Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Ο θεσμός του μουσείου. Τομές στην ιστορία των ελληνικών μουσείων



Ο θεσμός του μουσείου στην Ελλάδα κατά τον 19° και 20ό αιώνα. Τομές στην ιστορία των ελληνικών μουσείων.

του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή
Η ίδρυση του ελληνικού κράτους θα στηριχτεί στην αρχή των εθνικοτήτων, που υπαγόρευε η διεθνής συγκυρία: το κάθε άτομο ανήκει σε ένα έθνος, το κάθε έθνος έχει δικαίωμα στην πολιτική του αυτοδιάθεση. Η συνάρτηση, λοιπόν, της εθνικής ιδιαιτερότητας με την πολιτική αυτοδιάθεση θεωρούνταν αυτονόητη, αν και εφόσον καταδεικνυόταν επαρκώς η εθνική ιστορική ιδιαιτερότητα της καθεμιάς συλλογικότητας που διεκδικούσε την πολιτική της αυτοδιάθεση. Έτσι θα διαμορφωθεί το φαντασιακό ιδεολόγημα του νεόκοπου κράτους, που ήδη είχε προετοιμαστεί από τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, και πιο πριν από την ανθρωπιστική παράδοση της Αναγέννησης, δηλαδή της ιστορικής συνέχειας που ερείδεται στην κοινή γλώσσα και στην καταγωγή από τους αρχαίους Έλληνες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα διατυπωθούν οι πρώτες προτάσεις για τη σύσταση ενός ελληνικού μουσείου, το οποίο, αφενός θα προστάτευε τις αρχαιότητες και, αφετέρου, θα τεκμηρίωνε, στη συγχρονία, τη διαχρονική υπόσταση του έθνους. Καθώς, όμως, τα χρόνια περνούν και οι (ιστορικές) συγκυρίες μεταβάλλονται ο θεσμός του μουσείου, χωρίς να «αποχρωματιστεί» εντελώς από τις ιδεολογικοπολιτικές του συνιστώσες, αλλάζει χαρακτήρα και φυσιογνωμία, αφού πλέον τίθενται ως βασικές συνιστώσες του ο επιμορφωτικός και ψυχαγωγικός ρόλος του. Ταυτόχρονα, η αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης και έκθεσης των υλικών καταλοίπων του παρελθόντος και η ίδρυση μουσείων διαφορετικών κατηγοριών, πέρα των αρχαιολογικών, θα αναδείξουν τον πολυδύναμο χαρακτήρα του θεσμού του μουσείου στον 20ό αιώνα.
Την εξέλιξη και τις αλλαγές στη μορφή και στη λειτουργία των μουσείων του ελληνικού χώρου επιχειρεί να σκιαγραφήσει η παρούσα εργασία, με σποραδικές αναφορές στις σημαντικότερες τομές στην ιστορία του θεσμού κατά τον 19ο και 20ό αιώνα.
Ο Θεσμός του Μουσείου στην Ελλάδα του 19ου και 20ού αιώνα
Το ενδιαφέρον για τα κατάλοιπα του παρελθόντος, εξασθενημένο, εν πολλοίς λόγω των δυσμενών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, κατά τη διάρκεια των μέσων χρόνων και της τουρκοκρατίας, ανανεώνεται από τον 17ο αιώνα, όταν διάφοροι ξένοι περιηγητές καταφθάνουν στην Ελλάδα, η οποία αποτελεί απαραίτητο σταθμό του Grant tour, του επιμορφωτικού ταξιδιού των ευρωπαίων ευγενών στις χώρες της Μεσογείου και της Ανατολής, προκειμένου να επισκεφθούν τοποθεσίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με σκοπό τη μελέτη και την καταγραφή των αρχαιοτήτων. Η σύληση, όμως, των αρχαιοτήτων του ελλαδικού χώρου, στην οποία επιδίδονται μερικοί από τους περιηγητές, και η συνακόλουθη συνειδητοποίηση της ανάγκης να προστατευτούν και να φυλαχτούν τα υλικά κατάλοιπα της αρχαιότητας στάθηκαν η αφορμή και η αιτία για να διατυπωθούν, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, ορισμένες προτάσεις που συνέκλιναν στη σύσταση μουσείου, ήτοι ενός τόπου όπου θα συλλέγονται, θα φυλάσσονται και θα εκθέτονται τα έργα των αρχαίων Ελλήνων (Πρωτοψάλτης 1967, σ. 107).  Η ίδρυση μουσείου, λοιπόν, συνδεόταν άμεσα με τη συλλογή υλικών καταλοίπων, που θα καταδείκνυαν την ιστορική γραμμή της συνέχειας του ελληνικού έθνους. Έτσι, το μουσείο ως τόπος εξυπηρετούσε ύψιστο εθνικό σκοπό: τη διαμόρφωση εθνικής ταυτότητας και εθνικής συνείδησης της νέας συλλογικότητας, η οποία διεκδικούσε την αυτονομία της διακριτής οντότητάς της. Για το λόγο αυτό, στο νεόκοπο ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα, η λειτουργία του μουσείου προσδιορίζεται από το δημόσιο και κοινωνικό του χαρακτήρα, αντίθετα από την υπόλοιπη Ευρώπη, στην οποία τα πρώτα μουσεία συστήνονται από εύπορους ιδιώτες, οι οποίοι επιδιώκουν την προβολή τους μέσα από την έκθεση αντικειμένων διαφορετικών κατηγοριών (έργα τέχνης, εξωτικά και αξιοπερίεργα αντικείμενα, ταριχευμένα ζώα, αποξηραμένα φυτά, εργαλεία, γλυπτά κ. ά.).
Η αναγκαιότητα της δημιουργίας ενός μουσείου, το οποίο θα έχει ως σκοπό τη διαφύλαξη και την προστασία των αρχαιοτήτων από τη σύληση και μεταφορά τους στα μουσεία και στις ιδιωτικές συλλογές της Ευρώπης, πρωτοδιατυπώνεται από τον Α. Κοραή.  Σε κείμενο που συντάσσει το 1807, με θέμα την αντιμετώπιση του φαινομένου της αρχαιοκαπηλίας, διατυπώνει μία ολοκληρωμένη πρόταση για την ίδρυση ενός ελληνικού μουσείου, με αναφορές σε θέματα οργάνωσης, λειτουργίας και διαχείρισης των συλλογών. Ορίζοντας τοπογραφικά την καταλληλότητα της
θέσης για την ανέγερση ενός μουσειακού οικοδομήματος, προχωρά στο ζήτημα της στέγης και του προσωπικού και τονίζει ιδιαίτερα την ανάγκη καταγραφής των αντικειμένων των συλλογών σε καταλόγους, με λεπτομερείς αναφορές των χαρακτηριστικών τους (Κόκκου 1977, σ. 28, 30 -31). Τις απόψεις του Κοραή ενστερνίζεται και ένα σημαντικό τμήμα Ελλήνων της αυτόχθονης και ετερόχθονης λογιοσύνης, το οποίο προωθεί την ιδέα της διάσωσης και διαφύλαξης των αρχαιοτήτων, προβαίνοντας στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας το 1813 στην Αθήνα. Η ιδέα της ανέγερσης μουσείου τίθεται ως προτεραιότητα και ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάσωση των αρχαιοτήτων και ως κατάλληλη τοποθεσία ορίζεται ο χώρος της Ακροπόλης (Γκαζή 2003, σ. 158). Το 1825 η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα ανέγερσης μουσείου, εκδίδει διάταγμα με αποδέκτες τούς κατά τόπους
δημογέροντες, επιτρόπους και δασκάλους, καθιστώντας τους υπεύθυνους για τη συλλογή των αρχαιοτήτων της περιοχής τους. Ως χώρος στέγασης των συλλογών χρησιμοποιούνται οι εκκλησίες, τα σχολεία και διάφορα δημόσια αλλά και ιδιωτικά κτήρια. Η έλλειψη υποδομών και οργάνωσης και οι αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στους χώρους αυτούς, οι οποίοι λειτουργούν κυρίως ως αποθήκες, καθιστούν το έργο τής συντήρησης των ευρημάτων δυσχερές, αλλά, ωστόσο, η διαδικασία της συλλογής των υλικών αντικειμένων του παρελθόντος αποτελεί το πρώτο στάδιο για τη μετέπειτα δημιουργία των τοπικών μουσείων (Γκαζή 2003, σ. 159-160). 
 Οι προσπάθειες για τη σύσταση μουσείου εντείνονται με τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, το οποίο προβάλλει τις αρχαιότητες ως σύμβολα εθνικής ταυτότητας και υπερηφάνειας.  Υπό την επίδραση του πνευματικού κινήματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο οποίος προβάλλει κυρίαρχα το αίτημα της πνευματικής αναγέννησης μέσα από την εκπαίδευση και την ανάπτυξη της επιστημονικής μεθοδολογίας, το πρότυπο της αρχαίας Ελλάδας, ως τόπος ανάπτυξης του Ορθού Λόγου, των επιστημών και των τεχνών, έρχεται στο προσκήνιο.  Ωστόσο, η ανάγκη προστασίας των αρχαιολογικών καταλοίπων κρίνεται απαραίτητη, όχι μόνο γιατί η μελέτη τους συμβάλλει καθοριστικά στην πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού, αλλά επειδή η παρουσία τους προμηθεύει τα απαραίτητα «πιστοποιητικά» για την ιστορική του συνέχεια.  Οι προσπάθειες για τη διάσωση των αρχαιοτήτων τελεσφορούν με την ίδρυση των πρώτων μουσείων, αποκλειστικά


 
 αρχαιολογικών: το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αίγινα από τον Καποδίστρια το 1829, το Αρχαιολογικό Μουσείο στο Θησείο το 1834, τα μουσεία της Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία συστήνεται το 1837, συμβάλλοντας σημαντικά στη φύλαξη των αρχαιοτήτων, το Μουσείο της Ακρόπολης (το πρώτο μουσείο που χτίζεται στην Ελλάδα από το 1864-1874) και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.  Σημαντικά μουσεία χτίζονται και σε επαρχιακά μέρη του νεόκοπου κράτους, όπως στη Σπάρτη (1874-1876) και στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας, καθώς και στο Αμφιάρειο, στην Ελευσίνα, στο Σχηματάρι, στην Αίγινα, στη Σύρο και στην Επίδαυρο.  Μουσεία, επίσης, ιδρύονται και στις περιοχές του αλύτρωτου ελληνισμού, όπως στην Κέρκυρα (Ιονικόν Μουσείον), στη Σάμο (Κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο στο Βαθύ) και στο Ηράκλειο (Γκαζή 2003, σ. 166-176).
Οι συλλογές των μουσείων του 19ου αι. καλύπτουν αποκλειστικά την περίοδο της αρχαιότητας, από τα προϊστορικά έως και τα υστερο-ρωμαϊκά χρόνια, με έμφαση στην κλασική περίοδο.  Από τα τέλη όμως του 19ου αιώνα, μέσα στο πλαίσιο του Ρομαντικού προτάγματος και της θεωρίας του Φαλμεράγιερ, αναγνωρίζεται ο ρόλος της βυζαντινής, υστεροβυζαντινής και νεότερης περιόδου, ως περιόδων που συνδέουν ιστορικά και πολιτισμικά την αρχαιότητα με τη σύγχρονη Ελλάδα. Τα σωζόμενα αντικείμενα αυτών των περιόδων αντιμετωπίζονται ως μαρτυρίες και τεκμήρια της αδιάσπαστης πορείας του ελληνικού πολιτισμού στη διαχρονία και ως εκ τούτου προωθείται η δημιουργία των πρώτων μουσείων που αναλαμβάνουν την έκθεσή τους: το Βυζαντινό Μουσείο (1914), το Λαογραφικό Μουσείο(1918), το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και το Μουσείο Μπενάκη (1930). Ωστόσο, αρχαιολογικά μουσεία συνεχίζουν να ιδρύονται σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και μόλις την πρώτη δεκαετία ιδρύονται δεκαέξι. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλουν, κυρίως, τα βελτιωμένα οικονομικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία χρηματοδοτεί τα δεκατέσσερα από αυτά. Μετά το 1950 πολλά αρχαιολογικά μουσεία επεκτείνονται, ενώ συγχρόνως χτίζονται και νέα κτήρια (Γκαζή 2003, σ. 180-187).
Την ίδια περίοδο (μετά, δηλαδή, το 1950) ιδρύονται πολλά λαογραφικά, ναυτικά και ιδιωτικά μουσεία, ενώ αρχίζουν να δραστηριοποιούνται και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, τα οποία συστήνουν μουσεία εκπαιδευτικού χαρακτήρα, απευθυνόμενα κυρίως σε εξειδικευμένο κοινό (Γκαζή 2003, σ. 195). Τα περισσότερα λαογραφικά μουσεία ιδρύονται με πρωτοβουλία τοπικών συλλόγων, δήμων, κοινοτήτων, σωματείων και ιδιωτών, υπό την εποπτεία του επίσημου αρμόδιου κρατικού φορέα του Υπουργείου Πολιτισμού: τη Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού. Για παράδειγμα, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό ίδρυμα στο Ναύπλιο ιδρύεται το 1974, με σκοπό την έρευνα, τη μελέτη, τη διάσωση και την προβολή του νεώτερου πολιτισμού της Πελοποννήσου και της ευρύτερης ελλαδικής εποχής (Γκαζή 2003, σ. 190). Επίσης, ιδρύονται βυζαντινά μουσεία σε αρκετές πόλεις της περιφέρειας, με σημαντικότερο το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη (1994). Στους μόνιμους εκθεσιακούς χώρους του μουσείου εκτίθενται σημαντικά ευρήματα της βυζαντινής περιόδου, ενώ, παράλληλα, οργανώνονται σε τακτά διαστήματα κι άλλες σημαντικές περιοδικές εκθέσεις (Γκαζή 2003, σ. 188-189).
Σημαντική ανάπτυξη γνωρίζουν τα ιστορικά μουσεία και τα μουσεία έργων νεότερης τέχνης. Η ίδρυση των ιστορικών μουσείων έγκειται αρχικά στην αρμοδιότητα της ιστορικής και εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, η οποία θέτει ως σκοπό την: «[...]περισυναγωγή ιστορικής και εθνολογικής ύλης και παντοειδών αντικειμένων[...]και η σύστασις μουσείου συμπεριλαμβάνοντος τα τοιαύτα μνημεία του εθνικού βίου» (Γκαζή 2003, σ. 192).  Με σημαντικότερο το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, το οποίο στεγάζεται στο μέγαρο της παλιάς Βουλής, τα ιστορικά μουσεία διαθέτουν συλλογές με πλούσιο ιστορικό υλικό: κειμήλια διαφόρων εποχών, λαογραφικά αντικείμενα, ιστορικά έγγραφα, φωτογραφικά αρχεία και άλλα αντικείμενα ιστορικού ενδιαφέροντος. Από τα μουσεία σύγχρονης τέχνης σημαντικότερα θεωρούνται: η Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Οι πρώτες προσπάθειες για τη συλλογή έργων ζωγραφικής αποδίδονται στον Καποδίστρια, καθώς ο πρώτος αρχαιολογικός νόμος το 1834 προέβλεπε τη
δημιουργία συλλογής εικόνων και χαλκογραφημάτων στην Αθήνα (Γκαζή 2003, σ. 193).
Από το 1980 και έπειτα σημαντική ανάπτυξη γνωρίζει η ιδιωτική πρωτοβουλία με την ίδρυση μουσείων ιδιωτικού χαρακτήρα. Επίσης πρωτοβουλίες αναλαμβάνουν τοπικοί πολιτιστικοί φορείς, σύλλογοι και εταιρείες, καθώς ακόμη και τράπεζες μέσω των πολιτιστικών τους τμημάτων. Την πλειονότητα των νεοϊδρυόμενων μουσείων αποτελούν τα αρχαιολογικά και τα λαογραφικά μουσεία, αλλά, συγχρόνως, εμφανίζονται και μουσεία κάθε κατηγορίας, που απευθύνονται σε διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες του πληθυσμού: Αφής, Design, Κινηματογράφου, Χημείας, Παιδικό, Παιδικής Τέχνης, Φυσικής Ιστορίας, Επιστημών και Τεχνολογίας κ.ά.

Τομές στα λειτουργικά χαρακτηριστικά των Ελληνικών Μουσείων κατά τον 19° και 20ό αιώνα
Τα ελληνικά μουσεία, από την ίδρυσή τους, διακρίνονται για το δημόσιο χαρακτήρα τους και απευθύνονται στην ολότητα των μελών του κοινωνικού συνόλου. Τη σύσταση και λειτουργία τους αναλαμβάνουν το κράτος και η Αρχαιολογική Εταιρεία από κοινού, ενώ δεν σπανίζουν και οι περιπτώσεις ιδιωτικής πρωτοβουλίας και αρωγής (Γκαζή 2003, σ. 178).  Ο βασικός προορισμός του μουσείου, όπως προβάλλεται αρχικά, είναι η συλλογή και η διαφύλαξη των αρχαιοτήτων, ενώ κατά τα μέσα του 19ου αιώνα διαμορφώνεται η αντίληψη ότι τα μουσεία προσφέρουν γνωστικές δυνατότητες και συμβάλουν στην καλλιέργεια του καλλιτεχνικού αισθητηρίου: «[...]σκοπόν έχει την διδασκαλίαν και σπουδήν της αρχαιολογίας και την διάδοσιν αρχαιολογικών γνώσεων και ανάπτυξιν έρωτος προς τας καλάς τέχνας [...]» (Γκαζή 2003, σ. 165).
Τα μουσεία στεγάζονται, αρχικά, σε υπάρχοντα δημόσια κτήρια ή, αργότερα, σε άλλα, που οικοδομούνται με βάση τις αρχές της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, και οι συλλογές τους εμπλουτίζονται με ευρήματα ανασκαφών, τυχαία ευρήματα, δωρεές και αγορές.   

 
 Σε σπάνιες περιπτώσεις στελεχώνονται με προσωπικό, το οποίο επιβλέπει τον τρόπο λειτουργίας και τον τρόπο έκθεσης των ευρημάτων: συνήθως τα αντικείμενα της έκθεσης διατάσσονται αυθαίρετα στον χώρο σύμφωνα με την κτηριακή υποδομή, ενώ σε ορισμένα μουσεία ακολουθείται η τυπολογική και χρονολογική τους κατάταξη (κυρίως στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών).  Σε σχέση με το κοινό εφαρμόζουν διευρυμένο ωράριο λειτουργίας και προβαίνουν στη διαδικασία εκτύπωσης σύντομων καταλόγων - οδηγών, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις δίνονται και πληροφορίες για τα εκθέματα (Γκαζή 2003, σ. 179). Στον 20ό αιώνα οι συνθήκες ως προς τη στέγαση και τους τρόπους εμπλουτισμού των συλλογών παραμένουν περίπου οι ίδιες, ενώ αντίθετα μεταβάλλονται οι συνθήκες ως προς το προσωπικό, που εν πολλοίς γίνεται μόνιμο και κατάλληλα εκπαιδευμένο, ως προς την εκθεσιακή πρακτική, η οποία αν και στα αρχαιολογικά μουσεία εξακολουθεί να παραμένει χρονολογική / τυπολογική, στα λαογραφικά εξελίσσεται σε θεματική, στα ιστορικά σε χρονολογική / θεματική και στα υπόλοιπα, γενικά, σε θεματική / τυπολογική, και ως προς την πρόνοια για το κοινό (Γκαζή 2003, σ. 210).
Ο θεσμός του μουσείου, κυρίως ως προς την πρόνοια για το κοινό, διαφοροποιείται σημαντικά ανάμεσα στον 19ο και στον 20° αιώνα, καθώς τα μουσεία από χώροι διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς μετατρέπονται σταδιακά σε ιδρύματα που διαφυλάσσουν και ερευνούν τον υλικό πολιτισμό προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.  Με αυτό τον προσανατολισμό, τα μουσεία του 20ου αιώνα, αποσκοπούν στο όφελος της κοινότητας την οποία υπηρετούν, συντονίζοντας όλες τις λειτουργίες τους προς αυτό τον σκοπό. Ιδιαίτερα τα σύγχρονα μουσεία οργανώνονται όχι ως χώροι στατικών εκθέσεων, αλλά ως πολυδύναμα πολιτιστικά κέντρα που προσφέρουν στο κοινό αναψυχή, πλήθος εκδηλώσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων (Γκαζή 2003, σ. 135,142). Η επικοινωνία με το κοινό αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ως μία από τις θεμελιώδεις λειτουργίες των μουσείων. Επιπρόσθετα, αντικείμενα μελέτης δεν αποτελούν μόνο οι ίδιες οι συλλογές, αλλά και οι τρόποι που τα μουσεία τις εκθέτουν, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο οι διαφορετικοί επισκέπτες τους τις προσλαμβάνουν. Το μουσείο έτσι γίνεται φορέας μηνυμάτων όχι μόνο με τις
εκθέσεις του, αλλά και με τον αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό, το έντυπο υλικό που διακινεί, τις δραστηριότητες που οργανώνει, τη διοικητική του δομή, τον τρόπο δημόσιας συμπεριφοράς του προσωπικού του και γενικά με όλες τις εκφάνσεις της λειτουργίας του.
Ο 20ός αιώνας, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του, θα διαφοροποιηθεί πλήρως από τον 19° αιώνα ως προς την έννοια του μουσείου: το μουσείο γίνεται ένας πολυδύναμος χώρος, ο οποίος οργανώνεται στη λογική της πολλαπλής εμπειρίας, που συνδυάζει τη δια βίου εκπαίδευση, τη γνώση, την επικοινωνία και τη ψυχαγωγία σε έναν ενιαίο και λειτουργικό χώρο και στοχεύει στην ενεργητική συμμετοχή του πολίτη, έτσι ώστε να εξασφαλίσει μια νέα προσέγγιση για τον πολιτισμό, που θα έχει ως άξονα αναφοράς τον άνθρωπο - δημιουργό και φορέα αυτού του πολιτισμού.
Τέλος, η ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, από τη μια, και η προσπάθεια κρατικής μουσειακής πολιτικής για την ανάπτυξη των μουσείων, από την άλλη, προοιωνίζονται ένα ανθηρό μέλλον για το θεσμό του μουσείου στον ελληνικό χώρο την αυγή του 21ου αιώνα.
Συμπεράσματα
Από τις αρχές του 19ου αι. έως και τις μέρες μας ο ρόλος, η μορφή και η λειτουργία των μουσείων διαφοροποιούνται τόσο σε σχέση με το σκοπό που θέλουν να εξυπηρετήσουν, όσο και με τις πρακτικές της διαχείρισης και έκθεσης των συλλογών. Η διαφοροποίηση στη χρήση και στην έκθεση των υλικών καταλοίπων του παρελθόντος παραπέμπουν στη διαφορετική πρόσληψη και ερμηνεία από το κοινό της κάθε ιστορικής περιόδου των ίδιων των υλικών καταλοίπων και τελικά έχουν άμεσο αντίχτυπο στη σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στο κοινό και στο μουσείο. Έτσι, ο 19ος αιώνας, αιώνας πολυκύμαντος για το ελληνικό έθνος - κράτος, δίνει έμφαση στην ιστορική διάσταση των αντικειμένων. Στο πλαίσιο του Διαφωτιστικού αλλά και του Ρομαντικού προτάγματος ιδρύονται αρχαιολογικά μουσεία που σκοπό είχαν να τονίσουν τη γραμμική καταγωγή των σύγχρονων Ελλήνων από τους αρχαίους Έλληνες. Ωστόσο, ήδη από τα μέσα του αιώνα διαπιστώνεται και προωθείται ο επιμορφωτικός χαρακτήρας του μουσείου. Τον 20ό αιώνα ο θεσμός του μουσείου θα διαφοροποιηθεί και θα διευρυνθεί. Έτσι, από τη μια, το μουσείο ως θεσμός απευθύνεται στην ψυχαγωγία και στην επιμόρφωση του κοινού, μέσα από την ανάπτυξη δραστηριοτήτων και τη χρήση των νέων τεχνολογικών δεδομένων και, από την άλλη, η ίδρυση διαφορετικών τύπων μουσείων, τα οποία απευθύνονται σε διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού, θα διαμορφώσουν ένα αλλαγμένο πολιτιστικό τοπίο σε σχέση με τον 19° αιώνα.


Βιβλιογραφία

Γκαζή Α., «Συλλογές και μουσεία στον ελλαδικό χώρο από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας» στο: Γκαζή Α. & Νούσια Τ., Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο, τ. Γ', Μουσειολογία, μέριμνα για τις Αρχαιότητες, Πάτρα: ΕΑΠ 2003, σ.σ. 125 - 236.
Κόκκου Α., Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, Αθήνα: Ερμής 1977.

Πρωτοψάλτης Ε. Τ., Ιστορικά έγγραφα περί αρχαιοτήτων και λοιπών μνημείων της ιστορίας κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και του Καποδίστρια, Αθήνα: Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1967.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...