Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Μεταπολεμική Ποίηση



«Η μεταπολεμική ποίηση μέσα από την ανάγνωση οκτώ ποιημάτων»
[Τα ποιήματα: «Μιλώ…» Μ. Αναγνωστάκη, «Η αναμμένη λάμπα» Α. Αλεξάνδρου, «Η διαθήκη μου» Μ. Κατσαρός, «Φωνή μου ράτσα υψικάμινου»  Ε. Κακναβάτος, «Ελληνική επαρχία μ.Χ.» Π. Θασίτης, «Ο πληθυντικός αριθμός» Κ. Δημουλά, «Η ποίηση δε μας αλλάζει» Ν. Α. Ασλάνογλου, «Η ιστορία ενός παιδιού» Μ. Σαχτούρης]

του Κώστα Κυριάκη


          Οι πρώτες ποιητικές πραγματοποιήσεις της μεταπολεμικής γενιάς[1] εκδηλώνονται αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Τα οδυνηρά βιώματα του πολέμου και η αίσθηση της καθολικής παρακμής των ηθικών αξιών, εγείρουν το αίσθημα της ηθικής ευθύνης του πνευματικού ανθρώπου απέναντι στα κελεύσματα της ιστορίας με τη μορφή μιας δυναμικής ανταπόκρισης, η οποία εκφράστηκε με την εθελούσια επιλογή των ποιητών για μια στροφή της ποίησης σε θέματα κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού.  Όταν η εναρκτήρια έκρηξη εξάντλησε την εσωτερική της ενέργεια με την περιστολή της αγωνιστικής δράσης, τότε οι ποιητές υιοθέτησαν μια πιο υποκειμενική θέαση του κόσμου και των αντικατοπτρισμών τού «είναι», κατακτώντας μια βιωματική αυτογνωσία.  «Το ηρωικό και το τραγικό αποκαλύπτονται τώρα μέσα στην καθημερινότητα» έτσι ώστε «έπειτα από το θάρρος της πίστης […], τη σειρά του έχει […] το θάρρος της αμφισβήτησης που εκδηλώνεται όχι απλώς σαν ιδεολογική τοποθέτηση […], αλλά και ως μέθοδος σκέψης που εκφράζεται στην πολλαπλότητα καταθέσεων, στην προθυμία για ανάδειξη αντιφάσεων και αντιθέσεων, στη διαλεκτική αντίληψη ότι το σύνολο του πραγματικού υπερκαλύπτει το όποιο θέμα, την όποια αλήθεια».[2] 
Κατευθυντήριες τάσεις της μεταπολεμικής ποίησης
          Το κοινό ιστορικό βίωμα, η εικονοκλαστική συνείδηση και το υπαρξιακό άγχος εξακτινώνονται και διακλαδίζονται σε ολόκληρο το σώμα της μεταπολεμικής ποίησης, διαμορφώνοντας δυο κύριες τάσεις, την ποίηση του δημόσιου και την ποίηση του εσωτερικού χώρου, με τομή ανάμεσά τους τη μετα-υπερρεαλιστική γραφή, που θα αποφορτίσει την πρώτη από κάθε «φανατισμό και ιδεολογική επικάλυψη»[3] και θα τροφοδοτήσει τη δεύτερη με μια ελλειπτική, υπαινικτική και αφαιρετική συγκινησιακή σπονδύλωση του ποιήματος.
          Με την απελευθέρωση του στίχου και το ελεύθερο στροφικό σύστημα, την παραίτηση από συνειρμούς καθαρού υπερρεαλισμού και φορμαλιστικές ακροβασίες[4] και τη μέθεξη του ποιητή σε θέματα συγκεκριμένα και καθημερινά, η μεταπολεμική ποίηση θα κινηθεί μέσα σε ένα κλίμα οικειότητας που θα δημιουργήσει και τις (θετικές) προϋποθέσεις πρόσληψής της. 
Ποίηση του δημόσιου χώρου
Η έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τα χρόνια της κατοχής και της αντίστασης «ενεργοποίησαν την εξάρτηση του ατόμου από την ομάδα και ανέδειξαν τη σύνδεση των διανοουμένων με το λαό».[5]  Αυτός ο συλλογικός χαρακτήρας, τόσο από πλευράς ιδεολογικοκοινωνικού προβληματισμού όσο και ποιητικής λειτουργίας, βαθμιαία διασπάστηκε, ως αποτέλεσμα της ήττας της αριστερής παράταξης και της ιδεολογικής κρίσης που ακολούθησε μέσα στην ίδια την παράταξη.
Η βιωματική εμπειρία της δοκιμασίας (του στρατοπέδου και της φυλακής) και η πικρή απόγευση της ήττας, τόσο σε πολεμικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, δε θα είναι οι μοναδικές τραυματικές εμπειρίες του ποιητικού υποκειμένου στα ποιήματα: «Μιλώ…» του Μ. Αναγνωστάκη και «Η αναμμένη λάμπα» του Α. Αλεξάνδρου.  Το ποιητικό υποκείμενο το περιμένει μια ακόμη, σκληρότερη δοκιμασία, που είναι η διάψευση, η προδοσία και η εγκατάλειψη, από τον ίδιο τον κομματικό φορέα που είχε επιδαψιλεύσει οράματα, ελπίδες και προσδοκίες και τα είχε προδώσει την «κρίσιμη» στιγμή:

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα
Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
[…]


          Η ευαγγελική αλληγορία αυτών των στίχων, που εξισώνει το κόμμα με μια «θεόθεν» αυθεντία, δημιουργεί μια έντονα δραματοποιημένη εικόνα της προδοσίας και της εγκατάλειψης, με τις βιβλικές συνδηλώσεις και παραδηλώσεις να εξυπηρετούν την εύκολη πρόσληψη της «ουσίας» του ποιήματος. 
          Η προδοσία και η εγκατάλειψη, όμως, αφορούν και στους συντρόφους που «φτύνανε και σταυρώνανε» (Μ. Αναγνωστάκης). 
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλή-
θους
(Μ. Αναγνωστάκης)


Ο Α. Αλεξάνδρου, θα ανοίξει ένα βίαιο διάλογο με αυτούς τους συντρόφους «που άλλα» λέγανε «στους φίλους» τους «κι άλλα στην καθοδήγηση».  Μέσα από το διπλό κλοιό, τόσο του εγκλεισμού στο κελί όσο και της άρσης της επικοινωνίας και της ουσιαστικής επαφής με τους συντρόφους, το κύριο ποιητικό υποκείμενο θα μεταποιήσει την πίκρα και την απογοήτευση σε ουρλιαχτό και εκπυρσοκρότηση[6].  Η ιδεολογική αντοχή των αληθινών αγωνιστών, θα τους οδηγήσει ώστε να γίνουν ερμηνευτές και παραλήπτες των μηνυμάτων που στέλνουν

οι φυλακισμένοι
και των δυο ημισφαιρίων
(Α. Αλεξάνδρου)

επιτυγχάνοντας αφενός την αμφισβήτηση της κομματικής αυθεντίας και αφετέρου να διαμορφώσουν ένα καινούργιο πλαίσιο αληθινής συντροφικότητας.  Η διάψευση, η απογοήτευση, η πίκρα και η (προσωρινή;) μοναξιά εκφράζονται με τρόπο άμεσο και ρεαλιστικό και ο ποιητής γίνεται ο φορέας της συλλογικής μνήμης και εμπειρίας και ο προφήτης της μελλοντικής δικαίωσης. 
          Η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας για τα συμβάντα της μεταπολεμικής εποχής, «ο απολογισμός των πεπραγμένων»[7] και το αίσθημα ενοχής αυτών που επέζησαν θα υποχωρήσουν σταδιακά και θα αρχίσει να αναπτύσσεται και να διαμορφώνεται μια ποίηση προγραμματικού χαρακτήρα, με επαναστατική σημασία.  Το φρόνημα των ποιητών αυτών, έρχεται σε καίρια διάσταση με το περιβάλλον τους.[8]  Αμφισβητούν την άνοδο της αστικής καταναλωτικής κοινωνίας και απορρίπτουν την πλαστογράφηση της ζωής, αναζητώντας μια διέξοδο στην αυθεντικότητα.[9]  Ο λόγος τους, εξωστρεφής ή αυτοαναφορικός, είναι λόγος διαμαρτυρίας.  Μπολιάζουν στο ποιητικό τους λεξιλόγιο στοιχεία από τη σύγχρονη πολιτική ιστορία, από την καθημερινότητα καθώς επίσης και στερεότυπες εκφράσεις της καθαρεύουσας, που παραπέμπουν είτε στο κατεστημένο είτε ανακαλούν ποιητικούς συμβολισμούς.[10] 
          Με γραφή αφηγηματική και δραματική με συνεχή ένταση, ο Μ. Κατσαρός καταγγέλλει την προσαρμογή στην «ευημερία»[11] στο ποίημα «Η διαθήκη μου», που είναι ένα προσκλητήριο αντίστασης απέναντι σε έναν τρόπο ζωής που τείνει να γίνει καθολικός:

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.

Το ποιητικό υποκείμενο αποστρέφεται τα ωραία λόγια «που λένε λυρισμό»[12] και προσκαλεί τον αναγνώστη σε αντίσταση

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Γιατί:
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

          Μέσα στο ίδιο κλίμα, αλλά με διαφορετική επιλογή εκφραστικών μέσων και τρόπων, ο Ε. Κακναβάτος στο ποίημά του «Φωνή μου ράτσα υψικάμινου» στρέφεται ενάντια στην πολιτισμική αλλοτρίωση και το κατεστημένο, που προσπαθεί να προσοικειωθεί τη «φωνή» των ποιητών:

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κ’ ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου […]
[…]
μην ξεχνάς, φτύσ’ τους […]



Με την τεχνική της σύζευξης εξωπραγματικού και ρεαλιστικού, μέσα όμως από ένα «λογικά οργανωμένο σύνολο»,[13] πετυχαίνει ο Κακναβάτος να αμφισβητήσει κάθε κομφορμισμό, επιμένοντας στην ηχητική επιβολή των λέξεων.[14] 
          Με την οικειοποίηση της καβαφικής ειρωνείας και της καρυωτακικής σάτιρας, ο Π. Θασίτης στο «Ελληνική επαρχία μ.Χ.», στηλιτεύει και καυτηριάζει μια εποχή σήψης, παρακμής και ηθικής αλλοτρίωσης, αντλώντας την εικονοποιία του από την τραγική πραγματικότητα που βιώνει γύρω του:

Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι, που να το φανταστεί.

          Έτσι, διαμορφώνεται μια ποίηση που χαρακτηρίζεται από ποικιλία ιδεολογικών αναζητήσεων και πολυφωνία, ενώ, παράλληλα, οι υπαρξιακές αναζητήσεις αρχίζουν να διαβρώνουν τον κοινωνικό της προσανατολισμό. 
Ο εσωτερικός χώρος
Τα πολιτικά αδιέξοδα και η διάψευση των οραμάτων θα άρουν για πολλούς μεταπολεμικούς ποιητές το κοινωνικό πρόσημο στη λειτουργία της ποίησης.  Αρχίζει ένας διάλογος της ποίησης με την προσωπική μνήμη και την προσωπική μοίρα, που θα οδηγήσει σε μια ποίηση της προσωπικής περιπέτειας και θα εκφράσει την υπαρξιακή αγωνία των ποιητών. 
Ο μεταπολεμικός κόσμος θα βιώσει τον κλονισμό των ανθρωπιστικών αξιών, την απουσία ειλικρινούς επαφής, τη στέρηση και τη μοναξιά, τη φθορά που συνεπάγεται το πέρασμα του χρόνου.  Οι ποιητές του εσωτερικού χώρου, με έναν λόγο απογυμνωμένο από λυρικές φορτίσεις, θα κωδικοποιήσουν το άγχος και την αγωνία τους σε λέξεις – κλειδιά, όπως, π.χ. μνήμη, έρωτας, θάνατος, κατονομάζοντας και όχι υποδηλώνοντας ή υποσημαίνοντας τις εσωτερικές διαθέσεις και καταστάσεις.[15]
Στο ποίημα της Κ. Δημουλά «Ο πληθυντικός αριθμός», η γραμμική προοδευτική ανέλιξη του λόγου με τη χρήση αφηρημένων εννοιών και λέξεων που επανέρχονται αποτυπώνει ένα κλίμα υπαρξιακής αγωνίας και άγχους, αφού ακόμη και ο έρωτας, που προβάλλεται ως «η κυρίαρχη και κινητήρια δύναμη της ζωής»[16], με τη συνδρομή του φόβου, της μνήμης και της νύχτας μετεωρίζεται «ανυπεράσπιστος» στη φθορά του χρόνου.
Η μοναχική πορεία του ποιητή, σύστοιχη μιας μελαγχολικής διάθεσης, θα αποτυπωθεί στο ποίημα – ποιητικής του Ν. Α. Ασλάνογλου «Η ποίηση δε μας αλλάζει».  Η παραδοχή των ορίων του ποιητικού λόγου, με μια ενδόμυχη θλίψη, γίνεται αφετηρία ενός προβληματισμού: η ποίηση δυσκολεύει την προσοικείωση με την καθημερινή πράξη γιατί:

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη.

Έτσι, η ποίηση δεν έχει λυτρωτικό χαρακτήρα και παράλληλα η αξία της τίθεται σε αμφισβήτηση.
          Το αίσθημα του αδιεξόδου και του παράλογου θα βρει την ‘ευτυχή’ του έκφραση στον εφιαλτικό κόσμο του Μ. Σαχτούρη.  Ο Σαχτούρης «από το παράθυρο του ατομικού του χώρου […] παρακολουθεί τα δρώμενα σε όλη την έκταση της αλήθειας και της αγωνίας τους, που γίνεται και δική του»[17] και επεξεργάζεται «τον εφιάλτη του, ο οποίος αποτελεί αντανάκλαση και σχολιασμό των φρικαλεοτήτων […]».[18]  Στο ποίημά του «Η ιστορία ενός παιδιού» με υποβλητική λιτή αφήγηση ως προς τη «δράση», η εξωτερίκευση και δραματοποίηση του υποκειμενικού συναισθήματος γίνεται με όλη τη δυνατή οικονομία της έκφρασης:

Έτσι
σαν ήρθε η Ανάσταση
ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους
ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί.

Με υλικό «τις λέξεις που αντιστοιχούν στον στενά δικό του κόσμο»[19] ο Σαχτούρης δημιουργεί μια παράσταση που δηλώνει το μέγεθος της απόγνωσης του μεταπολεμικού ανθρώπου, που έχει ως αποτέλεσμα να προκρίνεται η μη-ύπαρξη από την ύπαρξη που οδηγεί στην απομόνωση, την παραμόρφωση και την τρέλα.
Συμπερασματικά
          Η διάκριση των ποιητών της μεταπολεμικής γενιάς σε ποιητές του δημόσιου και του εσωτερικού χώρου αναφέρεται, σχηματικά, κυρίως στον διάλογο που ανοίγουν με τη συλλογική ή την προσωπική μνήμη.  Αλλά και οι ποιητές που διαλέγονται με την προσωπική τους μνήμη διατηρούν σε κάποιο βαθμό το ιστορικό τους περιεχόμενο, αφού λειτουργούν ως ευαίσθητοι αποδέκτες των μηνυμάτων που προσλαμβάνουν από τον κοινωνικό χώρο που τους δεξιώνεται, όπως και αυτοί που διαλέγονται με τον δημόσιο χώρο εκφράζουν την προσωπική τους περιπέτεια και την υπαρξιακή τους αγωνία.  Η διάκριση αφορά στον τρόπο επεξεργασίας, σχολιασμού και εκφοράς του ποιητικού λόγου που αρθρώνουν και είναι σύστοιχη της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας του καθενός.
Salvador Dali painting 3 232x300 Salvador Dali painting 3
Η εικόνα από εδώ

 








 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α. Αργυρίου, Αναψηλαφήσεις σε δύσκολους καιρούς, Αθήνα: Κέδρος 1986.
Σ. Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου, «Ο παράγοντας «λαός» στην ποίηση μιας γενιάς», εφ. Το Βήμα, 12/04/1998.
R. Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, μτφρ. Ευ. Ζούργου – Μ. Σπανάκη, Αθήνα: Νεφέλη 1996.
Χ. Δανιήλ, «Μετά το πέρασμα της υπερρεαλιστικής έκρηξης: η υπερρεαλιστική μαθητεία και ο “μετα-υπερρεαλισμός”», περ. Τα ποταμόπλοια, τχ. 5.
Τ. Καρβέλης, Δεύτερη ανάγνωση, Αθήνα: Καστανιώτης 1984.
Μ. Μερακλής, «Εισαγωγικά στην ελληνική μεταπολεμική ποίηση», στο: Πρακτικά 6ου συμποσίου ποίησης.  Νεοελληνική μεταπολεμική ποίηση (1945-1985), Αθήνα: Γνώση 1987.
Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ποιητική και πολιτική ηθική, Αθήνα: Κέδρος 1984 (γ΄ έκδ.).
Τ. Μενδράκος, Μικρές δοκιμές, Αθήνα: Σοκόλης 1990.
Δ. Μέντη, «Η μεταπολεμική ποίηση (1944-1974)», στο: Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική φιλολογία (19ος και 20ος αι.).   Νεότερη ελληνική λογοτεχνία (19ος και 20ος αι.), Πάτρα: ΕΑΠ 2000.
Πρακτικά 6ου συμποσίου ποίησης.  Νεοελληνική μεταπολεμική ποίηση (1945-1985), Αθήνα: Γνώση 1987.
Μ. Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Οδυσσέας 1987 (β΄ έκδ.).



[1] «Θεωρούνται ποιητές της όσοι γεννήθηκαν ανάμεσα στα χρόνια 1918 και 1928, και διαμόρφωσαν την ποιητική τους στα χρόνια 1945 με 1960 […]», στο : Μ. Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Οδυσσέας 1987 (β΄ έκδ.), σ. 422.
[2] Σ. Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου, «Ο παράγοντας «λαός» στην ποίηση μιας γενιάς», εφ. Το Βήμα, 12/04/1998.
[3] Τ. Καρβέλης, Δεύτερη ανάγνωση, Αθήνα: Καστανιώτης 1984, σ. 103.
[4] Βλ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ποιητική και πολιτική ηθική, Αθήνα: Κέδρος 1984 (γ΄ έκδ.), σ. 22.
[5] Δ. Μέντη, «Η μεταπολεμική ποίηση (1944-1974)», στο: Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική φιλολογία (19ος και 20ος αι.).   Νεότερη ελληνική λογοτεχνία (19ος και 20ος αι.), Πάτρα: ΕΑΠ 2000, σ. 292.
[6] Βλ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, ό.π., σ. 92-93.
[7] Δ. Μέντη, ό.π., σ. 292.
[8] Βλ. Α. Αργυρίου, Αναψηλαφήσεις σε δύσκολους καιρούς, Αθήνα: Κέδρος 1986, σ. 115.
[9] Στο ίδιο, σ. 115.
[10] Βλ. Δ. Μέντη, ό.π., σ. 303.
[11] Βλ. Μ. Vitti, ό.π., σ. 432.
[12] Υπαινιγμός για την ποιητική γραφή του Ελύτη.
[13] Βλ. Χρ. Δανιήλ, «Μετά το πέρασμα της υπερρεαλιστικής έκρηξης: η υπερρεαλιστική μαθητεία και ο “μετα-υπερρεαλισμός”», περ. Τα ποταμόπλοια, τχ. 5.
[14] Βλ. M. Vitti, ό.π., σ. 430.
[15] Βλ. Μ. Μερακλής, «Εισαγωγικά στην ελληνική μεταπολεμική ποίηση», στο: Πρακτικά 6ου συμποσίου ποίησης.  Νεοελληνική μεταπολεμική ποίηση (1945-1985), Αθήνα: Γνώση 1987, σ. 27.
[16] Δ. Μέντη, ό.π., σ. 305.
[17] Τ. Μενδράκος, Μικρές δοκιμές, Αθήνα: Σοκόλης 1990, σ. 14.
[18] R. Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, μτφρ. Ευ. Ζούργου – Μ. Σπανάκη, Αθήνα: Νεφέλη 1996, 248.
[19] M. Vitti, ό.π., σ. 429.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...