Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Ερμηνεία του θρησκευτικού χαρακτήρα της επικής ποίησης σε σχέση με τις ιστορικές και ιδεολογικές συνθήκες που τη διαμόρφωσαν. Ιστορικές και ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στη λυρική και επική ποίηση

του Κώστα Κυριάκη
 
Περίληψη
Το έπος, ποίηση τρίτου προσώπου και άρα «αντικειμενική», αφηγείται μια μυθική ιστορία που εξυμνεί τα κλέη των ανδρών της «εποχής των ηρώων».  Αναφέρεται σε έναν κόσμο παλαιικό και συνεκτικό, όπου η θεϊκή επενέργεια είναι αυτή που προσδίδει νόημα και αξία στις ανθρώπινες πράξεις.  Η λυρική ποίηση, ποίηση πρώτου προσώπου και άρα «υποκειμενική», αφορμάται από συγκεκριμένες εικόνες και καταστάσεις εξυψώνοντας ένα γεγονός του παρόντος πάνω από τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο προσδίδοντάς του διάρκεια.  Αναφέρεται σε έναν κόσμο σύγχρονο και «θρυμματισμένο», όπου η θεότητα είναι αυτή που, πίσω από το νόμο της αιώνιας εναλλαγής, προσδίδει ενότητα και φωτίζει τη ζωή σαν σύνολο.  Και τα δύο είδη ποίησης εντάσσονται στη γενικότερη ιστορική διαδικασία που οδήγησε από την πατριαρχία στην οργάνωση της πόλης. 
Επική Ποίηση – Γενικό Πλαίσιο
Στην αυγή μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας, δηλαδή τη γέννηση του φαινομένου της πόλεως, μύθοι κληρονομημένοι από το μακρινό παρελθόν και πιο πρόσφατες μνήμες (Mosse 2001: 36) συνείρονται για να συνθέσουν τα ομηρικά έπη.  Κυριαρχικό ρόλο προς την εξέλιξη αυτή θα διαδραματίσει η (επαν-) εμφάνιση καθώς και η ευρύτατη διάδοση της αλφαβητικής γραφής. 
    Το έπος είναι το εξαγόμενο της επισώρευσης αιώνων (Romilly 1994: 24) και εκφράζει τη νοσταλγία για μια χαμένη εποχή.  Έτσι, το υλικό και γλωσσικό του υπόβαθρο περιέχει πολλά παραδοσιακά, αρχαϊκά και εξωτικά στοιχεία (Κ261-265, Η219-223, Λ23-28,  Λ633-635, η87 κ.ε.) διαφορετικής χρονικής προέλευσης, που ανταποκρίνονται στην εξωραϊστική του διάσταση.  Με το έπος διαμορφώνεται ένα κοινό παρελθόν και παγιώνεται μια ιστορική συνέχεια, δίνοντάς του τον χαρακτήρα ενός «βιβλίου της φυλής» και ταυτόχρονα ενός «μυθιστορήματος ψυχαγωγίας» (Merchant 1983: 13), επειδή στην επική ποίηση ιστορία και μυθολογία διαρκώς αλληλοεμπλέκονται.
    Τα ομηρικά έπη αναφέρονται σε μια περίοδο αναταραχών και πολεμικών συγκρούσεων που συνδέεται άμεσα με τις μετακινήσεις πληθυσμών και την ίδρυση αποικιών στις ακτές της Ιωνίας.  Αντανακλούν την κοινωνική πραγματικότητα και τις συνθήκες που επικρατούν στους Σκοτεινούς χρόνους και στη Γεωμετρική περίοδο.  Ωστόσο, η κοινωνική πραγματικότητα και οι συνθήκες που περιγράφουν είναι εν μέρει πραγματικές και εν μέρει πλασματικές. 
    Η πύκνωση (τέλη 9ου – αρχές 8ου αι. π.Χ.) των τοπικών ιερών που αφιερώνονται στον προστάτη θεό της νέας πόλης και των ιερών που αφιερώνονται στους ιδρυτές των νέων οικισμών (Mosse 2001: 43) εκφράζει την ανάγκη της νεοσύστατης κοινότητας για την απόκτηση μιας «συνεκτικής ύλης» (ό.π.π.) και την επιθυμία να ριζώσει στο χώρο όπου εγκαταστάθηκε.  Παράλληλα, ορθώνεται ο δημιουργικός νους και η βούληση του ανθρώπου με συνείδηση της δύναμης αλλά και των ορίων του, μέσα στα καθορισμένα πλαίσια της Μοίρας (Βλάχος 1981: 83).  Αρχίζει να αναπτύσσεται η αντίληψη ενός κόσμου αρμονικού, συνεκτικού και σφαιρικού.  Αυτός κατοπτρίζεται στην τέλεια οργάνωση του θεϊκού κόσμου, την οποία οι άνθρωποι επιδιώκουν να μιμηθούν εδραιώνοντάς την στις επίγειες πολιτείες τους (Rohde 1988: 45).
    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πολεμιστές-αριστοκράτες των πόλεων της Μικρασίας θα επιχειρήσουν να αναβιώσουν την «εποχή των ηρώων» με την οποία επιθυμούν να ταυτιστούν, δημιουργώντας το επικό τραγούδι αφενός για να τιμήσουν τους θεούς και τους ήρωές τους και αφετέρου για να διατρανώσουν την κυριαρχία και να ψάλλουν τα ιδανικά τους μέσα στις νέες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονται.
Ερμηνεία του θρησκευτικού χαρακτήρα της επικής ποίησης σε σχέση με τις ιστορικές και ιδεολογικές συνθήκες που τη διαμόρφωσαν
α) Θεοπνευστία επικού ποιητή
Για τη σύνθεση των επών είναι θεμελιακή η σημασία της θρησκείας.  Άλλωστε, η ίδια η γλώσσα είχε θρησκευτική σημασία (Dodds 1978: 82).  Ήδη από το προοίμιο γίνεται ένα τελετουργικό άνοιγμα του έπους με την επίκληση των Μουσών, που ήταν κόρες της θεάς Μνημοσύνης και θεματοφύλακες της ποίησης, για να συνδράμουν στο μακρόπνοο ποιητικό εγχείρημα.  Ο ποιητής επικαλείται επίσης τις Μούσες να τον βοηθήσουν να πει θέματα που είναι πραγματικά (Λ218, Π112, Ξ508, Β484 κ.ε.) γιατί έτσι διασφαλιζόταν η εγκυρότητα του κλέους των ηρώων.  Η δύναμη του ποιητή από τη συνάφεια με τις Μούσες ήταν το χάρισμα του αληθινού λόγου (βλ. Αντίθετα Ησίοδος, Θεογονία, 22 κ.ε.). 
    Οι αοιδοί λαμβάνουν, λοιπόν, τη δημιουργική τους δύναμη από τον θεό (ρ518 κ.ε.) γιατί οι φράσεις του εξάμετρου αναβλύζουν μέσα τους, μόλις τις χρειαστούν, από κάποιο ανεξερεύνητο βάθος.  Η ποιητική δημιουργία περιέχει ένα στοιχείο που δεν εξαρτιέται ολοκληρωτικά από την ανθρώπινη θέληση αλλά είναι θεϊκά δοσμένο (Γ65 κ.ε.).  Ο ποιητής αρχίζει να στοχάζεται για το μεγαλείο και τους κινδύνους που κρύβει η τέχνη του, γι’ αυτό οικειοποιείται την ιδιότητα του «ερμηνέως θεών».  Όπως ο βασιλιάς κυβερνά χάρη στον Δία έτσι κι εκείνος τραγουδά χάρη στη Μούσα (Ησίοδος, Θεογονία 94 κ.ε.). 
β) Πόλις θεών – Πόλις ανθρώπων
Όλα τα ανθρώπινα γνωρίσματα τα συναντάμε στους θεούς εξωραϊσμένα, μεγεθυσμένα, λαμπρότερα (Romilly 1994: 91).  Οι Ολύμπιοι θεοί είναι όμοιοι ανθρώποις, αλλά ανώτεροι από αυτούς.  Κατ’ αρχάς είναι αθάνατοι, στις φλέβες τους κυλά ιχώρ και όχι αίμα, τρέφονται με αμβροσία.  Μπορούν να μετακινούνται με ευκολία μέσα στο άπειρο και να μεταμορφώνονται κατά βούληση (πολυμορφισμός).  Είναι οι ρέα ζώοντες.  Η ανώτερη ζωή των θεών δίνει στην ανθρώπινη ύπαρξη μεγαλοπρέπεια, αλλά ακόμη μπορεί να την κάνει να φαίνεται ευτελής ή τραγική.  Η θεότητα προκαλώντας τον άνθρωπο να τη μιμηθεί γίνεται το εξιδανικευτικό πρότυπο πάνω στο οποίο προβάλλονται και φωτίζονται οι αρετές και τα πάθη των ανθρώπων. 
    Στην Ιλιάδα, γενικά, η θεότητα δεν είναι ηθική δύναμη ούτε εποπτεύει την ανθρώπινη ηθική.  Παρουσιάζει ανθρώπινα πάθη, που ο ποιητής εκμεταλλεύεται για να δημιουργήσει κωμικές σκηνές (Α518-521).  Οι θεοί αυθαιρετούν κάνοντας τον άνθρωπο να αισθάνεται παραδομένος στη διάθεσή τους.  Χαρίζουν το καλό αλλά και τη συμφορά (Lesky 1990: 118 – 119).  Στην Οδύσσεια τα πράγματα διαφοροποιούνται.  Οι θεοί «φρονέουσιν αγαθά».  Η ατασθαλία των ανθρώπων είναι αυτή που τους καταστρέφει «υπέρ μόρον».  Διακρίνονται λιγότερες αντιθέσεις ανάμεσά τους και δείχνουν περισσότερο υποταγμένοι στη θέληση του Δία.  Αρχίζουν να γίνονται έφοροι της ανθρώπινης ηθικής.  Αυτή η ασυνέπεια της θεότητας στα δυο έπη πηγάζει από τον αδιερεύνητο και ελεύθερο χαρακτήρα της θεϊκής φύσης (Κακριδής 1980: 31 – 39).
    Ωστόσο, υπάρχουν όρια και στην ελεύθερη δράση των θεών.  Πίσω από αυτούς γίνεται αντιληπτή μια βαθύτερη και ανεξιχνίαστη πραγματικότητα που μπροστά της υποχωρεί η θεϊκή βούληση (Π441-443, Σ464 κ.ε., γ236 κ.ε.).  Αυτή η αναπόδραστη τάξη που αφορά πάντοτε στον θάνατο (Romilly 1988: 37) εκφράζεται συμβολικά με τη χρυσή ζυγαριά του Δία (Θ72, Χ212) και καλείται Μοίρα ή Αίσα (Χ303, Τ86-88, κ.α.).  Η Μοίρα τονίζει τα όρια της εξουσίας των θεών πάνω στους ανθρώπους και τα όρια στα οποία οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να σταματούν.  
    Στο ομηρικό σύμπαν ο κόσμος των φαινομένων διέπεται από δυνάμεις που εκφράζονται με τη μορφή κάποιας θεότητας.  Η κατανομή και η διευθέτησή τους υποβάλλει την ιδέα μιας κοσμικής τάξης που, αν και είναι κατ’ ουσίαν μεταβλητή και αντιφατική, κατορθώνει να ισορροπεί χάρη στην υπέρτατη φρόνηση του Δία.  Αντίθετα, στον κόσμο της βούλησης και της πράξης η ισορροπία εξασφαλίζεται με την ευσέβεια προς τους θεούς, δηλαδή την ιδέα της Δικαιοσύνης (Βλάχος 1981: 82 – 83), που στην Ιλιάδα είναι περισσότερο ζήτημα διαισθητικής σύλληψης (Δ160 κ.ε., Ν624), ενώ πιο εναργής και συγκεκριμένη στην Οδύσσεια  (α262, γ133, ρ484 κ.ε., τ109 κ.ε.) (Romilly 1994: 93 -94).  
    Το βασίλειο των θεών, ίσως μια από τις ελάχιστες επιβιώσεις της μυκηναϊκής μοναρχίας, βρίσκεται στην κορυφή του Ολύμπου.  Εκεί κυβερνά ο Ζευς, «ύπατος κρειόντων», και συνεδριάζουν οι θεοί.  Στον κόσμο των θνητών, η βασιλική εξουσία του άνακτος ή του σκηπτούχου βασιλέως  πηγάζει από τον ίδιο το Δία (Β196-197, α348-349).  Οι περισσότεροι ομηρικοί ήρωες είναι βασιλιάδες.  Η εξουσία τους έχει θεϊκή προέλευση και είναι κληρονομική.  Στην ηρωική ομηρική κοινωνία ισχύει η ισότητα.  Ωστόσο, βασιλέας βασιλέων (βασιλεύτατος, Ι69) είναι αυτός με την καλά θεμελιωμένη θεϊκή καταγωγή (Glotz 1994: 51) και ο πιο ισχυρός.  Αυτός είναι ο θρησκευτικός αρχηγός με γνώση των θεμίστων (Ι98 κ.ε., Π542, λ569), κοιράνος (Β487, Η234, Λ465, σ106) στον πόλεμο και αυτός που αποφασίζει (Ι96 κ.ε., Β52-378) συγκαλώντας σε συνελεύσεις τους άλλους πολεμιστές-βασιλιάδες.  Περιβάλλεται από βουλή που την αποτελούν οι βουληφόροι και είναι αυτοί που έχουν συνήθως το δικαίωμα του λόγου (αγορηταί). Ενίοτε, ο βασιλιάς καλεί στη συνέλευση και τον λαό ή τον στρατό σε περίοδο εκστρατείας (Β143, ο468), ο οποίος σιωπά (Β6-257) ή αν μιλήσει, όπως ο Θερσίτης, τιμωρείται παραδειγματικά (Β211-264).
    Αυτό όμως που χαρακτηρίζει τον ομηρικό βασιλιά είναι η φροντίδα για την απονομή δικαιοσύνης (Mosse 2001: 89).  Επειδή ο Δίας ενσαρκώνει το δίκαιο (Α238-239) οι βασιλείς, που είναι διοτρεφείς, το διαφυλάσσουν στο όνομά του.  Προϋπόθεση για τη σωστή άσκηση της δικαιοσύνης είναι η μεγαλοσύνη της ψυχής (Β196, Α279, Ζ159, Ι37).  Με αυτόν τον τρόπο καθορίζονται ορισμένοι κανόνες πρακτικής και συμπεριφοράς που απαλλάσσουν τον ομηρικό κόσμο από μια θεοκρατική αντίληψη της εξουσίας, με τον υπεύθυνο και συνετό χαρακτήρα της κυριαρχίας.
    Στα έπη η ποίηση ενοποιεί την ιστορική ποικιλομορφία.  Ωστόσο, στον κόσμο των επών απεικονίζονται δύο βασικοί τύποι κράτους: το κράτος έθνους ή φύλου και το κράτος πόλεως (Σακελλαρίου 1999: 285).  Παρατηρείται έτσι το πέρασμα από τη νομαδική στην αστική ζωή και από την πατριαρχία στην οργάνωση της πόλεως.  Και αυτή την ανάδειξη του πολιτικού, που πρέπει να είναι σύγχρονη του ποιητή, την ανιχνεύουμε σε εμβρυακή ακόμη κατάσταση στην Ιλιάδα (Μ211-213), αλλά στην Οδύσσεια κυρίως αρχίζει να παίρνει μορφή με τη διαίρεση του λαού σε δύο αντίπαλες μερίδες (γ137-157, ω420-548), ωστόσο η επικείμενη σύγκρουση αναστέλλεται χάρη στην συμβιβαστική λύση της θεϊκής παρέμβασης.
γ) Επικό σύστημα αξιών
Τα ομηρικά έπη εκφράζουν το σύστημα αξιών της πολεμικής αριστοκρατίας για την οποία γράφονται και τραγουδιόνται.  Το μέγιστο ιδανικό της είναι το ηρωικό ήθος που φανερώνεται μέσα στον αχό της μάχης και επιδιώκει την απόκτηση του κλέους.  Το κλέος άλλωστε είναι αυτό που χαρίζει  τον «ωραίο θάνατο» (Χ303-305, Ξ86-87, α236 κ.ε., ε306 κ.ε.).  Ωστόσο, στα ίδια τα έπη ανιχνεύεται η ύπαρξη αντιφάσεων ως προς αυτήν την αξία.  Έτσι, αναφαίνονται τα πρώτα ρήγματα στο ηρωικό ήθος με την προβολή νέων ηθικών αρχών όπως είναι η σωφροσύνη (Ξ128-130), αλλά κυρίως η άποψη πως ο θάνατος δεν έχει παρηγοριά (λ488), η οποία εκφράζεται από τον αρχετυπικό ήρωα Αχιλλέα.
    Θα αποτελούσε στένεμα των ιδεών του Ομήρου και περιορισμό σε μια μόνο πλευρά του συστήματος αξιών του αν τονιζόταν μόνο η ανδρεία ως η σημαντικότερη αρετή του ομηρικού ήρωα.  Οι ήρωες δεν υπακούουν μόνο στην ηθική επιταγή της ανδρείας αλλά και της ευσέβειας, με την τέλεση δεήσεων ή την προσφορά θυσιών και αναθημάτων στους θεούς.  Έτσι, εξασφαλίζουν την αφοσίωση των θεών (Χ168-172, ε445 κ.ε.) (Vidal-Naquet 2002: 94).  Στην Οδύσσεια τα όρια του ηρωικού στοιχείου επεκτείνονται πέρα από τις πολεμικές αρετές.  Εμφανίζει μια σειρά από αξίες όπως η εγκαρτέρηση, η αντοχή, η οικογενειακή αγάπη και γαλήνη, η ομορφιά της φύσης και προάγει μια λεπτότερη αντίληψη από την Ιλιάδα σχετικά με τη διαφοροποίηση των ανθρώπων.  Απαραίτητο συμπλήρωμα της αρετής των ηρώων και στα δύο έπη είναι η αιδώς. Η ισχυρότερη ηθική δύναμη που γνωρίζει ο ομηρικός άνθρωπος δεν είναι ο φόβος προς τον θεό αλλά ο σεβασμός προς τη δημόσια γνώμη και η απόλαυση της τιμής (Dodds 1978: 34).
    Η ένταση ανάμεσα στην ορμή του ατόμου και την πίεση του κοινωνικού κομφορμισμού, χαρακτηριστικού γνωρίσματος ενός πολιτισμού-ντροπής, εξηγεί με ποιόν τρόπο περιπτώσεις ηθικής αποτυχίας ή αμέλειας της σωστής τακτικής κατέληξαν να «προβληθούν» πάνω σε έναν θεϊκό παράγοντα (ό.π.π.).
δ) Θεϊκός μηχανισμός στο έπος
Αυτό που σηματοδοτεί τον χαρακτήρα της ποίησης του Ομήρου είναι ότι δεν υπάρχει δογματική διάκριση ανάμεσα στο υπερβατικό και ανθρώπινο πεδίο.  Η συνεχής προσέγγιση και ανάμιξη θεών και ανθρώπων δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας και ταυτόχρονα απομάκρυνσης (Romilly 1988: 34 – 39).  Στο κέντρο του ομηρικού κόσμου βρίσκεται «το πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο χωρίζονται θεοί και άνθρωποι» (Lesky 1990: 116).
    Οι συχνές εναλλαγές σκηνών ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους υπογραμμίζουν την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, υπενθυμίζοντας πόσο εξαρτημένο και επισφαλές πλάσμα είναι ο άνθρωπος (Π622) σε αντίθεση με την αθάνατη ζωή των θεών του.  Τα δύο νήματα της αφήγησης προχωρούν παράλληλα: όσα αποφασίζονται στην ουράνια σκηνή οφείλουν να υλοποιηθούν στη γη.  Τα πάντα εκπορεύονται από τη θεότητα «όχι μόνο το αποτέλεσμα ενός εγχειρήματος αλλά και η ιδέα που ευθύνεται για το εγχείρημα αυτό» (Romilly 1994: 125).  Έτσι, η ανθρώπινη δράση δεν εμφανίζεται αυτόνομη αλλά «υπερκαθορισμένη». 
    Ωστόσο, ο ομηρικός άνθρωπος δεν είναι ούτε αιτιοκράτης ούτε θιασώτης της ελεύθερης βούλησης (Dodds 1978: 26).  Απλά, δεν αισθάνεται ακόμη τον εαυτό του ως πηγή των αποφάσεών του.  Κάθε πράξη ή αίσθημά του καθορίζεται από τις θεϊκές δυνάμεις που δρουν στον κόσμο και είναι αντίδραση των φυσικών του οργάνων σε ένα ερέθισμα που τον αφορά προσωπικά.  Κάθε κατάσταση είναι αποτέλεσμα αυτών των ερεθισμάτων (Snell 19997: 81).  Έτσι, στην Ιλιάδα οι θεοί επεμβαίνουν με σκοπό  να μεταβάλλουν τη ροή των γεγονότων ώστε να εκπληρωθεί το θεϊκό σχέδιο (Α5), ενώ στην Οδύσσεια συνοδεύουν μόνιμα τον ήρωα με μια συναισθηματική οικειότητα (ν221 κ.ε.) (Romilly 1988: 35).  Και στα δύο έπη ό,τι συμβαίνει να υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια αποδίδεται στους θεούς. 
    Ο ποιητής καταφεύγει στην τεχνική της θεϊκής παρέμβασης (Goetterapparat), δηλαδή την υλική-απτή παρουσία του θεού, για να παρουσιάσει με εικονική μορφή μια ψυχική επέμβαση και να ερμηνεύσει την «ψυχική αστάθεια» του ήρωά του (Dodds 1978: 31κ.ε.). Έτσι, οι πνευματικές και οι ψυχικές ενέργειες των ηρώων οφείλονται σε επιδράσεις εξωτερικών δυνάμεων που εισχωρούν και διαποτίζουν ολόκληρο το ανθρώπινο είναι.  Ο ομηρικός άνθρωπος όμως δε διολισθαίνει στη μαγεία, επειδή δεν αισθάνεται εκτεθειμένος σε άλογες δυνάμεις.  Έχει ήδη υιοθετήσει τον εύτακτο και έλλογο κόσμο των Ολύμπιων θεών (Snell 1997: 41κ.ε.).
ε) Ησίοδος – Διδακτικό Έπος
Ήδη από την Οδύσσεια παρατηρείται μια χαλάρωση των αριστοκρατικών ιδεωδών και μια εντονότερη παρουσία των ηθικών εννοιών.  Αυτές γίνονται εναργέστερες στη διδακτική ποίηση του Ησιόδου.  Στον Ησίοδο ο ποιητής γίνεται ένα επώνυμο πρόσωπο.  Τα ποιήματά του τοποθετούνται χρονολογικά γύρω στο 700 π.Χ. και έτσι βρίσκονται σε άμεση συνάφεια με τα ομηρικά έπη, ωστόσο ο ησιόδειος κόσμος είναι κοινωνικά και πνευματικά διαφορετικά διαρθρωμένος.  Ο κυριότερος εξηγητικός λόγος είναι η διαφορετική γεωγραφία (Lesky 1990: 148): τα ομηρικά έπη αποκρυσταλλώνονται στις Ιωνικές ακτές, ενώ τα ησιόδεια στην Ηπειρωτική Ελλάδα.  Η απόσταση που χαράσσεται ανάμεσα στο διδακτικό και το ηρωικό έπος εμφανίζεται ήδη από την εισαγωγή της Θεογονίας με την έμφαση του Ησιόδου ότι η Μούσα μπορεί και να ψεύδεται (Θεογονία, 22 κ.ε.).
    Στη Θεογονία κατηγοριοποιεί και τακτοποιεί τον θεϊκό κόσμο.  Υμνεί τις πολυάριθμες μορφές που κατοικούν παντού στον κόσμο τονίζοντας τη ρευστότητα των συνόρων ανάμεσα στο συγκεκριμένο φαινόμενο και την ανθρωπόμορφη θεότητα.  Το γενεαλογικό σχήμα που επιλέγεται φανερώνει ότι η εποχή συλλαμβάνει την κοσμική πραγματικότητα με τη μορφή του μύθου (Lesky 1990: 152).  Δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα στην αρχαϊκή γλώσσα ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αφηρημένες έννοιες και ονόματα θεών (Snell 1997: 71).  Ωστόσο, εδώ δεν υφίσταται η ομηρική οικειότητα με το θείο, ούτε οι θεοί έχουν ανθρώπινες αδυναμίες (Romilly 1988: 51).
    Μέσα σε αυτό το σύμπαν, που είναι πάντα πλήρες θεών, εμφανίζονται, από τη μια, άμορφες ή εχθρικές δυνάμεις (οι οποίες είχαν οβελιστεί από την ποίηση του Ομήρου) υποδηλώνοντας τις σκοτεινές πλευρές της ζωής (Θεογονία, 211 κ.ε.) και από την άλλη καλές συνεκτικές και ευεργετικές δυνάμεις (οι οποίες συγκεντρώνονται γύρω από τον Δία).  Αυτός ο διαδυσμός αποτελεί και τον άλυτο προβληματισμό του ποιητή.  Για να επιτύχει μια ισορροπία εισάγει μια ορισμένη ηθική τάξη που ανάγεται στον Δία και προτείνει γενεαλογίες θεοτήτων που εκφράζουν ηθικές έννοιες (Θεογονία, 226 κ.ε.).  Αυτή η θεϊκή τάξη που είναι έργο του Δία (Θεογονία, 71 κ.ε.) – ουσιαστική διαφορά με τον Όμηρο – είναι η σταθερή βάση πάνω στην οποία οικοδομούνται οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ησιόδου (Snell 1997: 73).
    Στο Έργα και Ημέραι πλέκονται δύο εννοιολογικά κομμάτια.  Οι συνεκτικές δυνάμεις της ανθρώπινης ύπαρξης, που προσφέρουν μια σειρά νέων και πρωτότυπων θεμάτων, όπως της εργασίας (298 κ.ε.), της αγαθής Έριδος (20-26) κ.ά., και η απαισιόδοξη θεώρηση του κόσμου σε σχέση με την πίστη σε αιώνιες αξίες, που εισάγουν την έννοια της Δικαιοσύνης (202 κ.ε.), την οποία προστατεύει ο Δίας και περιορίζει τις ανομίες των «δωροφάγων βασιλέων» (264). 
    Γενικά, ο θεός στον Ησίοδο παίρνει τη μορφή μιας δύναμης που επενεργεί μόνιμα στον άνθρωπο και όχι στιγμιαία όπως στον Όμηρο.  Με την ιεραρχική τάξη του θεϊκού σύμπαντος που θεμελιώνεται στα έργα του αναζητά «τη σημασία του σημαντικού και την αξία του αξιόλογου» (Snell 1997: 80) προοικονομώντας τις επιδιώξεις των λυρικών ποιητών. 
Ιστορικές και ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στη λυρική και επική ποίηση
α) Ιστορικό πλαίσιο
Η λυρική ποίηση προϋπήρξε μάλλον του έπους (Ι472, Π182-183, Σ493) ή τουλάχιστον συνυπήρξε, αλλά, όταν κάνουμε λόγο για λυρική ποίηση στην αρχαία ελληνική γραμματεία, εννοούμε συνήθως το μελοποιημένο ποιητικό λόγο (μονωδικό ή χορωδικό με τη συνοδεία λύρας ή αυλού) που αναπτύχθηκε μεταξύ του 7ου και του 5ου αι. π.Χ., κυρίως στις αιολικές και ιωνικές περιοχές, ακολουθώντας τη σταδιακή απακμή του έπους.
    Προέκυψε ως αποτέλεσμα των κοινωνικών μεταβολών και, σε αντίθεση με το έπος που εξέφραζε μια πολεμική αριστοκρατία, συνδέθηκε με την ανάπτυξη της αυτόνομης και αυτάρκους πόλης-κράτους, την ανακατανομή του πλούτου, τη συμμετοχή μεγαλύτερων μερίδων του πληθυσμού στην άσκηση της εξουσίας και την ανάπτυξη νέων τάξεων: γαιοκτημόνων, εμπόρων, τεχνιτών.  Η συμμετοχή αυτών των τάξεων στη διαχείριση της εξουσίας ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς κρίσεων, που εκφράστηκαν διαφορετικά σε κάθε πόλη, και μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: αποικισμός, αγροτική κρίση, αλλαγή στις πολεμικές τεχνικές, εφεύρεση του νομίσματος.  Οι κρίσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν είτε με την εγκαθίδρυση τυραννικών καθεστώτων είτε με την θέσπιση νόμων (Mosse & Schnapp-Gourbeillon 1999: 158 – 183).
β) Ιδεολογικό πλαίσιο
Με την εμφάνιση νέων κέντρων εξουσίας πλάθονται καινούργιες παραδόσεις.  Έτσι, διαμορφώνεται μια καινούργια θέαση του κόσμου.  Η σχέση του ανθρώπου με το θείο, η προώθηση νέων αξιών, όπως η ατομική πρωτοβουλία, η εφευρετικότητα, η ιδέα του μέτρου και του καιρού φανερώνουν τις ανθρωποκεντρικές ανησυχίες της εποχής.  Αρχίζει να διακρίνεται η προσωπικότητα και να εκτιμούνται οι ικανότητές της.  Αφυπνίζεται η ατομική συνείδηση και αρχίζει να προσδιορίζεται η θέση του ατόμου μέσα στην πόλη.  Παράλληλα, η συσχέτισή του με ομάδες της επιλογής του ενδυναμώνουν το αίσθημα ελευθερίας και ευθύνης (Murray 1996: 323 - 351).  
    Η εξατομίκευση της καλλιτεχνικής δημιουργίας γίνεται εμφανής τόσο στην αγγειογραφία όσο και στη γλυπτική με τη στροφή προς το άτομο και την προσπάθεια να αναδειχθούν τα ανατομικά του χαρακτηριστικά.  Στην ποίηση, οι ποιητές ενδύονται το πρώτο πρόσωπο και προβάλλουν το εγώ, επιχειρώντας να εκφράσουν το σύγχρονο, το ζωντανό και το πολύχρωμο. 
    Με τον υποκειμενικό χαρακτήρα που αποκτά η ποίηση εκφράζονται όχι μόνο συναισθήματα, όπως έρωτας, φθόνος, φιλία - εχθρότητα, χαρά – λύπη, νιάτα – γηρατειά, αλλά και απόψεις για το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης και το αναπόφευκτο του θανάτου, την υστεροφημία και τη μικρή της αξία, την αρετή και τη σωματική και πνευματική τελειότητα, τους θεούς και την παντοδυναμία τους, τη θεϊκή τιμωρία και εκδίκηση, την αποφυγή της ύβρεως, τους ήρωες, την ποίηση και την αθανασία, τον πλούτο και τη φτώχια, την οργάνωση της πολιτείας, τον αθλητή – πολεμιστή, τον πόλεμο και το αντιηρωικό ιδεώδες (Καζάζης 2000: 226 – 249). Επίσης, στα έργα τους, που είχαν χαρακτήρα επίσημο ή ανεπίσημο, και ήταν ως επί το πλείστον σύντομα (ωδές, ελεγείες, ύμνοι), προβάλλονταν οι ηθικές αξίες της δικαιοσύνης, της ισονομίας και της σύνεσης, αλλά και η αγωνία του αριστοκράτη που βλέπει να κλυδωνίζεται η σταθερότητα του κόσμου του (Mosse 2001: 226).
    Στον ελληνικό χώρο επικρατούσε μια ποικιλία θρησκευτικών ρευμάτων λόγω της απουσίας οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος.  Ο Όμηρος και ο Ησίοδος κατάφεραν να διαμορφώσουν το πάνθεο των θεών (Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 2.53).  Κατά την αρχαϊκή περίοδο τα μεγάλα ιερά των Δελφών, της Δήλου και της Ολυμπίας συνέτειναν και αυτά με τον τρόπο τους στο να συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες την ενότητά τους. 
    Αυτό δε σημαίνει πως έπαψε η πίστη στο γεγονός ότι διαφορετικοί θεοί εκπροσωπούν την ουσία του κόσμου.  Ο αρχαϊκός ποιητής συλλαμβάνει το προσωπικό αίσθημα ως κάτι ατομικό μόνο όταν αυτό δηλώνει την ανθρώπινη αμηχανία.  Η ορθολογική διασάφηση των κοσμολογικών σχέσεων με το νόμο της εναλλαγής που κυβερνά τα πάντα δεν είχε ως αποτέλεσμα την δράση αλλά την ανοχή και την καρτερικότητα του ατόμου.  Τις δυνατές συγκινήσεις εξακολουθεί ο ποιητής να τις αποδίδει στην επέμβαση των θεών.  Έτσι, π.χ., η Σαπφώ θέτει σε πρώτη γραμμή την Αφροδίτη και τον Έρωτα, ο Πίνδαρος τον Δία και τον Απόλλωνα, ο Αρχίλοχος τον Άρη και τις Μούσες.  Αυτές οι θεότητες φωτίζουν τη ζωή στο σύνολό της και παριστάνουν την ενότητα του έλλογου κόσμου (Snell 1997: 80).  Και αυτή η ενότητα δεν είναι άλλη από την προβολή στη φύση μιας καινούργιας τάξης και ενός νέου χώρου, οργανωμένου γύρω από ένα κέντρο (Mosse 2001: 235), το οποίο στην πόλη-κράτος συμβολίζεται με την αγορά (ες μέσον), εκεί όπου αναδεικνύεται ο πολιτικός λόγος, ως μορφή κυρίαρχου λόγου.  Η πολυπλοκότητα και η εξατομίκευση της ανθρώπινης φύσης, την οποία για να την εκφράσει κανείς χρειάζεται να καταφύγει σε μια ποικιλία νέων γλωσσικών και μετρικών μορφών, γίνεται πηγή μιας δέσμευσης: της δικαιοσύνης. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ε. Αλεξίου, Ι. Αναστασίου, Β. Βερτουδάκης, κ.ά., Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία.  Αρχαϊκή και Κλασσική Περίοδος, τ. Α’, Πάτρα 2001.
Γ. Κ. Βλάχος, Πολιτικές κοινωνίες στον Όμηρο, Αθήνα 1981.
E. R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, μτφ. Γ. Γιατρομανωλάκης, Αθήνα 1978 (Β’ έκδ.).
G. Glotz, Η ελληνική «πόλις», μτφ. Α. Σακελλαρίου, Αθήνα 1994 (Δ’ έκδ.).
Ι. Ν. Καζάζης, Λυρική Ποίηση.  Ο Αρχαϊκός Λυρισμός ως Μουσική Παιδεία, τ. Α’, Θεσσαλονίκη 2000.
Ι. Θ. Κακριδής, Ο Ποιητής και η Μυθική Παράδοση, Αθήνα 1980 (Γ’ έκδ.).
A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφ. Α. Τσοπανάκης, Θεσσαλονίκη 1990 (Ε’ έκδ.).
P. Merchant, Το Έπος, μτφ. Ι. Ράλλη – Κ. Χατζηδήμου, Αθήνα 1983.
C. Mosse, Η  Αρχαϊκή  Ελλάδα.   Από τον Όμηρο έως τον Αισχύλο, μτφ. Στ. Πασχάλης, Αθήνα 2001 (Γ’ έκδ.).
C. Mosse – A. Schnapp-Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, μτφ. Λ. Στεφάνου, Αθήνα 1999 (Β’ έκδ.).
O. Murray, «Ο Έλληνας άνθρωπος και οι μορφές κοινωνικότητας», στο: Ο Έλληνας άνθρωπος, επίμ. Jean-Pierre Vernant, μτφ. Χ. Τασάκος, Αθήνα 1996 (Δ’ έκδ.).
P. Vidal-Naquet, Ο κόσμος του Ομήρου, μτφ. Α. Κεφαλά, Αθήνα 2002
M. P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, μτφ. Αικ. Παπαθωμοπούλου, Αθήνα 2001 (Θ’ έκδ.).
E. Rohde, Ψυχή, μτφ. Κ. Παυλογεωργάτου, Αθήνα 1998.
J. de Romilly, Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, μτφ. Θ. Χριστοπούλου – Μικρογιαννάκη, Αθήνα 1988.
J. de Romilly, Όμηρος, μτφ. Φ. Βρανίκου, Αθήνα 1994.
Μ. Β. Σακελλαρίου, Πόλις.  Ένας τύπος αρχαίου ελληνικού κράτους, μτφ. Δ. Κοκκώνης, Αθήνα 1999.
B. Snell, Η ανακάλυψη του πνεύματος.  Ελληνικές ρίζες της ευρωπαϊκής σκέψης, μτφ. Δ. Ι. Ιακώβ, Αθήνα 1997 (Δ’ έκδ.).

[Γραφή 2002]










                                       

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι: το Β' Σχεδιάσμα

Συνοπτική παρουσίαση των σταδίων εξέλιξης της σολωμικής ποίησης και οι επιδράσεις του Ρομαντισμού στο Β΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων

του Κυριάκη Κωνσταντίνου

Τα στάδια της ποιητικής εξέλιξης της σολωμικής ποίησης
Η πορεία της εξέλιξης της σολωμικής ποίησης μπορεί να χωριστεί σε δύο κύριες περιόδους που προσδιορίζονται από τον τόπο διαμονής του ποιητή: α) τη ζακυνθινή περίοδο της μαθητείας (1818-1828) και β) την κερκυραϊκή περίοδο της ωριμότητας (1828-1857).  Επειδή το 1827-1828 και το 1855-1857 δεν έγραψε ουσιαστικά τίποτα, τα χρονικά όρια για την πρώτη περίοδο μπορούν να περιοριστούν ως το 1826, ενώ για την δεύτερη ως το 1855 (Mackridge, 1995: 35).
Ζακυνθινή περίοδος
    Τα πρώτα ποιητικά του γυμνάσματα, γραμμένα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία, ήταν σονέτα επηρεασμένα κυρίως από τις αισθητικές αρχές του κυρίαρχου τότε ιταλικού νεοκλασικισμού.  Το 1818, πρώτος χρόνος της επιστροφής του στη Ζάκυνθο, θα γράψει τριάντα τρία σονέτα στα Ιταλικά, τα οποία  τυπώθηκαν στην Κέρκυρα, από τον φίλο του Λουδοβίκο Στράνη, το 1822 με τον τίτλο Rime improvvisate.  Μέχρι το 1822 θα γράψει κι άλλα σονέτα στα Ιταλικά, περίπου ογδόντα (Πολίτης, 2001: 140), σαν ένα είδος παιχνιδιού, γνωστό με το όνομα bouts rimes (Mackridge, 1995: 34), που όμως η θρησκευτική θεματολογία των περισσότερων υποδηλώνει τη σοβαρότητα του παιχνιδιού.  Ως το 1827, θα συνεχίσει σποραδικά να γράφει σονέτα στα Ιταλικά που χαρακτηρίζονται από “θεματική σοβαρότητα” και “τεχνική επιμέλεια” (Πολίτης, 2001: 140).  Παράλληλα, ως το 1827, ο Σολωμός στιχουργεί και σατιρικά γυμνάσματα, γραμμένα και αυτά στην Ιταλική γλώσσα.
    Από το 1818-1823 ο Σολωμός θα αρχίσει τις πρώτες ποιητικές δοκιμές του στα Ελληνικά.  Τα περίπου είκοσι στροφικά ποιήματα αυτής της περιόδου είναι γραμμένα σε μικρής έκτασης στίχους, σε τροχαϊκό ή ιαμβικό μέτρο, με περίτεχνες ρίμες και έντονα τραγουδιστικό ρυθμό (Γαραντούδης, 2000: 64-65) επηρεασμένα από την ιταλική ή την φαναριώτικη στιχουργική.  Σε αυτά είναι εμφανείς οι απηχήσεις του Α. Χριστόπουλου και του Ι. Βηλαρά, όχι μόνο στη χρήση της δημοτικής γλώσσας αλλά και ως προς τα κλασικιστικά παρακλάδια του αρκαδισμού και του ανακρεοντισμού (Τσαντσάνογλου, 1999: 5).  Ωστόσο, αφήνουν να διαφανεί και η επίδραση του ρομαντικού κινήματος κυρίως ως προς τη θεματική τους που μπορεί να διακριθεί σε τρεις κατηγορίες: α) η εξιδανικευμένη γυναικεία μορφή (“Ανθούλα”, “Αγνώριστη”), β) ο θάνατος πλασματικών ηρώων (“Ο θάνατος του βοσκού”, “Τα δύο αδέλφια”, “Η τρελή μάνα”) και γ) ο θάνατος αληθινών ανθρώπων (“Στο θάνατο της μικρής ανεψιάς”) (Mackridge, 1995: 34-35). 
Το Μάιο του 1823, μετουσιώνοντας ποιητικά τα σημαντικότερα ως τότε ιστορικά γεγονότα, θα γράψει τις 158 στροφές του Ύμνου εις την Ελευθερία, σε τετράστιχες     στροφές με   εναλλαγή  τροχαϊκών  οκτασύλλαβων  και επτασύλλαβων
στίχων.  Είναι και το μοναδικό ποίημα που θα καταφέρει να τελειώσει και που θα το δώσει ο ίδιος αμέσως για δημοσίευση (Μεσολόγγι 1825 – Παρίσι 1825).  Τον επόμενο χρόνο θα γράψει τη λυρική ωδή Εις το θάνατο του Λόρδ Μπάιρον, που από άποψη περιεχομένου και μέτρου (ανακρεόντεια ωδή σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο) αποτελεί ένα ισχνό αντίγραφο του Ύμνου.  Είναι η εποχή που συγγράφει το Διάλογο πάνω στην ελληνική γλώσσα, στον οποίο υποστηρίζει με θέρμη τη χρήση της δημοτικής στην ποίηση.  Το 1825 συνθέτει το επίγραμμα για την “Καταστροφή των Ψαρών” και το 1826 το ελεγείο της “Φαρμακωμένης”, δύο εξαιρετικά οργανωμένα ποιήματα που δείχνουν  την ποιητική του εξέλιξη.  Την ίδια χρονιά με το σατιρικό ποίημα “Το όνειρο” δείχνει την πολιτική του εγρήγορση.  Στα χρόνια αυτά συντελείται το πέρασμα του ποιητή από το “ξεχείλισμα της ψυχής” σε αυτό που ο ίδιος ονόμασε “νόημα της τέχνης” (Πολίτης, 2001: 144).  Αρχίζει να δουλεύει το ρομαντικό – βυρωνικό ποίημα Ο Λάμπρος (1824-1826), ένα μεγάλο απόσπασμα του οποίου θα δώσει για δημοσίευση στην Ιόνιο Ανθολογία το 1834.  Πριν φύγει από την Ζάκυνθο αρχίζει να δουλεύει το ποίημα σε πρόζα Η Γυναίκα της Ζάκυθος (1826-1833), όπου το αρχικό σατιρικό στοιχείο παίρνει σε μεταγενέστερες επεξεργασίες τη μορφή ενός εφιαλτικού οράματος ή προφητείας.  Το 1827 θα εκφωνήσει ένα εγκώμιο (“Elogio di Ugo Foscolo”) για τον ζακυνθινής καταγωγής ιταλό ποιητή, Ούγκο Φόσκολο. 
Κερκυραϊκή περίοδος
    Το 1828, ο Σολωμός εγκαθίσταται στην Κέρκυρα και αρχίζει να δουλεύει πάνω σε παλιά του ποιήματα προσπαθώντας να βρει νέες εκφραστικές φόρμες, αφήνοντας πίσω του τα συμβατικά θρησκευτικά ποιήματα που έγραφε στα Ιταλικά και τη συναισθηματολογία που χαρακτήριζε τα ελληνικά του ποιήματα.  Το 1829 γράφει το “Εις μοναχήν”, σε ιαμβικούς οκτασύλλαβους και επτασύλλαβους στίχους και αρχίζει να επεξεργάζεται ξανά την Γυναίκα της Ζάκυθος.  Μέσα στο πεζό σχεδίασμα συμπεριλαμβάνονται και λυρικά ποιήματα: “Νεκρική ωδή ΙΙ” και ένα ποίημα για την πτώση του Μεσολογγίου σε οκτάστιχες στροφές με αμφιβραχικούς εξασύλλαβους και πεντασύλλαβους στίχους, το οποίο ο Πολυλάς το δημοσίευσε στα Ευρισκόμενα ως Α’ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.  Αυτά τα ποιήματα εγκαινιάζουν μια ρομαντικο-μεταφυσική στροφή, τη συνάντηση του θεϊκού με το ανθρώπινο στοιχείο, που θα χαρακτηρίζει πλέον την ποίηση του Σολωμού (Mackridge, 1995: 37).  Αρχίζει τη μελέτη της γερμανικής φιλοσοφίας και το 1833, χρονιά που αρχίζει ο δικαστικός αγώνας με την οικογένειά του, γράφει το σατιρικό ποίημα “Η τρίχα”.  Σχεδιάζει ένα οκταμερές συνθετικό έργο, σύμφωνα με τις αισθητικές αρχές του ρομαντισμού, που θα απαρτίζεται από τέσσερα σατιρικά και τέσσερα λυρικά ποιήματα με θέμα την αντίθεση έρωτας – θάνατος μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του αγώνα του καλού με το κακό (Τσαντσάνογλου, 1999: 7).  Ο Κρητικός, απόσπασμα του ανολοκλήρωτου επικο-λυρικού συνθέματος, γράφεται στον δεκαπεντασύλλαβο των δημοτικών τραγουδιών και της κρητικής ακμής.  Το 1834 δουλεύει το Β΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων στο ίδιο μέτρο με τον Κρητικό.  Ως το 1847 μοιάζει να δουλεύει αποκλειστικά πάνω σε αυτό το ποίημα, επιχειρώντας να το ξαναγράψει το 1849 σε μια νέα φόρμα, δηλαδή σε δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο.  Το 1847-1848 επεξεργάζεται στον ίδιο στίχο το ποίημα για το θάνατο της Αιμιλίας Ροδόσταμο, χωρίς να το τελειώσει.  Το 1847 έως το 1849 συνθέτει τον Πόρφυρα, επίσης στον ίδιο στίχο, όπου η στιγμή του θανάτου ταυτίζεται με τη στιγμή της αυτογνωσίας του ποιητικού υποκειμένου.  Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ξαναγράφει στα Ιταλικά αυτοσχέδια ποιήματα στιχουργημένα για διάφορες περιστάσεις (π.χ. “για τον Ανδρέα Μουστοξύδη”, “Ad
 Alice Ward”, κ.ά.).  Από αυτή την περίοδο (1847-1857) σώζονται επίσης γραμμένα στα Ιταλικά διάφορα σχεδιάσματα ή αποσπάσματα έργων (το πιο ενδιαφέρον είναι το “Carmen seculare”), ή πεζές υποθέσεις ποιημάτων που σκόπευε να γράψει (“Η Ελληνίδα μητέρα”, “Η γυναίκα με το μαγνάδι”).  Τα περισσότερα από τα ποιήματα της ωριμότητας θα μείνουν ημιτελή σχεδιάσματα και έτσι ο Σολωμός θα υλοποιήσει προδρομικά αυτό που οι σύγχρονοι θεωρητικοί ονόμασαν “σημαίνουσα πρακτική”, δηλαδή αναδημιουργία χωρίς τέλος (Καψωμένος, 1998: 16).
Τα κύρια γνωρίσματα που συνδέουν τον ευρωπαϊκό και τον επτανησιακό ρομαντισμό
Η σχετικιστική σκέψη του Herder και η σύγκρουση αστών-φεουδαρχών σε συνδυασμό με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην ευρωπαϊκή και αμερικάνικη ήπειρο στο πρώτο μισό του 19ου αι. θα γονιμοποιήσουν την εκδήλωση ενός ρεύματος με καλλιτεχνικές και πολιτικές πραγματοποιήσεις, το ρομαντισμό.  Ο ρομαντισμός προβάλλει την έννοια της κοινότητας και του ανήκειν (Larmore, 1998: 71-105), τη φαντασία και την αυθεντικότητα ως αντίδραση στη κλιμακούμενη κυριαρχία του ορθολογισμού και στην εξατομίκευση του ανθρώπου.  Υιοθετώντας σχετικιστικές και επιμεριστικές αντιλήψεις επαναπροσεγγίζει τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, τον εαυτό του και τις αξίες. 
    Τα περισσότερα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού ρομαντισμού που βρίσκονται στην επτανησιακή λογοτεχνία, αλλά και στην ποίηση του Σολωμού, από το 1830 και ύστερα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) ο άκρατος ιδεαλισμός και η απόλυτη εξιδανίκευση της τέχνης, β) ο σχηματισμός λογοτεχνικών ομάδων ή σχολών, γ) η στροφή στη γλώσσα του λαού και η μελέτη της λαϊκής παράδοσης, δ) το ενδιαφέρον για την ψυχολογία και τα παραψυχολογικά φαινόμενα, ε) ο αντικλασικισμός, στ) ο αντιφιλισταϊσμός, ζ) η προσφυγή στη φύση για την έκφραση υποκειμενικών αισθημάτων και ψυχικών καταστάσεων, η) η σύζευξη της ποίησης με τη μουσική και τη φιλοσοφία, θ) η αποσπασματικότητα, ι) η καλλιέργεια της λογοτεχνικής κριτικής και του δοκιμίου (Βελουδής, 1992: 104-108)
Τεχνοτροπία – Θεματική
Το 1834 ο Σολωμός θα αποσπάσει, κατά πάγια ποιητική του τακτική, από το εγκαταλειμμένο κείμενο της Γυναίκας της Ζάκυθος το ποιητικό θέμα της πτώσης του Μεσολογγίου που θα το επεξεργαστεί αυτοτελώς σε δεκαπεντασύλλαβα ιαμβικά δίστιχα με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, σχεδιάζοντας να το τιτλοφορήσει Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (και με εναλλακτικούς τίτλους: Μισολόγγι, Το χρέος).  Τα ημιτελή αποσπάσματα από την επίμονη ενασχόληση με τη μορφή του ποιήματος, που θα τον απασχολήσουν ως το 1844, θα τα δημοσιεύσει ο Πολυλάς ως Β΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.  Άλλο ένα αποσπασματικό έργο επειδή τα λυρικά μέσα του ποιητή δεν μπορούν να αποδώσουν μια επικο-τραγική σύνθεση και έτσι η Ιδέα δεν μπορεί να σαρκωθεί την ύλη του ποιήματος.
    Η σύγχρονη ιστορική ύλη από την οποία αρδεύει το ποίημα είναι η δεύτερη πολιορκία και η άλωση του Μεσολογγίου από τους Τούρκους (Μάης 1825 – Απρίλης
 1826).  Ωστόσο, ο Σολωμός συμπυκνώνει την ιστορική ύλη στις τελευταίες ημέρες, επιχειρώντας έτσι να εκφράσει το εσωτερικό και αφηρημένο με το εξωτερικό και συγκεκριμένο.  Γράφει ο ίδιος: “[…] Έτσι, η υπόθεση τίθεται σε σχέση με το σύστημα του σύμπαντος.  […] Κάνε να φανεί καθαρά η μικρότητα του τόπου […] από τη μικρότητα του τόπου θα βγουν οι Μεγάλες Ουσίες” (Βελουδής, 1997: 34).  Αυτό προσπαθεί να το πετύχει αφενός με την δραστική εικονοποιία του ποιήματος και αφετέρου με τη χρήση χαρακτηριστικών λεπτομερειών.
 
    Αν και σκιαγραφείται ένα αφηγηματικό πλαίσιο, ο λόγος δομείται με λυρικά (Β2) και δραματικά στοιχεία (Β6) πάνω σε αντιθετικές σχέσεις.  Η κυρίαρχη αντιθετική δυάδα εκδηλώνεται ήδη από τον τίτλο του ποιήματος, που υποδηλώνει το θέμα της ηθικής ελευθερίας σε σχέση με την υλική βία.  Η δεσπόζουσα αυτή αντίθεση, προϊόν της διαλεκτικής αρχής της συνύπαρξης των αντιθέσεων στο είναι μας οδηγεί και στη κεντρική αισθητική κατηγορία του ευρωπαϊκού ρομαντισμού: τη σύμμειξη των ειδών (ποιητικό όραμα και του Σολωμού) που απορρέει από τη εγελιανή διαλεκτική της υπέρβασης των αντιθέσεων μέσω μιας νέας σύνθεσης.
    Η άλλη πυρηνική θεματική μονάδα μέσω της οποίας οργανώνεται σε παραδειγματικό επίπεδο ο ποιητικός λόγος είναι το θέμα πατρίδα – θάνατος, που διαπλέκεται με τα θέματα φύση – θάνατος, θρησκεία – θάνατος, έρωτας – θάνατος (σε όλα κοινός παρονομαστής ο θάνατος).  Τα ζεύγη αυτά καλούν το ποιητικό υποκείμενο να αγωνιστεί μέχρις εσχάτων για να διασώσει την ηθική του ελευθερία, σημείο επαφής του ανθρώπου με την θεότητα.  Με το θάνατό του το ποιητικό υποκείμενο κερδίζει την αυτογνωσία του, υπερβαίνοντας το βίωμα του θανάτου και συνειδητοποιώντας πως το μοντέλο αρμονίας ανθρώπου – κόσμου που αντιπροσωπεύει είναι ακατάλυτο (Καψωμένος, 1997: 662).  Έτσι, το μυθικό και σημασιακό σύμπαν της σολωμικής ποίησης εμφανίζεται ενιαίο και συγκροτημένο: το υψηλό – τραγικό – είναι αυτό που αποσπά το πνεύμα από τα δεσμά της ύλης.
    Το ρομαντικό ποίημα θέλει να είναι ξεχείλισμα συναισθημάτων.  Ωστόσο, όλοι οι ρομαντικοί ποιητές πάλεψαν για να ελέγξουν τη συγκίνησή τους.  Έτσι και ο Σολωμός, ενώ σωρεύει υποβλητικές εικόνες για να συγκινήσει, εισάγει ένα συντελεστή που συγκρατεί τη συγκίνηση, την ειρωνεία: Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε (Β2.2), όπου το φαίνεσθαι της φύσης γίνεται το είναι του θανάτου.
    Πολλά άλλα χαρακτηριστικά μοτίβα των αποσπασμάτων του Β΄ Σχεδιάσματος είναι τυπικά γνωρίσματα των λυρικών ρομαντικών ποιημάτων: στο Β1 το σκηνικό του ποιήματος, όπου θα τοποθετηθεί η ηρωική πράξη της θυσίας των αγωνιστών του Μεσολογγίου, υποδηλώνει με τη χρήση της λέξης “τάφος” και τη μεταφορά “βασιλεύει” τη μόνιμη παρουσία του θανάτου.  Η μετάβαση από το γενικό “κάμπος” στο ειδικό “πουλί” (Β1.1-2), τα δάκρυα του καλού (ηθική κατηγορία) πολεμιστή (Β1.4), η επίκληση ενός άψυχου αντικειμένου (Β1.5).  Στο Β2 το διονυσιακό σκηνικό, όπου η φύση παρουσιάζεται ως κάλεσμα στη χαρά της ζωής (Β2.1) και ως χώρος ευδαιμονίας και πληρότητας των όντων (Β2.3-9), οι λυρικές εικόνες με την φθίνουσα κλίμακα τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο (Β2.3-9), η πρόσμειξη του εύθυμου με το φοβερό (Β2.2), η υπερβολή (Β2.12).  Στο Β3 η ηχητική εικονοποιία της σάλπιγγας, που παραπέμπει σε φαινόμενα συναισθησίας (Β3.12) και η αντιπαράθεση του μεγαλείου των μικρών και της μικρότητας των μεγάλων.  Στο Β6 η αγάπη της πατρίδας (Β6.23), ο διχασμός και απαισιοδοξία (Β6.1), το όραμα της δόξας και του έρωτα (Β6.3-13), η φασματική παρουσία της αγαπημένης που θα οδηγήσει σε πράξη αυταπάρνησης τον πολέμαρχο (Β6.14-23) και έτσι θα ανοίξουν οι ολόχρυσες θύρες, σύμβολο της ελπίδας της μέλλουσας ανάστασης και θρίαμβος του πνεύματος πάνω στην ύλη.
    Οι πειρασμοί (ακαταγώνιστη φυσική και κοινωνική βία) που ασκούνται στο ποιητικό υποκείμενο έχουν ανιούσα κλιμάκωση: πείνα, εξάντληση < η αφομοιωτική ροπή της φύσης και ο κίνδυνος της απόσβεσης του εγώ < ο φόβος του θανάτου < ο θάνατος της αγαπημένης.  Τα δραματικά πρόσωπα του έργου, τη στιγμή που η φύση βρίσκεται στη πιο γλυκιά της ώρα (Β2.10-11) ενώ εκείνα στη] πιο κρίσιμη στιγμή τους (ειρωνεία), προσπαθούν να ελευθερώσουν τη ψυχή τους από τις υλικές δυνάμεις που τους καταδυναστεύουν και να κατακτήσουν την ηθικής τους ελευθερία μέσω της πίστης στο θεό.  “Η ασώματη ψυχή του Συνθέματος, που ξεκινάει από το Θεό, και αφού κάνει το γύρο σωματοποιημένη στα όργανα τόπου, χρόνου, εθνικότητας, γλώσσας, με διάφορες σκέψεις, αισθήματα, εντυπώσεις κτλ. […] και εκ νέου ξεκινάει απ’ όλ’ αυτά <και> επιστρέφει στο Θεό […]” (Βελουδής, 1997: 33).
Μορφολογία – Στιχουργική
    Τόσο η ρομαντική τεχνοτροπία όσο και η θεματική του ποιήματος υποχρεώνουν τον ποιητή να στραφεί προς τη ντόπια λαϊκή παράδοση, το δημοτικό τραγούδι και τη λογοτεχνία της κρητικής ακμής για να αντλήσει τεχνάσματα που θα τον βοηθήσουν να αποδώσει καλύτερα την επικο-τραγική σύνθεση που σκόπευε να αφηγηθεί.  Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί τον δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό στίχο με τομή στην όγδοη συλλαβή και απλή ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία που παραπέμπει στον Ερωτόκριτο.  Αξιοποιεί τη δυνατότητα να τονίζει την πρώτη συλλαβή του ιαμβικού στίχου κι έτσι ο ίαμβος να γίνεται τροχαίος (Β1.1) δίνοντας χρονική διάρκεια στο χώρο.  Κάνει χρήση της συνίζησης, δηλαδή της συνεκφώνησης γειτονικών φωνηέντων, για τη διατήρηση του ρυθμού και της συναίρεσης των διφθόγγων αποφεύγοντας έτσι τη χασμωδία και τη διαίρεση. 
    Ο λόγος είναι πυκνός, οι λέξεις αυτόνομες, τα ουσιαστικά του αναφέρονται στο κόσμο της φύσης, του σύμπαντος και του ανθρώπινου σώματος και τα επίθετα είναι λειτουργικά.  Η σύνταξή του θυμίζει Ερωτόκριτο: Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους (Β6.21).  Τα μορφολογικά στοιχεία που χρησιμοποιεί ως προς τον ήχο της γλώσσας απαντούν τόσο στο δημοτικό τραγούδι όσο και στη κρητική λογοτεχνία: κάνει χρήση παρηχήσεων και επαναλήψεων (Β1.3, Β3.12, Β4.9-12), επαναλαμβανόμενων εικόνων (Β6.23 και Β2.11), πολύπλοκων μεταφορών (Β6.2), μετωνυμιών (Β3.7), υπερβολών (Β2.13, Β3.8), προσωποποιήσεων (Β1.5, Β2.12, Β3.6, Β6.6, 8) και αντιθέσεων (Β1.2, Β2.2, Β3.3-12, Β6.1-2).
Επίλογος
Ο αγώνας του Σολωμού για τη κατάκτηση της (υλικής) μορφής που θα αποδίδει την (πνευματική) Ιδέα του ποιήματος θα γίνει και η ποιητική του αγωνία που θα τον αναγκάσει – πέρα από ψυχικές ή κοινωνικές αναγκαιότητες – να αφήσει ημιτελή τα περισσότερα συνθέματά του, όχι τόσο από ρομαντική επίδραση όσο από την εγγενή ασυμβατότητα ανάμεσα στο περιεχόμενο και στην έκφραση (Βαγενάς, 1998).  Ωστόσο, αυτή η αποσπασματική μορφή του έργου θα κατορθώσει να εκφράσει συναισθήματα βαθιά, ενσαρκώνοντας το ουσιαστικότερο περιεχόμενο της ανθρώπινης φύσης και να αποκτήσει έτσι μια οικουμενικότητα, η οποία είναι και κυρίαρχη ρομαντική προσδοκία και μέριμνα. 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βαγενάς Νάσος, «Το επίτευγμα του Σολωμού», εφ. Το Βήμα της 13/12/1998.
Βελουδής Γιώργος, «Ο επτανησιακός, ο αθηναϊκός και ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός», στο : Μονά – Ζυγά.  Δέκα νεοελληνικά μελετήματα, Αθήνα: Γνώση 1992, σ. 97-123.
Βελουδής Γιώργος, Δ. Σολωμού «Στοχασμοί» στους «Ελεύθερους Πολιορκισμένους», Αθήνα: Περίπλους 1997.
Γαραντούδης Ευριπίδης, «Η ποίηση του Διονύσιου Σολωμού», στο : Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αι.).  Νεότερη ελληνική λογοτεχνία (19ος και 20ος αι.).  Εγχειρίδιο μελέτης, Πάτρα: ΕΑΠ 2000, σ. 59-84.
Καψωμένος Ερατοσθένης, «Το ποιητικό σύμπαν του Σολωμού», Η λέξη 142, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1997, σ. 660-662.
Καψωμένος Ερατοσθένης(Επιμ.), Διονύσιος Σολωμός. Ανθολόγιο θεμάτων της σολωμικής ποίησης, ,Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων 1998.
Πολίτης Λίνος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: ΜΙΕΤ 2001 (ΙΑ έκδ.).
Τσαντσάνογλου Ελένη, «Σολωμός, Διονύσιος (Ζάκυνθος, 1798 – Κέρκυρα, 1857)», στο: Κεχαγιόγλου Γιώργος (Επιμ.), Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού, Ηράκλειο: ΠΕΚ 1999, σ. 1-10.

Mackridge Peter, Διονύσιος Σολωμός, μτφ. Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, Αθήνα: Καστανιώτης 1995.
Larmore Charles, Η Ρομαντική κληρονομιά, μτφ. ΣΤ. Ροζάνης, Αθήνα: Πόλις 1998.

[Γραφή, 2002]




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...