Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Woody Allen on Adult Education

Ο Woody Allen για την Εκπαίδευση Ενηλίκων (στο Annie Hall, 1977)

Anniehallposter.jpg

“Adult education’s a wonderful thing. You meet interesting professors.  It’s stimulating”. (3:35 -3:40)

“Adult education is such junk.  The professors are so phoney’. (3:40 – 3:44) 





Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Ο θεσμός του μουσείου. Τομές στην ιστορία των ελληνικών μουσείων



Ο θεσμός του μουσείου στην Ελλάδα κατά τον 19° και 20ό αιώνα. Τομές στην ιστορία των ελληνικών μουσείων.

του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή
Η ίδρυση του ελληνικού κράτους θα στηριχτεί στην αρχή των εθνικοτήτων, που υπαγόρευε η διεθνής συγκυρία: το κάθε άτομο ανήκει σε ένα έθνος, το κάθε έθνος έχει δικαίωμα στην πολιτική του αυτοδιάθεση. Η συνάρτηση, λοιπόν, της εθνικής ιδιαιτερότητας με την πολιτική αυτοδιάθεση θεωρούνταν αυτονόητη, αν και εφόσον καταδεικνυόταν επαρκώς η εθνική ιστορική ιδιαιτερότητα της καθεμιάς συλλογικότητας που διεκδικούσε την πολιτική της αυτοδιάθεση. Έτσι θα διαμορφωθεί το φαντασιακό ιδεολόγημα του νεόκοπου κράτους, που ήδη είχε προετοιμαστεί από τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, και πιο πριν από την ανθρωπιστική παράδοση της Αναγέννησης, δηλαδή της ιστορικής συνέχειας που ερείδεται στην κοινή γλώσσα και στην καταγωγή από τους αρχαίους Έλληνες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα διατυπωθούν οι πρώτες προτάσεις για τη σύσταση ενός ελληνικού μουσείου, το οποίο, αφενός θα προστάτευε τις αρχαιότητες και, αφετέρου, θα τεκμηρίωνε, στη συγχρονία, τη διαχρονική υπόσταση του έθνους. Καθώς, όμως, τα χρόνια περνούν και οι (ιστορικές) συγκυρίες μεταβάλλονται ο θεσμός του μουσείου, χωρίς να «αποχρωματιστεί» εντελώς από τις ιδεολογικοπολιτικές του συνιστώσες, αλλάζει χαρακτήρα και φυσιογνωμία, αφού πλέον τίθενται ως βασικές συνιστώσες του ο επιμορφωτικός και ψυχαγωγικός ρόλος του. Ταυτόχρονα, η αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης και έκθεσης των υλικών καταλοίπων του παρελθόντος και η ίδρυση μουσείων διαφορετικών κατηγοριών, πέρα των αρχαιολογικών, θα αναδείξουν τον πολυδύναμο χαρακτήρα του θεσμού του μουσείου στον 20ό αιώνα.
Την εξέλιξη και τις αλλαγές στη μορφή και στη λειτουργία των μουσείων του ελληνικού χώρου επιχειρεί να σκιαγραφήσει η παρούσα εργασία, με σποραδικές αναφορές στις σημαντικότερες τομές στην ιστορία του θεσμού κατά τον 19ο και 20ό αιώνα.
Ο Θεσμός του Μουσείου στην Ελλάδα του 19ου και 20ού αιώνα
Το ενδιαφέρον για τα κατάλοιπα του παρελθόντος, εξασθενημένο, εν πολλοίς λόγω των δυσμενών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, κατά τη διάρκεια των μέσων χρόνων και της τουρκοκρατίας, ανανεώνεται από τον 17ο αιώνα, όταν διάφοροι ξένοι περιηγητές καταφθάνουν στην Ελλάδα, η οποία αποτελεί απαραίτητο σταθμό του Grant tour, του επιμορφωτικού ταξιδιού των ευρωπαίων ευγενών στις χώρες της Μεσογείου και της Ανατολής, προκειμένου να επισκεφθούν τοποθεσίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με σκοπό τη μελέτη και την καταγραφή των αρχαιοτήτων. Η σύληση, όμως, των αρχαιοτήτων του ελλαδικού χώρου, στην οποία επιδίδονται μερικοί από τους περιηγητές, και η συνακόλουθη συνειδητοποίηση της ανάγκης να προστατευτούν και να φυλαχτούν τα υλικά κατάλοιπα της αρχαιότητας στάθηκαν η αφορμή και η αιτία για να διατυπωθούν, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, ορισμένες προτάσεις που συνέκλιναν στη σύσταση μουσείου, ήτοι ενός τόπου όπου θα συλλέγονται, θα φυλάσσονται και θα εκθέτονται τα έργα των αρχαίων Ελλήνων (Πρωτοψάλτης 1967, σ. 107).  Η ίδρυση μουσείου, λοιπόν, συνδεόταν άμεσα με τη συλλογή υλικών καταλοίπων, που θα καταδείκνυαν την ιστορική γραμμή της συνέχειας του ελληνικού έθνους. Έτσι, το μουσείο ως τόπος εξυπηρετούσε ύψιστο εθνικό σκοπό: τη διαμόρφωση εθνικής ταυτότητας και εθνικής συνείδησης της νέας συλλογικότητας, η οποία διεκδικούσε την αυτονομία της διακριτής οντότητάς της. Για το λόγο αυτό, στο νεόκοπο ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα, η λειτουργία του μουσείου προσδιορίζεται από το δημόσιο και κοινωνικό του χαρακτήρα, αντίθετα από την υπόλοιπη Ευρώπη, στην οποία τα πρώτα μουσεία συστήνονται από εύπορους ιδιώτες, οι οποίοι επιδιώκουν την προβολή τους μέσα από την έκθεση αντικειμένων διαφορετικών κατηγοριών (έργα τέχνης, εξωτικά και αξιοπερίεργα αντικείμενα, ταριχευμένα ζώα, αποξηραμένα φυτά, εργαλεία, γλυπτά κ. ά.).
Η αναγκαιότητα της δημιουργίας ενός μουσείου, το οποίο θα έχει ως σκοπό τη διαφύλαξη και την προστασία των αρχαιοτήτων από τη σύληση και μεταφορά τους στα μουσεία και στις ιδιωτικές συλλογές της Ευρώπης, πρωτοδιατυπώνεται από τον Α. Κοραή.  Σε κείμενο που συντάσσει το 1807, με θέμα την αντιμετώπιση του φαινομένου της αρχαιοκαπηλίας, διατυπώνει μία ολοκληρωμένη πρόταση για την ίδρυση ενός ελληνικού μουσείου, με αναφορές σε θέματα οργάνωσης, λειτουργίας και διαχείρισης των συλλογών. Ορίζοντας τοπογραφικά την καταλληλότητα της
θέσης για την ανέγερση ενός μουσειακού οικοδομήματος, προχωρά στο ζήτημα της στέγης και του προσωπικού και τονίζει ιδιαίτερα την ανάγκη καταγραφής των αντικειμένων των συλλογών σε καταλόγους, με λεπτομερείς αναφορές των χαρακτηριστικών τους (Κόκκου 1977, σ. 28, 30 -31). Τις απόψεις του Κοραή ενστερνίζεται και ένα σημαντικό τμήμα Ελλήνων της αυτόχθονης και ετερόχθονης λογιοσύνης, το οποίο προωθεί την ιδέα της διάσωσης και διαφύλαξης των αρχαιοτήτων, προβαίνοντας στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας το 1813 στην Αθήνα. Η ιδέα της ανέγερσης μουσείου τίθεται ως προτεραιότητα και ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάσωση των αρχαιοτήτων και ως κατάλληλη τοποθεσία ορίζεται ο χώρος της Ακροπόλης (Γκαζή 2003, σ. 158). Το 1825 η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα ανέγερσης μουσείου, εκδίδει διάταγμα με αποδέκτες τούς κατά τόπους
δημογέροντες, επιτρόπους και δασκάλους, καθιστώντας τους υπεύθυνους για τη συλλογή των αρχαιοτήτων της περιοχής τους. Ως χώρος στέγασης των συλλογών χρησιμοποιούνται οι εκκλησίες, τα σχολεία και διάφορα δημόσια αλλά και ιδιωτικά κτήρια. Η έλλειψη υποδομών και οργάνωσης και οι αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στους χώρους αυτούς, οι οποίοι λειτουργούν κυρίως ως αποθήκες, καθιστούν το έργο τής συντήρησης των ευρημάτων δυσχερές, αλλά, ωστόσο, η διαδικασία της συλλογής των υλικών αντικειμένων του παρελθόντος αποτελεί το πρώτο στάδιο για τη μετέπειτα δημιουργία των τοπικών μουσείων (Γκαζή 2003, σ. 159-160). 
 Οι προσπάθειες για τη σύσταση μουσείου εντείνονται με τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, το οποίο προβάλλει τις αρχαιότητες ως σύμβολα εθνικής ταυτότητας και υπερηφάνειας.  Υπό την επίδραση του πνευματικού κινήματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο οποίος προβάλλει κυρίαρχα το αίτημα της πνευματικής αναγέννησης μέσα από την εκπαίδευση και την ανάπτυξη της επιστημονικής μεθοδολογίας, το πρότυπο της αρχαίας Ελλάδας, ως τόπος ανάπτυξης του Ορθού Λόγου, των επιστημών και των τεχνών, έρχεται στο προσκήνιο.  Ωστόσο, η ανάγκη προστασίας των αρχαιολογικών καταλοίπων κρίνεται απαραίτητη, όχι μόνο γιατί η μελέτη τους συμβάλλει καθοριστικά στην πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού, αλλά επειδή η παρουσία τους προμηθεύει τα απαραίτητα «πιστοποιητικά» για την ιστορική του συνέχεια.  Οι προσπάθειες για τη διάσωση των αρχαιοτήτων τελεσφορούν με την ίδρυση των πρώτων μουσείων, αποκλειστικά


 
 αρχαιολογικών: το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αίγινα από τον Καποδίστρια το 1829, το Αρχαιολογικό Μουσείο στο Θησείο το 1834, τα μουσεία της Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία συστήνεται το 1837, συμβάλλοντας σημαντικά στη φύλαξη των αρχαιοτήτων, το Μουσείο της Ακρόπολης (το πρώτο μουσείο που χτίζεται στην Ελλάδα από το 1864-1874) και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.  Σημαντικά μουσεία χτίζονται και σε επαρχιακά μέρη του νεόκοπου κράτους, όπως στη Σπάρτη (1874-1876) και στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας, καθώς και στο Αμφιάρειο, στην Ελευσίνα, στο Σχηματάρι, στην Αίγινα, στη Σύρο και στην Επίδαυρο.  Μουσεία, επίσης, ιδρύονται και στις περιοχές του αλύτρωτου ελληνισμού, όπως στην Κέρκυρα (Ιονικόν Μουσείον), στη Σάμο (Κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο στο Βαθύ) και στο Ηράκλειο (Γκαζή 2003, σ. 166-176).
Οι συλλογές των μουσείων του 19ου αι. καλύπτουν αποκλειστικά την περίοδο της αρχαιότητας, από τα προϊστορικά έως και τα υστερο-ρωμαϊκά χρόνια, με έμφαση στην κλασική περίοδο.  Από τα τέλη όμως του 19ου αιώνα, μέσα στο πλαίσιο του Ρομαντικού προτάγματος και της θεωρίας του Φαλμεράγιερ, αναγνωρίζεται ο ρόλος της βυζαντινής, υστεροβυζαντινής και νεότερης περιόδου, ως περιόδων που συνδέουν ιστορικά και πολιτισμικά την αρχαιότητα με τη σύγχρονη Ελλάδα. Τα σωζόμενα αντικείμενα αυτών των περιόδων αντιμετωπίζονται ως μαρτυρίες και τεκμήρια της αδιάσπαστης πορείας του ελληνικού πολιτισμού στη διαχρονία και ως εκ τούτου προωθείται η δημιουργία των πρώτων μουσείων που αναλαμβάνουν την έκθεσή τους: το Βυζαντινό Μουσείο (1914), το Λαογραφικό Μουσείο(1918), το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και το Μουσείο Μπενάκη (1930). Ωστόσο, αρχαιολογικά μουσεία συνεχίζουν να ιδρύονται σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και μόλις την πρώτη δεκαετία ιδρύονται δεκαέξι. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλουν, κυρίως, τα βελτιωμένα οικονομικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία χρηματοδοτεί τα δεκατέσσερα από αυτά. Μετά το 1950 πολλά αρχαιολογικά μουσεία επεκτείνονται, ενώ συγχρόνως χτίζονται και νέα κτήρια (Γκαζή 2003, σ. 180-187).
Την ίδια περίοδο (μετά, δηλαδή, το 1950) ιδρύονται πολλά λαογραφικά, ναυτικά και ιδιωτικά μουσεία, ενώ αρχίζουν να δραστηριοποιούνται και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, τα οποία συστήνουν μουσεία εκπαιδευτικού χαρακτήρα, απευθυνόμενα κυρίως σε εξειδικευμένο κοινό (Γκαζή 2003, σ. 195). Τα περισσότερα λαογραφικά μουσεία ιδρύονται με πρωτοβουλία τοπικών συλλόγων, δήμων, κοινοτήτων, σωματείων και ιδιωτών, υπό την εποπτεία του επίσημου αρμόδιου κρατικού φορέα του Υπουργείου Πολιτισμού: τη Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού. Για παράδειγμα, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό ίδρυμα στο Ναύπλιο ιδρύεται το 1974, με σκοπό την έρευνα, τη μελέτη, τη διάσωση και την προβολή του νεώτερου πολιτισμού της Πελοποννήσου και της ευρύτερης ελλαδικής εποχής (Γκαζή 2003, σ. 190). Επίσης, ιδρύονται βυζαντινά μουσεία σε αρκετές πόλεις της περιφέρειας, με σημαντικότερο το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη (1994). Στους μόνιμους εκθεσιακούς χώρους του μουσείου εκτίθενται σημαντικά ευρήματα της βυζαντινής περιόδου, ενώ, παράλληλα, οργανώνονται σε τακτά διαστήματα κι άλλες σημαντικές περιοδικές εκθέσεις (Γκαζή 2003, σ. 188-189).
Σημαντική ανάπτυξη γνωρίζουν τα ιστορικά μουσεία και τα μουσεία έργων νεότερης τέχνης. Η ίδρυση των ιστορικών μουσείων έγκειται αρχικά στην αρμοδιότητα της ιστορικής και εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, η οποία θέτει ως σκοπό την: «[...]περισυναγωγή ιστορικής και εθνολογικής ύλης και παντοειδών αντικειμένων[...]και η σύστασις μουσείου συμπεριλαμβάνοντος τα τοιαύτα μνημεία του εθνικού βίου» (Γκαζή 2003, σ. 192).  Με σημαντικότερο το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, το οποίο στεγάζεται στο μέγαρο της παλιάς Βουλής, τα ιστορικά μουσεία διαθέτουν συλλογές με πλούσιο ιστορικό υλικό: κειμήλια διαφόρων εποχών, λαογραφικά αντικείμενα, ιστορικά έγγραφα, φωτογραφικά αρχεία και άλλα αντικείμενα ιστορικού ενδιαφέροντος. Από τα μουσεία σύγχρονης τέχνης σημαντικότερα θεωρούνται: η Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Οι πρώτες προσπάθειες για τη συλλογή έργων ζωγραφικής αποδίδονται στον Καποδίστρια, καθώς ο πρώτος αρχαιολογικός νόμος το 1834 προέβλεπε τη
δημιουργία συλλογής εικόνων και χαλκογραφημάτων στην Αθήνα (Γκαζή 2003, σ. 193).
Από το 1980 και έπειτα σημαντική ανάπτυξη γνωρίζει η ιδιωτική πρωτοβουλία με την ίδρυση μουσείων ιδιωτικού χαρακτήρα. Επίσης πρωτοβουλίες αναλαμβάνουν τοπικοί πολιτιστικοί φορείς, σύλλογοι και εταιρείες, καθώς ακόμη και τράπεζες μέσω των πολιτιστικών τους τμημάτων. Την πλειονότητα των νεοϊδρυόμενων μουσείων αποτελούν τα αρχαιολογικά και τα λαογραφικά μουσεία, αλλά, συγχρόνως, εμφανίζονται και μουσεία κάθε κατηγορίας, που απευθύνονται σε διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες του πληθυσμού: Αφής, Design, Κινηματογράφου, Χημείας, Παιδικό, Παιδικής Τέχνης, Φυσικής Ιστορίας, Επιστημών και Τεχνολογίας κ.ά.

Τομές στα λειτουργικά χαρακτηριστικά των Ελληνικών Μουσείων κατά τον 19° και 20ό αιώνα
Τα ελληνικά μουσεία, από την ίδρυσή τους, διακρίνονται για το δημόσιο χαρακτήρα τους και απευθύνονται στην ολότητα των μελών του κοινωνικού συνόλου. Τη σύσταση και λειτουργία τους αναλαμβάνουν το κράτος και η Αρχαιολογική Εταιρεία από κοινού, ενώ δεν σπανίζουν και οι περιπτώσεις ιδιωτικής πρωτοβουλίας και αρωγής (Γκαζή 2003, σ. 178).  Ο βασικός προορισμός του μουσείου, όπως προβάλλεται αρχικά, είναι η συλλογή και η διαφύλαξη των αρχαιοτήτων, ενώ κατά τα μέσα του 19ου αιώνα διαμορφώνεται η αντίληψη ότι τα μουσεία προσφέρουν γνωστικές δυνατότητες και συμβάλουν στην καλλιέργεια του καλλιτεχνικού αισθητηρίου: «[...]σκοπόν έχει την διδασκαλίαν και σπουδήν της αρχαιολογίας και την διάδοσιν αρχαιολογικών γνώσεων και ανάπτυξιν έρωτος προς τας καλάς τέχνας [...]» (Γκαζή 2003, σ. 165).
Τα μουσεία στεγάζονται, αρχικά, σε υπάρχοντα δημόσια κτήρια ή, αργότερα, σε άλλα, που οικοδομούνται με βάση τις αρχές της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, και οι συλλογές τους εμπλουτίζονται με ευρήματα ανασκαφών, τυχαία ευρήματα, δωρεές και αγορές.   

 
 Σε σπάνιες περιπτώσεις στελεχώνονται με προσωπικό, το οποίο επιβλέπει τον τρόπο λειτουργίας και τον τρόπο έκθεσης των ευρημάτων: συνήθως τα αντικείμενα της έκθεσης διατάσσονται αυθαίρετα στον χώρο σύμφωνα με την κτηριακή υποδομή, ενώ σε ορισμένα μουσεία ακολουθείται η τυπολογική και χρονολογική τους κατάταξη (κυρίως στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών).  Σε σχέση με το κοινό εφαρμόζουν διευρυμένο ωράριο λειτουργίας και προβαίνουν στη διαδικασία εκτύπωσης σύντομων καταλόγων - οδηγών, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις δίνονται και πληροφορίες για τα εκθέματα (Γκαζή 2003, σ. 179). Στον 20ό αιώνα οι συνθήκες ως προς τη στέγαση και τους τρόπους εμπλουτισμού των συλλογών παραμένουν περίπου οι ίδιες, ενώ αντίθετα μεταβάλλονται οι συνθήκες ως προς το προσωπικό, που εν πολλοίς γίνεται μόνιμο και κατάλληλα εκπαιδευμένο, ως προς την εκθεσιακή πρακτική, η οποία αν και στα αρχαιολογικά μουσεία εξακολουθεί να παραμένει χρονολογική / τυπολογική, στα λαογραφικά εξελίσσεται σε θεματική, στα ιστορικά σε χρονολογική / θεματική και στα υπόλοιπα, γενικά, σε θεματική / τυπολογική, και ως προς την πρόνοια για το κοινό (Γκαζή 2003, σ. 210).
Ο θεσμός του μουσείου, κυρίως ως προς την πρόνοια για το κοινό, διαφοροποιείται σημαντικά ανάμεσα στον 19ο και στον 20° αιώνα, καθώς τα μουσεία από χώροι διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς μετατρέπονται σταδιακά σε ιδρύματα που διαφυλάσσουν και ερευνούν τον υλικό πολιτισμό προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.  Με αυτό τον προσανατολισμό, τα μουσεία του 20ου αιώνα, αποσκοπούν στο όφελος της κοινότητας την οποία υπηρετούν, συντονίζοντας όλες τις λειτουργίες τους προς αυτό τον σκοπό. Ιδιαίτερα τα σύγχρονα μουσεία οργανώνονται όχι ως χώροι στατικών εκθέσεων, αλλά ως πολυδύναμα πολιτιστικά κέντρα που προσφέρουν στο κοινό αναψυχή, πλήθος εκδηλώσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων (Γκαζή 2003, σ. 135,142). Η επικοινωνία με το κοινό αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ως μία από τις θεμελιώδεις λειτουργίες των μουσείων. Επιπρόσθετα, αντικείμενα μελέτης δεν αποτελούν μόνο οι ίδιες οι συλλογές, αλλά και οι τρόποι που τα μουσεία τις εκθέτουν, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο οι διαφορετικοί επισκέπτες τους τις προσλαμβάνουν. Το μουσείο έτσι γίνεται φορέας μηνυμάτων όχι μόνο με τις
εκθέσεις του, αλλά και με τον αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό, το έντυπο υλικό που διακινεί, τις δραστηριότητες που οργανώνει, τη διοικητική του δομή, τον τρόπο δημόσιας συμπεριφοράς του προσωπικού του και γενικά με όλες τις εκφάνσεις της λειτουργίας του.
Ο 20ός αιώνας, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του, θα διαφοροποιηθεί πλήρως από τον 19° αιώνα ως προς την έννοια του μουσείου: το μουσείο γίνεται ένας πολυδύναμος χώρος, ο οποίος οργανώνεται στη λογική της πολλαπλής εμπειρίας, που συνδυάζει τη δια βίου εκπαίδευση, τη γνώση, την επικοινωνία και τη ψυχαγωγία σε έναν ενιαίο και λειτουργικό χώρο και στοχεύει στην ενεργητική συμμετοχή του πολίτη, έτσι ώστε να εξασφαλίσει μια νέα προσέγγιση για τον πολιτισμό, που θα έχει ως άξονα αναφοράς τον άνθρωπο - δημιουργό και φορέα αυτού του πολιτισμού.
Τέλος, η ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, από τη μια, και η προσπάθεια κρατικής μουσειακής πολιτικής για την ανάπτυξη των μουσείων, από την άλλη, προοιωνίζονται ένα ανθηρό μέλλον για το θεσμό του μουσείου στον ελληνικό χώρο την αυγή του 21ου αιώνα.
Συμπεράσματα
Από τις αρχές του 19ου αι. έως και τις μέρες μας ο ρόλος, η μορφή και η λειτουργία των μουσείων διαφοροποιούνται τόσο σε σχέση με το σκοπό που θέλουν να εξυπηρετήσουν, όσο και με τις πρακτικές της διαχείρισης και έκθεσης των συλλογών. Η διαφοροποίηση στη χρήση και στην έκθεση των υλικών καταλοίπων του παρελθόντος παραπέμπουν στη διαφορετική πρόσληψη και ερμηνεία από το κοινό της κάθε ιστορικής περιόδου των ίδιων των υλικών καταλοίπων και τελικά έχουν άμεσο αντίχτυπο στη σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στο κοινό και στο μουσείο. Έτσι, ο 19ος αιώνας, αιώνας πολυκύμαντος για το ελληνικό έθνος - κράτος, δίνει έμφαση στην ιστορική διάσταση των αντικειμένων. Στο πλαίσιο του Διαφωτιστικού αλλά και του Ρομαντικού προτάγματος ιδρύονται αρχαιολογικά μουσεία που σκοπό είχαν να τονίσουν τη γραμμική καταγωγή των σύγχρονων Ελλήνων από τους αρχαίους Έλληνες. Ωστόσο, ήδη από τα μέσα του αιώνα διαπιστώνεται και προωθείται ο επιμορφωτικός χαρακτήρας του μουσείου. Τον 20ό αιώνα ο θεσμός του μουσείου θα διαφοροποιηθεί και θα διευρυνθεί. Έτσι, από τη μια, το μουσείο ως θεσμός απευθύνεται στην ψυχαγωγία και στην επιμόρφωση του κοινού, μέσα από την ανάπτυξη δραστηριοτήτων και τη χρήση των νέων τεχνολογικών δεδομένων και, από την άλλη, η ίδρυση διαφορετικών τύπων μουσείων, τα οποία απευθύνονται σε διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού, θα διαμορφώσουν ένα αλλαγμένο πολιτιστικό τοπίο σε σχέση με τον 19° αιώνα.


Βιβλιογραφία

Γκαζή Α., «Συλλογές και μουσεία στον ελλαδικό χώρο από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας» στο: Γκαζή Α. & Νούσια Τ., Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο, τ. Γ', Μουσειολογία, μέριμνα για τις Αρχαιότητες, Πάτρα: ΕΑΠ 2003, σ.σ. 125 - 236.
Κόκκου Α., Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, Αθήνα: Ερμής 1977.

Πρωτοψάλτης Ε. Τ., Ιστορικά έγγραφα περί αρχαιοτήτων και λοιπών μνημείων της ιστορίας κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και του Καποδίστρια, Αθήνα: Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1967.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Καταγγελία του Επιστημονικού Δικτύου Εκπαίδευσης Ενηλίκων Κρήτης για το κλείσιμο της ΕΡΤ

Το κλείσιμο της ΕΡΤ γροθιά στον Πολιτισμό και στην Εκπαίδευση

Το Επιστημονικό Δίκτυο Εκπαίδευσης Ενηλίκων Κρήτης (ΕΔΕΕΚ) και το περιοδικό Εκπαίδευση Ενηλίκων και Πολιτισμός στην Κοινότητα καταγγέλλει την αντιδημοκρατική απόφαση του κλεισίματος της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης.
 

Εκτός από την απόλυση των εργαζόμενων, σε μια εποχή όπου τα νούμερα της ανεργίας προκαλούν ίλιγγο, αυτό που μας προβληματίζει είναι, για ακόμη μια φορά, η καταβαράθρωση του Πολιτισμού. Επειδή πιστεύουμε ότι ο Πολιτισμός είναι το όχημα για την έξοδο της χώρας μας από την ‘κρίση’ μένουμε έκπληκτοι με την απόφαση της κυβέρνησης. Απόφαση η οποία μας προκαλεί έντονα αισθήματα δυσφορίας, σε συνδυασμό μάλιστα με την απόφαση για κλείσιμο σχολείων και βιβλιοθηκών ανά την επικράτεια.
 

Αλλά πάνω από όλα αυτό που μας κινητοποιεί είναι η προστασία της Δημοκρατίας. Είμαστε, λοιπόν, αντίθετοι με ‘πραξικοπηματικές’ λογικές, απ’ όπου κι αν προέρχονται. Και δηλώνουμε παρόντες και παρούσες στην προστασία των δημοκρατικών θεσμών με κάθε τίμημα.
 

Καλούμε όλους τους φίλους και τα μέλη του Δικτύου μας να τηρήσουν στάση επιφυλακής, ώστε να αποτρέψουμε τη βίαιη επίθεση ενάντια στον Πολιτισμό και στην Εκπαίδευση.

Θέλουμε Ανεξάρτητη και Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, ενημέρωση-επικοινωνία. 

Θέλουμε Ανοικτά Σχολειά με κοινωνική δικαιοσύνη.
 

Με Πολιτισμό και Εκπαίδευση για έξοδο από την ‘κρίση’.


 

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Βόλος, Μεταμορφώσεις του Αστικού (1830 - 1950)



ΒΟΛΟΣ - ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ (1830-1950)
του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή
                   Η σύγχρονη, από τον 19ο αι. ως τα μέσα του 20ου αι., διαδρομή του Βόλου ταυτίζεται με αυτήν του αστικού κινήματος στην Ελλάδα.  Αυτή την προοδευτική εξέλιξη του αστικού κέντρου, μέσα από τις αντίστοιχες κοινωνικές και πνευματικές ζυμώσεις, καταγράφω συνοπτικά σε αυτή την εργασία.

Η δημιουργία της νέας πόλης
Για τέσσερις περίπου αιώνες, ο Βόλος διατηρεί αμετάβλητη την μεσαιωνική του μορφή, ενάντια στις απαιτήσεις του λιμανιού, λόγω της αδράνειας των οθωμανικών δομών.  Η πόλη του Βόλου απαρτίζεται από δυο μέρη.  Το ένα είναι η οθωμανική καστροπολιτεία - με δυο πύλες, μια προς τη θάλασσα και μια προς την ενδοχώρα - όπου βρίσκονται συγκεντρωμένα κατοικίες περιτριγυρισμένες από ψηλούς μαντρότοιχους, στρατώνες, το τζαμί, το σχολείο, η συναγωγή, ο λουτρώνας και μερικές αποθήκες.  Το δεύτερο είναι το "τσαρσί" ή τα "Παλαιά Μαγαζεία", το οποίο βρίσκεται στην ακτή έξω από το κάστρο και που από το 1830 έχει πάρει διαστάσεις πολυάσχολης συνοικίας.  Εκεί συγκεντρώνονται οι εμπορικές συναλλαγές της περιοχής, το τελωνείο, τα μαγαζιά, τα χάνια, τα εργαστήρια και οι αποθήκες.
Η άνοδος του διεθνούς εμπορίου στη Θεσσαλία, είχε ως επακόλουθο την ανεπάρκεια του ήδη υπάρχοντος λιμανιού, πρόβλημα το οποίο και έδωσε το έναυσμα για την ίδρυση μιας νέας πόλης.  Η λύση του προβλήματος έρχεται από την ιδιωτική πρωτοβουλία και όχι από την οθωμανική διοίκηση.  Το 1841, επωφελούμενοι από τις αρχόμενες οθωμανικές μεταρρυθμίσεις, "28 Θετταλομάγνητες και λοιποί έμποροι" ζητούν από το σουλτάνο την άδεια ανέγερσης μιας νέας πόλης στην παραλία ανατολικά του Κάστρου.  Πέντε χρόνια αργότερα εκδίδεται οικοδομική άδεια για 120 αποθήκες.  Ο συνοικισμός των Ελλήνων εμπόρων που δημιουργείται, τα "Νέα Μαγαζεία", είναι μια χρηστική συνοικία αποβάθρας με τακτική γεωμετρική διάταξη, που απλώνεται σε μήκος 1.000 μ. πάνω στην ακτή.  Το 1850 έχουν ήδη ανεγερθεί 80 μαγαζιά και αποθήκες πάνω στην παραλία.  Νέοι οικιστές προσελκύονται στην πόλη και μέχρι το 1856 έχουν προστεθεί κατοικίες, σχολείο, εκκλησία, καφενεία, ξενοδοχεία κλπ.  Η πόλη παρουσιάζει τώρα τρία διαφορετικά πρόσωπα.  "Παλαιά Μαγαζεία", "Νέα Μαγαζεία" και Κάστρο διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού τους, τη λειτουργία και την οργάνωση του χώρου τους.  Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης η απουσία δημόσιων χώρων και ενιαίου κέντρου[1].
Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 θα σημάνει την εξέλιξη του Βόλου σε πεδίο έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας  και θα μετατρέψει την πόλη, στις αρχές του 20ου αι., στο δεύτερο βιομηχανικό κέντρο της χώρας μετά τον Πειραιά, γεγονός το οποίο θα αλλάξει άρδην τόσο το κοινωνικό σκηνικό όσο και το αστικό τοπίο.

Βιομηχανία - οικονομική ζωή
          Από την ίδρυση της νέας πόλης και μετά, η πόλη του Βόλου γνώρισε σταδιακή οικονομική ανάπτυξη, η οποία, σε συνδυασμό με την επικείμενη απελευθέρωση, δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες μόνιμης εγκατάστασης και άρα ευοίωνες προοπτικές για την πληθυσμιακή της εξέλιξη.  Η προνομιακή γεωγραφική της θέση και η επικοινωνία του λιμανιού της με λιμάνια της Ευρώπης και της Ανατολής, καθώς και το ευρωπαϊκό προφίλ που της προσέδιδε η ύπαρξη ξένων ναυτιλιακών εμπορικών πρακτορείων και προξενείων, αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για το βιομηχανικό θαύμα που ακολούθησε. 
          Στην προ απελευθέρωσης περίοδο, αξίζει να σημειωθούν οι περιπτώσεις των επιχειρηματιών Χρίστου Αποστολίδη, ιδιοκτήτη μεταλλείου χρωμίου στο Τσαγκλί των Φαρσάλων, αδελφών Γκλαβάνη, ιδιοκτητών αλευρόμυλου, Αριστείδη Μουσούρη, ιδιοκτήτη ατμόμυλου, καθώς επίσης η χαλβαδοποιία Τσούγκου.
         Στην μεταπελευθερωτική περίοδο, και συγκεκριμένα στην αρχή της περιόδου αυτής, μια σειρά από δημόσια έργα (σιδηροδρομική σύνδεση Βόλου με Πήλιο και ενδότερη Θεσσαλία, κατασκευή του λιμανιού, διευθέτηση χειμάρρων, πολεοδομικό σχέδιο) σε συνδυασμό με την δημιουργία πιστωτικών οργανισμών, με αποτέλεσμα τη μείωση των επιτοκίων, δημιούργησαν νέες συνθήκες και προοπτικές ανάπτυξης, που οδήγησαν στο μετασχηματισμό της εμπορικής πόλης σε βιομηχανική.
Την περίοδο αυτή, ιδρύονται στον Βόλο οι τράπεζες Ηπείρου-Θεσσαλίας (1882), των αδελφών Κοσμαδόπουλου (1885), Αθηνών (1894), Εθνική (1897), κ.α.  Ως απόρροια του γενικότερου προσανατολισμού της κρατικής πολιτικής προς την ανάπτυξη της γεωργίας, αντικείμενο των περισσοτέρων βιομηχανικών επιχειρήσεων είναι η κατασκευή αγροτικών μηχανών και η επεξεργασία γεωργικών προϊόντων.  Σημαντικότερες επιχειρήσεις της περιοχής την εποχή εκείνη είναι η καπνοβιομηχανία των αδελφών Ματσάγγου (200 εργάτες, 25 ίπποι), το εργοστάσιο μάλλινων υφασμάτων του Οίκου Παπαγεωργίου (250 εργάτες, 60 ίπποι), το υφαντουργείο Μουρτζούκου και Αδελφών Λεβή και Σία (14 εργάτες, 56 ίπποι), τα εργοστάσια γεωργικών μηχανημάτων Μ.Κ. Σταματόπουλου και Υιών (237 εργάτες, 250 ίπποι) και Γκλαβάνη-Καζάζη (80-90 εργάτες, 60 ίπποι).  Μεγάλης σημασίας σε πανελλήνια κλίμακα υπήρξε η τσιμεντοβιομηχανία Βόλου "Όλυμπος" των Α. Αποστολίδη και Α. Χρυσοχοϊδη, η οποία μετέπειτα συγχωνεύθηκε στην Ανώνυμη Γενική Εταιρεία Τσιμέντων "Ηρακλής", ενώ άξιο αναφοράς είναι και το πλινθοκεραμοποιείο των αδελφών Σπυρίδωνα και Νικολέτου Τσαλαπάτα[2].
Αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη συμμετοχή των γυναικών , συνήθως πολύ νεαρής ηλικίας, στον δευτερογενή τομέα, μέσω της απασχόλησής τους στους κλάδους της καπνοβιομηχανίας και της υφαντουργίας, καθώς επίσης ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου οι 15.000 πρόσφυγες από τα παράλια της Μ. Ασίας που εγκαταστάθηκαν στο Βόλο[3].  Οι πρόσφυγες όχι μόνο προσέφεραν φθηνά εργατικά χέρια, αλλά δραστηριοποιήθηκαν τόσο στο εμπόριο όσο και στην ταπητουργία, ιδρύοντας δικές τους εταιρείες, συνεχίζοντας την παράδοση των προσφύγων στον τομέα αυτό.
Το 1923 ο εμπορικός και βιομηχανικός κόσμος του Βόλου κατέγραφε με ενθουσιασμό τη ζωτικότητα που παρουσίαζε η οικονομική κίνηση της περιοχής τους στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα.  Το προστατευτικό δασμολόγιο της ίδιας χρονιάς, το οποίο εφαρμόστηκε πλήρως τρία χρόνια αργότερα, δε δημιούργησε προοπτικές για την ανάπτυξη της χώρας, ενώ, αντίθετα, ευνόησε την ίδρυση πολυάριθμων μικρών επιχειρήσεων.  Οι δασμοί έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα τα εγχώρια προϊόντα να προσφέρονται σε υψηλότερες από το κανονικό τιμές, καθιστώντας αδύνατη την απορρόφησή τους από την εσωτερική αγορά.  Η κρατική πολιτική δεν προωθούσε την ανάπτυξη υγιούς βιομηχανίας, ενώ το ενδιαφέρον της παρέμενε σταθερό στην ανάπτυξη της γεωργίας, η οποία αποτελούσε την πρωταρχική πηγή πλούτου της χώρας, στάση η οποία και έδινε το στίγμα των προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής του κράτους.   
Στη δεκαετία του 1930 οι ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνθηκαν και ο δυναμισμός του Βόλου άρχισε να μειώνεται.  Αίτια: η συγκέντρωση των βιομηχανιών στο πολεοδομικό συγκρότημα Αθήνας-Πειραιά και η μεγάλη έκταση της καταναλωτικής αγοράς της περιοχής αυτής, το υψηλό κόστος μεταφοράς των πρώτων υλών και στη συνέχεια των προϊόντων στις περιοχές κατανάλωσης, στη διαφορά τιμής της καύσιμης ύλης, των υλικών κατασκευής και ανταλλακτικών με την οποία επιβαρύνονταν οι επαρχιακές βιομηχανίες, το υψηλό κόστος εργασίας, τα μεγάλα επιτόκια, το συγκεντρωτικό κράτος.  Ο υδροκεφαλισμός της πρωτεύουσας και οι γνωστές συνέπειές του στην οικονομία της χώρας βρίσκονται ήδη προ των πυλών.
         
Τοπική πολιτική σκηνή
Στα μέσα του περασμένου αιώνα, παράλληλα σχεδόν με την ίδρυση της πόλης του Βόλου, ξεκίνησε η διαδικασία του σχηματισμού των τοπικών πόλων εξουσίας από του ίδιους τους οικιστές της.  Η ένταξη του Βόλου στο ελληνικό κράτος (1881) βρίσκει την κατάσταση σε ό,τι αφορά την ανάληψη της τοπικής εξουσίας ήδη διαμορφωμένη.  Τα τοπικά πολιτικά κόμματα είναι δύο, προϊόντα και τα δύο της  συσπείρωσης επιχειρηματιών της περιοχής.  Ηγέτης του ενός, ο Γεώργιος Καρτάλης, έμπορος με οικογενειακές επιχειρήσεις στην Αίγυπτο, υποστηρικτής του Χαρίλαου Τρικούπη, σε εθνικό πολιτικό επίπεδο.  Στην αντίπερα όχθη, ο Νικόλαος Κοκωσλής, επίσης έμπορος και ιδιοκτήτης μεταξουργείου στα Λεχώνια, υποστηρικτής του  Θεόδωρου Δηλιγιάννη.  Και οι δύο συμμαχίες των Καρτάλη και Κοκωσλή με τους  Τρικούπη και Δηλιγιάννη αντίστοιχα, ήταν αποτέλεσμα συμφερόντων και όχι γνήσιας πολιτικής ταύτισης.  Ο Καρτάλης διετέλεσε δήμαρχος ως το 1891, ενώ στη συνέχεια και για μια τετραετία την σκυτάλη της δημαρχίας πήρε ο διάδοχος του Κοκωσλή, Αλέξανδρος Τοπάλης, ο οποίος με τη σειρά του την παρέδωσε στον υποψήφιο του καρταλικού κόμματος, Ιωάννη Αργύρη.
          Μετά τον πόλεμο του 1897 οι συνθήκες άλλαξαν. Η μέχρι τότε παντοδύναμη τοπική άρχουσα τάξη κλονίζεται.  Η συρροή των κολίγων στην πόλη, η ίδρυση των πρώτων βιομηχανικών επιχειρήσεων και η συγκέντρωση ξένων εργατών στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας θα οδηγήσουν στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις.  Εκφραστής της λαϊκής δυσαρέσκειας ο δικηγόρος Γεώργιος Λαναράς, θέτει υποψηφιότητα το 1899 για τη δημαρχία με αντίπαλο τον Νικόλαο Γεωργιάδη, κοινό υποψήφιο της καρταλικής και τοπαλικής παράταξης, οι οποίες μπροστά στον κίνδυνο αποκλεισμού τους από την τοπική εξουσία συνασπίζονται.  Ο Γεωργιάδης κερδίζει τις εκλογές και διατελεί δήμαρχος τις δύο επόμενες τετραετίες.  Τον Γεωργιάδη διαδέχεται ο Ιωάννης Καρτάλης, το 1907, αλλά η δημαρχία του διακόπτεται τον επόμενο κιόλας χρόνο από τον αιφνίδιο θάνατό του.
Μία νέα ανερχόμενη οικονομική δύναμη που δεν δείχνει διατεθειμένη να μείνει έξω από το τοπικό πολιτικό γίγνεσθαι είναι οι βιομήχανοι.  Και πάλι κοινό υποψήφιο αναζητούν οι δύο παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις του τόπου, τον οποίο και βρίσκουν στο πρόσωπο του Κώστα Γκλαβάνη, γνωστού βιομήχανου της πόλης.  Η δημαρχία Γκλαβάνη έχει διάρκεια δεκαεπτά συνεχή έτη, από το 1908 έως το 1925.  Στην εκλογική αναμέτρηση του 1925, κυρίαρχοι υποψήφιοι ήταν οι Κώστας Καρτάλης, της γνωστής οικογενείας, και Σπύρος Σπυρίδης, υποστηριζόμενος από την κυβέρνηση Βενιζέλου.  Νικητής αναδείχθηκε ο Σπυρίδης, ο οποίος και κατηγορήθηκε για εξαγορά των ψήφων των προσφύγων.  Διάδοχος του Σπυρίδη στη δημαρχία αναδείχθηκε ο Κώστας Καρτάλης, τον οποίο με τη σειρά του διαδέχτηκε ο Κωστής Σπυρίδης έως το 1938, ο οποίος και "έκλεισε οριστικά τον κύκλο της συμμετοχής των εκπροσώπων των πρώτων οικιστών  της πόλης στην τοπική εξουσία κατά την προπολεμική περίοδο"[4].  Μεταπολεμικά, τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα άλλαξαν το τοπικό πολιτικό σκηνικό και ο Βόλος ακολούθησε τις πολιτικές διακυμάνσεις της υπόλοιπης χώρας.

Εργατικές οργανώσεις[5]
Η ψήφιση μιας σειράς εργατικών νόμων κατά την περίοδο 1910-1914 και η τροποποίηση και κατάλληλη συμπλήρωσή τους στο Μεσοπόλεμο, συνοδεύτηκε από απόπειρες πολιτικής χειραγώγησης των εργατικών οργανώσεων αλλά και βίαιης καταστολής.
          Στα τέλη του 1908, ιδρύεται το Εργατικό Κέντρο Βόλου, στους κόλπους του οποίου συγκαταλέγονται δημοτικιστές, διανοούμενοι, συνδικαλιστές κ.ά.  Ωστόσο, η διδασκαλία της δημοτικής στο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Βόλου, υπό την καθοδήγηση του Αλέξανδρου Δελμούζου, σε συνδυασμό με την υποστήριξη του Κέντρου σε απεργιακές κινητοποιήσεις, ξεσήκωσαν την μήνιν των συντηρητικών κύκλων και οδήγησαν τόσο στο κλείσιμο του Παρθεναγωγείου, όσο και στην διάλυση του Εργατικού Κέντρου στα τέλη του 1911.  Ένα χρόνο αργότερα ιδρύεται η Πανεργατική Ένωση Βόλου, και το 1918 μεσολαβεί η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚΕ) και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ).  Το 1919, η Πανεργατική Ένωση διασπάται και ιδρύεται από τους διαφωνούντες με τους χειρισμούς της διοίκησης της το Εργατικό Κέντρο, με πρόεδρο τον Α. Καράμπελα.   Στις 15 Φεβρουαρίου 1921 οργανώνεται από τους εναπομείναντες στην  Ένωση διαδήλωση κατά της αύξησης της τιμής του ψωμιού, η οποία ακολουθείται από βίαια επεισόδια ("Φεβρουαριανά").   Μετά τα Φεβρουαριανά, δημιουργούνται τρεις κατηγορίες εργατών: οι "υγιείς", οι "εκμεταλλευταί της εργατικής ιδέας" και οι "παραπλανηθέντες από επιτηδείους".   Η Πανεργατική Ένωση θεωρείται υπεύθυνη για τα επεισόδια και στις αρχές του 1922 διαλύεται, για να την διαδεχτεί, το 1924, το Πανεργατικό Κέντρο Βόλου που ενοποίησε προσωρινά όλα τα σωματεία της πόλης.  Η εκλογή του Αλέκου Καποδίστρια στην θέση του Γενικού Γραμματέα θα οδηγήσει, το 1926, τα σωματεία "Αλληλεγγύη" και "Ομόνοια" στην επανασύσταση του Εργατικού Κέντρου του 1919.  Στο Πανεργατικό Κέντρο θα υπαχθεί και η Καπνεργατική Ένωση.  Οι συντηρητικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις συσπειρώνονται στο Εργατικό Κέντρο, ενώ τα εναπομείναντα στο Πανεργατικό Κέντρο σωματεία ιδρύουν το 1928 την Εργατική Ένωση.  Το 1930 ιδρύονται τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα (ΑΕΣ), το Εργατικό Κέντρο-ΓΣΕΕ και το Εργατικό Κέντρο-ΑΕΣ.  Κυρίαρχα στοιχεία, η διάσπαση αλλά και η μαχητικότητα από άποψη κρατικής καταστολής.  Το 1932 διαλύεται η Καπνεργατική Ένωση με δικαστική απόφαση, μετά την μαζικότερη καπνεργατική απεργία, ενώ μεταξύ 1934-1935 δεκαεννέα οργανώσεις διαλύονται για προληπτικούς λόγους.  Τη γενική απεργία της 13ης Μαίου 1936, ακολούθησε στις 2 Ιουνίου, η μαζικότερη διαδήλωση των μεσοπολεμικών χρόνων.  Η άνοδος του Ι. Μεταξά στην εξουσία τον Αύγουστο του 1936 βρίσκει όλες τις εργατικές ενώσεις υποχρεωτικά ενταγμένες στο Εργατικό Κέντρο.
          Ο "φόβος" του Βενιζέλου για "σύμπηξη κοινού μετώπου εργατών-αγροτών με σκοπό την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξεως θα υλοποιούνταν κατά μια έννοια στη δεκαετία του 1940"[6].

 

 Πνευματική ζωή
Τα πολιτιστικά δρώμενα του Βόλου και της ευρύτερης περιοχής του σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα, όπως ήταν φυσικό, από τις εξελίξεις στην ιστορική του διαδρομή. 
          Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 συνέτεινε αποφασιστικά στην πληθυσμιακή ανάπτυξη του Βόλου.  Έτσι, ο πληθυσμός της πόλης, από τέσσερις χιλιάδες που ήταν το 1881, αυξήθηκε σταδιακά, με αποκορύφωμα το 1916, οπότε και είχε δεκαπλασιαστεί.  Στερούνταν, ωστόσο, κοινής καταγωγής, παράδοσης και πολιτιστικής ταυτότητας.  Ώσπου να καλυφθούν τα κενά, τόσο λόγω της αλλαγής του τρόπου μεταφοράς όσο και των ιστορικών συγκυριών, το πληθυσμιακό σκηνικό είχε μεταβληθεί.  Οι σεισμοί του 1945-1955, αλλά κυρίως το φαινόμενο της αστυφιλίας που έπληξε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο τις δεκαετίες του '60 και του '70, δεν επέτρεψαν στο Βόλο να έχει μόνιμο γηγενή πληθυσμό μακροχρόνια.  Αποτέλεσμα αυτού, οι αλλεπάλληλες  εναλλαγές πολιτιστικών φαινομένων και τάσεων, χωρίς όμως διάρκεια και συνέχεια.
          Αρχικά ανθούν στο Βόλο τα ιστορικά μελετήματα με σημαντικότερους δημιουργούς τους Περικλή Αποστολίδη, Δημήτριο Τσοποτό, Ρήγα Καμηλάρη, Νικόλαο Γεωργιάδη και πλήθος άλλων.  Στις αρχές του 20ου αι. την ποιητική παραγωγή εκπροσωπούν οι Νικόλαος Μαργωμένος, Αγησίλαος Ηλιόπουλος, Ιωάννης Παπαγιάννης, Μήτσος Θώμος και Φάνης Μιράνας, και λίγο αργότερα οι επίγονοι του παλαμισμού Δημήτρης Κασσαβέτης, Κούλα Γιοκαρίνη, Φαίδων Μακρής και ο Κώστας Κακλαντζής, ενώ στην περίοδο της κατοχής και στα μετασεισμικά χρόνια την σκυτάλη παίρνουν ο Λευτέρης Ραφτόπουλος με τις συλλογές του "Καλοσύνη",  "Εφτά Πληγές", "Αποστασία" και "Διάττοντες" και οι  Γιάννης Φάτσης, Παυσανίας Γκάλιος, Μιχάλης Μπάστας και Νίκος Μπαζιάνος, αντίστοιχα. Στην πεζογραφία, ενδιαφέρον, αρχικά, παρουσιάζει ο παπαδιαμαντικός Θωμάς Επιφανειάδης, ενώ αργότερα κυριαρχούν οι Μενέλαος Λουντέμης, Ηλίας Λεφούσης, Παναγιώτης Κατσιρέλος και Χρήστος Παπαζήσης.  Αξίζει να αναφερθούν τρεις πεζογράφοι από τις Σποράδες, οι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και Παύλος Νιρβάνας, οι οποίοι ξεχώρισαν για το λογοτεχνικό τους έργο.
          Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει για τον Κώστα Αθανασάκη, ιδρυτή του "Συλλόγου Φιλοτέχνων Βόλου" που κυριαρχεί από τη δεκαετία του 20 στην πνευματική και πολιτιστική ζωή του Βόλου, καθώς επίσης και στους πολύτιμους συνεργάτες και συνεχιστές του έργου του Άρη Βεκιαρέλλη, Τάκη Οικονομάκη, Ι. Παπαευσταθίου, Γρίσπο, Γκέσκο, Κοσμαδόπουλο και Βυτωρόπουλο.  Με σκοπό την προώθηση των στόχων του συλλόγου, τον Αύγουστο του 1926 εκδίδεται το περιοδικό λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "Φιλότεχνος", το οποίο αποτελεί υπόδειγμα περιοδικού τέχνης, και ξεφεύγοντας από την συντηρητική παράδοση κατάφερε να δώσει με το δυναμισμό και τα οράματά του μια νέα ώθηση στο τοπικό πολιτιστικό γίγνεσθαι της εποχής του.
          "Οι Φίλοι των Γραμμάτων", ένας νέος καλλιτεχνικός σύλλογος ιδρύεται το 1936, με πρωτεργάτη τον Γιάννη Σιαφλέκη και συνεργάτες τους Νίκο Παπαφραγκή, Κίτσο Μακρή, Τάκη Οικονομάκο κ.ά.  Στο επίσημο βήμα έκφρασης του συλλόγου, την "φιλολογική σελίδα" της εφημερίδας  "Η Θεσσαλία", παρουσιάστηκε η αφρόκρεμα του πνεύματος του Βόλου.
          Στον χώρο του θεάτρου, επίσης, ξεχώρισαν οι προαναφερθέντες Αθανασάκης και Βεκιαρέλλης, με την ανάπτυξη του Δημοτκού Θεάτρου Βόλου, στην μουσική σκηνή, κυρίαρχες μορφές υπήρξαν η Αννέτα Τσολάκη και ο Βασίλης Κόντης, ενώ στον τομέα της ζωγραφικής, στον Βόλο έζησαν και δημιούργησαν οι Σπ. Κόκκινος, Νικήτας Γρίσπος, Σπ. Βυτωράτος.  Αξίζει επίσης να σημειωθεί το πέρασμα από τον Βόλο των ευρύτερα γνωστών ζωγράφων Τζιόρτζιο  Ντε Κίρικο και Θεόφιλου.  Επίσης, παράλειψη θα ήταν να μην αναφερθεί η προσφορά του Αλέξανδρου Δελμούζου, μέσα στο πλαίσιο της πνευματικής ανάπτυξης του τόπου, με την λειτουργία του Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου και το ρηξικέλευθο εκπαιδευτικό του πρόγραμμα[7].

Επίλογος
Ο Βόλος αποτέλεσε τον θρίαμβο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας έτσι ώστε η ανάπτυξη της πόλης να αποτελέσει το έναυσμα για να γίνει το δεύτερο βιομηχανικό κέντρο μετά τον Πειραιά.  Μετά το 1920, ο Βόλος, με τη συνεισφορά των προσφύγων της Μ. Ασίας απέκτησε μια εντελώς νέα φυσιογνωμία, που ωστόσο συνεχίζει να διατηρεί την έντονη παρουσία της ιδιωτικής κοινωνίας των αστών και "το δημόσιο χώρο μόνιμα ελλειμματικό"[8].




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(και μερικά βιβλία που συμβουλεύτηκα επιπρόσθετα)

Λ. Αποστολάκου, "Οι εργατικές οργανώσεις", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 30-37.
Αί. Δημόγλου, "Η τοπική πολιτική σκηνή", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 18-21.
Αίγλη Δημόγλου (επιμ.), Βόλος, ένας αιώνας. Από την ένταξη στο ελληνικό κράτος (1881) έως τους σεισμούς (1955), Βόλος 1999.
Α. Κονταξή, "Μικρασιάτες πρόσφυγες", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 43-46.
Κ. Λιόντης (επιμ.), "Βόλος. Τόποι και πρόσωπα.", Επτά Ημέρες (εφ. Καθημερινή), 30/01/1994.
Θ. Μαλούτας (επιμ.), Βόλος, αναζήτηση της κοινωνικής ταυτότητας, Θεσσαλονίκη 1995.
Γ. Μουγογιάνη, "Μεσοπόλεμος: κοινωνία και τέχνη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 38-42.
Α. Πρασσά, "Το βιομηχανικό θαύμα και η κάμψη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ.  10-16.
Γ. Παναγιώτου, "Τα γράμματα στο Βόλο", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 24-29.
Β. Παναγόπουλος (επιμ.), "Τα αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος", Ε Ιστορικά, τχ. 36 (22/06/2000).
Δ. Τσοποτός, Ιστορία του Βόλου, Βόλος 1991.
Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 6-9.




[1] Βλ. Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 6-9.
[2] Βλ. Α. Πρασσά, "Το βιομηχανικό θαύμα και η κάμψη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σ.  14.
[3] Βλ. Α. Κονταξή, "Μικρασιάτες πρόσφυγες", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 43-46.
[4] Αί. Δημόγλου, "Η τοπική πολιτική σκηνή", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σ. 21.
[5] Βλ. Λ. Αποστολάκου, "Οι εργατικές οργανώσεις", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 30-37.
[6] Στο ίδιο, σ. 37.
[7] Βλ. Β. Παναγόπουλος (επιμ.), "Τα αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος", Ε Ιστορικά, τχ. 36 (22/06/2000).
[8] Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", .ό.π., σ. 9.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...