μαλούτας (επιμ.), Βόλος, αναζήτηση της κοινωνικής ταυτότητας, Θεσσαλονίκη 1995.
Γ. Μουγογιάνη, "Μεσοπόλεμος: κοινωνία και τέχνη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 38-42.
Α. Πρασσά, "Το βιομηχανικό θαύμα και η κάμψη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ.  10-16.
Γ. Παναγιώτου, "Τα γράμματα στο Βόλο", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 24-29.
Β. Παναγόπουλος (επιμ.), "Τα αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος", Ε Ιστορικά, τχ. 36 (22/06/2000).
Δ. Τσοποτός, Ιστορία του Βόλου, Βόλος 1991.
Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 6-9.




[1] Βλ. Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 6-9.
[2] Βλ. Α. Πρασσά, "Το βιομηχανικό θαύμα και η κάμψη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σ.  14.
[3] Βλ. Α. Κονταξή, "Μικρασιάτες πρόσφυγες", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 43-46.
[4] Αί. Δημόγλου, "Η τοπική πολιτική σκηνή", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σ. 21.
[5] Βλ. Λ. Αποστολάκου, "Οι εργατικές οργανώσεις", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 30-37.
[6] Στο ίδιο, σ. 37.
[7] Βλ. Β. Παναγόπουλος (επιμ.), "Τα αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος", Ε Ιστορικά, τχ. 36 (22/06/2000).
[8] Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", .ό.π., σ. 9.

1 σχόλιο:

  1. Quel cadeau pour une ..Voliote! (J'ai chez moi un exemplaire de la gravure que vous publiez, don d'un vieil ami disparu ). Je partage et vous en remercie!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...