Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Οικολογικά Συστήματα

του Κυριάκη Κωνσταντίνου

Ζήτημα 1ο
Σας δίνεται μια περιοχή μελέτης στην ευρύτερη λεκάνη απορροής της ηπειρωτικής Ελλάδας όπου υπάρχουν εκτεταμένες αγροτικές καλλιέργειες, χείμαρροι περιοδικής
ροής, ποτάμι, μια σχετικά ρηχή λίμνη (βάθος <10μ), καθώς και μια αστική πόλη μεσαίου μεγέθους. Στην περιοχή έχουν εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια εργοστάσιο παραγωγής γάλατος, βαφεία αυτοκινήτων και μονάδες επεξεργασίας και συσκευασίας τροφίμων.
Σας ζητείται να:
1.1 Να κατασκευάσετε την τροφική πυραμίδα του οικοσυστήματος της λίμνης. Ποιοι από τους οργανισμούς της πυραμίδας χαρακτηρίζονται, παραγωγοί, ποιοι καταναλωτές πρώτης, δεύτερης και τρίτης τάξης;
            Με τον όρο «οικοσύστημα» αναφερόμαστε στις σχέσεις αλληλεπίδρασης ενός συστήματος οργανισμών (βιοκοινότητα) με το αβιοτικό του περιβάλλον (Emberlin, 1996).  Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του,  η ανταλλαγή ροής ενέργειας και ύλης (Μοντεσάντου, 1999) που συντελείται ανάμεσα στα βιοτικά και αβιοτικά του στοιχεία. 
            Η αλληλεπίδραση των οργανισμών γίνεται στη βάση τροφικών σχέσεων.  Η μεταβίβαση ενέργειας από το ένα τροφικό επίπεδο στο άλλο αναπαρίσταται γραφικά με τη μορφή οικολογικής πυραμίδας (Φλογαϊτη 1992).  Στο παράδειγμα ενός λιμναίου οικοσυστήματος, η μεταβίβαση ενέργειας μπορεί να αναλυθεί ως εξής (βλ. σχήμα 1): στη βάση της πυραμίδας βρίσκονται οι αυτότροφοι οργανισμοί («παραγωγοί»), αυτοί που αντλώντας ηλιακή ενέργεια παράγουν οργανικές ενώσεις μέσω της φωτοσύνθεσης.  Τον ρόλο των «παραγωγών» στο λιμναίο οικοσύστημα επιτελούν φυτά με ή χωρίς ριζικό σύστημα, όπως π.χ. αγριόχορτα της λίμνης ή κρίνοι του νερού και μικροφύκη (φυτοπλαγκτόν) (Emberlin, 1996: 23).  Οι «πρωτογενείς καταναλωτές» είναι αυτοί που καταναλώνουν τις οργανικές ενώσεις που παράγονται από τους «παραγωγούς», π.χ. το ζωοπλαγκτόν αλλά και ψάρια, που τρέφονται με αγριόχορτα.  Οι «δευτερογενείς καταναλωτές» τρέφονται με άλλα ψάρια (μικροφάγα) ή μερικά από αυτά μπορούν επίσης να είναι και «πρωτογενείς καταναλωτές», δηλαδή να καταναλώνουν και οργανικές ενώσεις που παράγουν οι «παραγωγοί».  Τέλος, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε άλλα ζώα που δεν τρώγονται από τα ψάρια της λίμνης και βρίσκονται, επομένως, στην κορυφή της τροφικής πυραμίδας, τους «κορυφαίους καταναλωτές»  Στο οικοσύστημα της λίμνης αυτά θα μπορούσαν να είναι υδρόβια ιχθυοφάγα πουλιά, που ενδιαιτώνται (habitat) εκεί, αλλά και ο άνθρωπος μιας κοντινής αστικής πόλης. 
            Θα πρέπει να αναφερθεί, αφενός ότι θα μπορούσαμε να έχουμε και «τριτογενείς καταναλωτές» (μακροφάγα ψάρια) και, αφετέρου, να σημειωθεί, ο κρίσιμος ρόλος των «αποδομητών» στη λειτουργία ανακύκλωσης των θρεπτικών συστατικών του οικοσυστήματος, καθώς είναι αυτοί που διασπούν τις σύνθετες οργανικές ενώσεις σε απλούστερες, κλείνοντας έτσι τον κύκλο της ύλης.


ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ
(υδρόβια ιχθυοφάγα πουλιά, άνθρωπος)


ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΙΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ
(μικροφάγα ψάρια)



ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ
(ζωοπλαγκτόν, φυτοφάγα ψάρια)


ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ
(φυτοπλαγκτόν)







                       
Σχήμα 1 Πυραμίδα ενέργειας που δείχνει τη ροή της ενέργειας σε τέσσερα τροφικά επίπεδα στο λιμναίο οικοσύστημα.  Κάθε  ανώτερο τροφικό επίπεδο περιέχει λιγότερη ενέργεια εξαιτίας της απώλειας αναπνοής σε κάθε επίπεδο και μεταφοράς χαμηλότερης ενέργειας ανάμεσα στα επίπεδα (προσαρμογή από Cotgreave & Forseth, 2002: 198)

1.2  Περιγράψτε τις τροφικές σχέσεις και τη ροή της ενέργειας στην αβαθή λίμνη.
            Τα οικοσυστήματα είναι ανοικτά συστήματα, δηλαδή εξαρτώνται από τη συνεχή παροχή ενέργειας, την οποία λαμβάνουν, μονόδρομα, από τον ήλιο.   Η ροή της ενέργειας στο οικοσύστημα της λίμνης γίνεται στη βάση των δύο νόμων της θερμοδυναμικής: η ενέργεια ούτε δημιουργείται ούτε καταστρέφεται, παρά μόνο μετασχηματίζεται από μια μορφή (π.χ. φως) σε άλλη (π.χ. τροφή)  (Odum, 1997: 81).  Ωστόσο, σε κάθε μετασχηματισμό μέρος της ωφέλιμης ενέργειας μετατρέπεται σε θερμότητα, η οποία εκλύεται στο περιβάλλον. 
Η ενέργεια κυκλοφορεί στο οικοσύστημα στη βάση τροφικών σχέσεων που καθορίζουν ένα τροφικό πλέγμα (Emberlin, 1996: 30).  Στη λίμνη, λοιπόν, τα φυτά δεσμεύουν ενέργεια και στη συνέχεια παρέχουν τμήμα της προς τα άλλα τροφικά επίπεδα.  Η ροή της ενέργειας στο λιμναίο οικοσύστημα ονομάζεται τροφική αλυσίδα, δηλαδή η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης διάταξης όπου τα βιοτικά στοιχεία του συστήματος σχηματίζουν (τροφικά) επίπεδα κατανάλωσης.  Με τον όρο «τροφικό επίπεδο» εννοείται ο ‘σχηματικός’ τύπος της τροφικής πηγής που χρησιμοποιούν οι οργανισμοί (Φλογαΐτη, 1992).  Οι αλληλοσυνδεόμενες και διακλαδιζόμενες γραμμικές τροφικές αλυσίδες σχηματίζουν έτσι τροφικά δίκτυα (Emberlin, 1996: 26), δηλαδή σύνολα τροφικών σχέσεων.    

1.3 Εξηγήστε την έννοια της παραγωγικότητας των οικοσυστημάτων και αναφέρατε τους βασικότερους παράγοντες που περιορίζουν την πρωτογενή παραγωγικότητα στα υδάτινα οικοσυστήματα.
            Τα φυτά, μέσω της φωτοσύνθεσης παράγουν οξυγόνο, καθώς και οργανικές ενώσεις.  Η παραγωγή οργανικών ενώσεων συνεπάγεται, εκτός των άλλων, συσσώρευση μάζας.  Επομένως, με τον όρο «παραγωγικότητα» εννοείται το ποσό οργανικής μάζας (βιομάζα) που προστίθεται στο οικοσύστημα στη μονάδα του χρόνου (Αριανούτσου, 1999: 33).
Η «πρωτογενής παραγωγικότητα» αναφέρεται στην παραγωγή νέας οργανικής ύλης στο επίπεδο των αυτότροφων οργανισμών (Emberlin, 1996: 61), και μετριέται σε βάρος ξηρής ουσίας (Φλογαΐτη, 1992: 53).  Στα υδάτινα οικοσυστήματα η «παραγωγικότητα» επηρεάζεται από το μεγάλο ποσοστό ενέργειας που καταναλώνεται στην αναπνοή από τη φυτική βιομάζα, την ανεπάρκεια των θρεπτικών συστατικών, κυρίως στα επιφανειακά στρώματα, το μεγαλύτερο ποσοστό φωτός που απορροφάται και ανακλάται από το νερό (Emberlin, 1996: 84).  Επίσης, οι αβιοτικοί παράγοντες που περιορίζουν την πρωτογενή παραγωγικότητα στα υδάτινα οικοσυστήματα, βρίσκονται σε συνάρτηση με το γεωγραφικό πλάτος.  Για παράδειγμα στις λίμνες η παραγωγικότητα αυξάνεται με τη μείωση του γεωγραφικού πλάτους, όπως συμβαίνει και στα χερσαία οικοσυστήματα, αλλά το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται στους ωκεανούς. 

1.4 Εξηγήστε αναλυτικά ποια θα είναι η εξέλιξη της λίμνης αν αυτή δέχεται εκτός από τις εισροές από τη λεκάνη απορροής της, τα αστικά λύματα καθώς και την επιβάρυνση από τη βιομηχανική περιοχή.
            Η αναπτυξιακή διαδικασία του οικοσυστήματος της λίμνης θα ακολουθεί μια πορεία αποσυντονισμού, σταδιακής υποβάθμισης και, ίσως, κατάρρευσης (Αριανούτσου, 1999: 60), αφού γίνεται φανερό ότι, στο δοσμένο πλαίσιο περιγραφής, διαταράσσονται οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί του συστήματος. 
            Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Μοντεσάντου (1995), αφού πρόκειται για σχετικά ρηχή λίμνη, η φυσική της εξέλιξη βρίσκεται σε φάση προχωρημένης πρόσχωσης, με αυξημένα ιζήματα, έτσι ώστε τα θρεπτικά συστατικά να διαλύονται ευκολότερα στο νερό, και, επομένως, να υπάρχει αφθονία παρόχθιας και υδρόβιας βλάστησης (Παναγιωτίδης & Δημητρακόπουλος, 1999: 189).  Η διατάραξη, όμως, των βιογεωχημικών κύκλων (υδρολογικός, άνθρακα, αζώτου και φωσφόρου) από την ανθρώπινη δραστηριότητα μπορεί να οδηγήσει σε μια σειρά από φαινόμενα όπως:
  • στον ανθρωπογενή ή τεχνητό  ευτροφισμό, δηλαδή αύξηση της υδρόβιας βλάστησης (Φλογαΐτη, 1992: 124) της λίμνης (επειδή στη λίμνη εκπλύνεται φώσφορος και άλλα λιπασμάτων, εγχέονται αστικά λύματα, είναι αβαθής λίμνη κτό.),
  • στη συσσώρευση ουσιών στο σύστημα που δεν είναι βιοδιασπώμενα,
  • στη συγκέντρωση τοξικών ουσιών σε διάφορους οργανισμούς (και, συνεπώς, στο φαινόμενο της βιοσυσσώρρευσης) κ.ά.
με συνέπεια την τροποποίηση του μικροκλίματος της ευρύτερης περιοχής.  Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η πορεία της εξέλιξης του λιμναίου οικοσυστήματος δεν είναι μοιραία, αφού η ορθή διαχείριση μπορεί να δώσει λύση στα προβλήματα, ακόμα και να αποκομίσει οφέλη (Παναγιωτίδης & Δημητρακόπουλος, 1999: 192).   



Ζήτημα 2ο
Δίνεται μια πεδινή πόλη αναφοράς της τάξης του 1.000.000 κατοίκων, η οποία αναπτύσσεται  με γρήγορους ρυθμούς με πρόβλεψη να αναπτυχθεί πληθυσμιακά κατά 500.000 κατοίκους. Στα όρια της πόλης  βρίσκεται ένα δασύλλιο, μια ρηχή λίμνη καθώς επίσης και καλλιεργούμενες εκτάσεις.  Για την επέκταση του σχεδίου της πόλης  σχεδιάζεται η αποψίλωση του δασυλλίου που βρίσκεται στα όρια της πόλης, η αποξήρανση μέρους της έκτασης της λίμνης για την κατασκευή μονάδας διαχείρισης των αστικών λυμάτων τα οποία προβλέπεται να δέχεται η λίμνη καθώς επίσης η κάλυψη καλλιεργούμενων εκτάσεων κατά το μεγαλύτερο μέρος από πολυόροφες πυκνοδομημένες οικοδομές και άλλες κατασκευές. Παράλληλα για την κάλυψη ενεργειακών αναγκών σχεδιάζεται η κατασκευή μιας μονάδας παραγωγής ηλεκτρικού  ρεύματος στην μελετώμενη περιοχή, η οποία θα λειτουργεί με καύση πετρελαίου.
Σας ζητείται να:
2.1 Εντοπίστε και περιγράψτε τις επιπτώσεις των παραπάνω παρεμβάσεων στα στοιχεία της  αβιοτικής συνιστώσας του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής.
            Η αβιοτική συνιστώσα απαρτίζεται από τη λιθόσφαιρα, την υδρόσφαιρα και την ατμόσφαιρα.  Η σημασία της είναι αποφασιστική στην παραγωγικότητα του οικοσυστήματος.  Οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις στην πόλη αναφοράς θα επηρεάσουν τους παράγοντες της αβιοτικής συνιστώσας ως εξής:
  • Λιθόσφαιρα: επίδραση στο εδαφικό περιβάλλον, π.χ. στην υγρασία του εδάφους, η οποία εξαρτάται από τη ποσότητα της φυτοκάλυψης (αποψίλωση δασυλλίου, κάλυψη καλλιεργούμενων εκτάσεων), την κοκομετρική σύσταση του εδάφους (μερική αποξήρανση λίμνης), τη διαθεσιμότητα θρεπτικών ανόργανων αλάτων κ.ά.
  • Υδρόσφαιρα: επίδραση στο υδατικό περιβάλλον, π.χ. ο υδροφόρος ορίζοντας κινδυνεύει από ρύπανση και μόλυνση είτε από αδρανή υλικά (δόμηση) είτε από πετρελαιοειδή  (καύση ορυκτών) (Παναγιωτίδης & Δημητρακόπουλος, 1999: 195).  Επιπρόσθετα, η αύξηση της κατανάλωσης (αύξηση πληθυσμού) θα υποβαθμίσει την ποιότητα του νερού και μπορεί να υπάρξουν καθιζήσεις σε μαλακά εδάφη (Σταματόπουλος, 1999: 127) ή υπερκείμενες κατασκευές.
  • Ατμόσφαιρα: επίδραση στους κλιματικούς παράγοντες, π.χ. αλλαγή στο επίπεδο των βροχοπτώσεων, της πορείας των ανέμων κ.ά. Η αύξηση της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας, λόγω αύξησης των συγκεντρώσεων των αερίων του θερμοκηπίου, θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της θερμοκρασίας του εδάφους.  Επίσης, υπάρχει πιθανότητα χημικής αποσάρθρωσης των πετρωμάτων εξαιτίας της αύξησης της θερμοκρασίας και του υγρού κλίματος (Σταματόπουλος, 1999: 86). 

2.2 Ποιες κατά την άποψή σας θα είναι οι επιπτώσεις στο μικροκλίμα της πόλης αναφοράς από τις παρεμβάσεις που σχεδιάζονται για την επέκταση της πόλης και την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της;
Ο όρος ‘μικροκλίμα’ αφορά στα κλιματικά χαρακτηριστικά μιας περιοχής περιορισμένης έκτασης.  Όταν, όμως, μεταβάλλονται κάποια από τα χαρακτηριστικά της περιοχής, τότε επηρεάζονται και τα κλιματικά στοιχεία αυτής της περιοχής σε αρκετή απόσταση «προς την κατεύθυνση του πνέοντος ανέμου» (Καρτάλης, 1999: 249).  Ο συνδυασμός των παρεμβάσεων που σχεδιάζονται στην πόλη αναφοράς θα επηρεάσει, ορισμένως, το μικροκλίμα της περιοχής.  Οι παράγοντες που μεταβάλλονται στην πόλη αναφοράς και έχουν επίπτωση στο μικροκλίμα είναι: η αλλαγή της χωροταξικής διάταξης και κατανομής του πράσινου (αποψίλωση δασυλλίου, κάλυψη καλλιεργούμενων εκτάσεων από κατασκευές και οικοδομές), οι πηγές εκπομπής θερμότητας (επιβάρυνση από βιομηχανία, οχήματα, κτίρια) και η συνακόλουθη ατμοσφαιρική ρύπανση (καύση πετρελαίου), η πυκνότητα του πληθυσμού και των κτιρίων, η αλλαγή στην εδαφολογική σύσταση (τραχύτητα του εδάφους λόγω πληθυσμιακής πυκνότητας), η αλλαγή, τέλος στην τοπογραφία του περιβάλλοντος.  Οι παραπάνω παράγοντες θα επηρεάσουν ακολούθως τα εξής κλιματικά στοιχεία: τη θερμοκρασία, την υγρασία, την ακτινοβολία, τις βροχοπτώσεις, τη νέφωση,  τη διεύθυνση και ένταση των ανέμων κ.ά. μετεωρολογικούς παράγοντες (Καρτάλης, ό.π.π.).  Επομένως, οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις θα έχουν επίπτωση στο μικροκλίμα της περιοχής, μεταβάλλοντας τους μετεωρολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν τα κλιματικά φαινόμενα.

2.2.1 Να παρουσιάσετε τις απόψεις σας  σε Πίνακα όπου να παρουσιάζονται: τα χαρακτηριστικά της περιοχής που μεταβάλλονται, τα κλιματικά στοιχεία που επηρεάζονται, το είδος της μεταβολή των κλιματικών στοιχείων (π.χ. αύξηση ή μείωση).

Χαρακτηριστικά της περιοχής που μεταβάλλονται
Κλιματικό στοιχείο που επηρεάζεται
Αύξηση (+) ή μείωση (-) του κλιματικού στοιχείου
Κατανομή και χωροταξική διάταξη πρασίνου
Θερμοκρασία

+

Υγρασία

-
Πηγές εκπομπής θερμότητας
Θερμοκρασία
+
Ρύποι
+
Ατμοσφαιρική Ρύπανση
Ακτινοβολία
-
Νέφωση
+
Πυκνότητα δόμησης
Ακτινοβολία
-
Ταχύτητα ανέμων
-
Νηνεμία
+
Νέφωση
-
Πληθυσμιακή Πυκνότητα
Θερμοκρασία
+
Ρύποι
+
Αλλαγή εδαφικής σύστασης
Θερμοκρασία
+
Υγρασία
-
Βροχόπτωση
-

Πίνακας 1. Τα κύρια χαρακτηριστικά της περιοχής που μεταβάλλονται και το κλιματικό στοιχείο που επηρεάζεται (αύξηση ή μείωση)

2.2.2 Με βάση τα δεδομένα του Πίνακα να περιγράψετε και να τις επιπτώσεις στο μικροκλίμα της πόλης και τεκμηριώστε την απάντησή σας.
Με βάση τα δεδομένα του πίνακα οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις θα μεταβάλλουν τους μετεωρολογικούς παράγοντες και επομένως θα επιφέρουν αλλαγές στο μικροκλίμα.  Έτσι, η θερμοκρασία και η ατμοσφαιρική ρύπανση θα παρουσιάσουν αύξηση.  Η θερμοκρασία θα αυξηθεί εξαιτίας της μείωσης των χώρων που καλύπτονται με πράσινο, της πυκνής δόμησης, της μείωσης της έντασης των ανέμων και της αύξησης της ανθρωπογενούς έκλυσης θερμότητας.  Η ατμοσφαιρική ρύπανση θα αυξηθεί ως αποτέλεσμα της αύξησης των πηγών εκπομπής, της πυκνής δόμησης (θερμοχωρητικότητα και θερμική αγωγιμότητα κατασκευών και κτιρίων), αλλά και της μείωσης των ανέμων με αποτέλεσμα την αύξηση νηνεμιών και συνακόλουθα συσσώρευση αερίων ρύπων.  Η αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης θα επιφέρει μείωση της ακτινοβολίας, λόγω της απορρόφησής της από τους ρύπους της ατμόσφαιρας, και σε συνδυασμό με την πύκνωση της δόμησης θα έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της ηλιοφάνειας (άρα την αύξηση των νεφώσεων) και την αύξηση της θερμοκρασίας.  Η υγρασία θα μειωθεί, εξαιτίας της μείωσης των πράσινων χώρων και της μερικής αποξήρανσης της λίμνης, καθώς και της αύξησης της θερμοκρασίας.  Τέλος, και οι βροχοπτώσεις θα μειωθούν, εξαιτίας της αύξησης της θερμοκρασίας.



Ζήτημα 3ο  
Με βάση την πληροφορία της ενότητας 1.6 αναφέρατε ποιοι είναι οι δύο βασικοί άξονες στους οποίους είναι αναγκαίο να στηριχθεί η πρακτική της αειφόρου ανάπτυξης. Αναφέρατε παράλληλα από δυο παραδείγματα που βοηθούν στην αντίληψη του καθενός, τα οποία θα αντλήσετε από την επεξεργασία των παραπάνω θεμάτων της παρούσας εργασίας.
            Η πρακτική της αειφόρου ανάπτυξης πρέπει να στηριχτεί σε δύο βασικούς άξονες:
  1. στη γνώση της σχέσης αλληλεπίδρασης των οργανισμών μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους και
  2. στην αντίληψη των ορίων αντοχής των οικοσυστημάτων στη Γη (Αριανούτσου, 1999: 60).
Δύο σχετικά παραδείγματα αναφορικά με τον πρώτο άξονα:
(α) Γνώση ότι η αλληλεπίδραση των οργανισμών στο οικοσύστημα γίνεται στη βάση τροφικών σχέσεων, δηλαδή στη ροή ενέργειας από το ένα τροφικό επίπεδο στο άλλο, εξασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία του συστήματος.
(β) Γνώση ότι η ορθή διαχείριση των φυσικών συστημάτων μπορεί να αποδώσει βιώσιμες λύσεις, ακόμη και με όφελος, τόσο για τον άνθρωπό όσο και για το οικοσύστημα.  
Δύο σχετικά παραδείγματα αναφορικά με τον δεύτερο άξονα:
(α) Αντίληψη ότι, ενδεχομενικά, κάποια ανθρώπινη παρέμβαση μπορεί να διαταράξει τη δομή και λειτουργία του συστήματος (π.χ. τους βιογεωχημικούς κύκλους του λιμναίου οικοσυστήματος) περισσότερο από κάποια όρια, ώστε αυτή η παρέμβαση να μην αφομοιωθεί από τους εξισορροπητικούς μηχανισμούς ομοιόστασης, που διαθέτουν τα φυσικά συστήματα.  Επομένως, το σύστημα βαθμιαία να υποβαθμίζεται και, τέλος, να καταρρεύσει.
(β) Αντίληψη ότι η μεταβολή κάποιων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων μιας περιοχής εξαιτίας ανθρωπογενούς παρέμβασης θα έχει επίπτωση στους μετεωρολογικούς παράγοντες, οι οποίοι με τη σειρά τους θα επηρεάσουν τα κλιματικά φαινόμενα και, επομένως, το μικροκλίμα της περιοχής.  
  


Βιβλιογραφία
Αριανούτσου, Μ. (1999). Οικολογικά συστήματα. Στο Μ. Αριανούτσου, Κ. Γεωργίου, Α. Δημητρόπουλος, Κ. Καρτάλης, Π. Παναγιωτίδης, & Κ. Σταματόπουλος, Εισαγωγή στο Φυσικό και Ανθρωπογενές Περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον (τ. Α΄). Πάτρα: ΕΑΠ, 17 – 73.
Cotgreave, P., & Forseth, I. (2002). Introductory Ecology. Oxford: Blackwell Science.
Emberlin, J. C. (1996). Εισαγωγή στην Οικολογία. Αθήνα: Τυπωθήτω.
Καρτάλης, Κ. (1999). Μετεωρολογία. Στο Μ. Αριανούτσου, Κ. Γεωργίου, Α. Δημητρακόπουλος, Κ. Καρτάλης, Π. Παναγιωτίδης, & Κ. Σταματόπουλος, Εισαγωγή στο Φυσικό και Ανθρωπογενές Περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον (τ. Α΄). Πάτρα: ΕΑΠ, 209 - 273.
Μοντεσάντου, Β. (1995). Επιφανειακά νερά. Στο Ε. Φλογαΐτη (Επιμ.). Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στο Δημοτικό Σχολείο.
Αθήνα: WWF / Ίδρυμα Μποδοσάκη
Μοντεσάντου, Β. (1999). Σημειώσεις Λιμνολογίας. Ποτάμια Υδροσυστήματα. Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Βιολογίας (τομέας Οικολογίας και Ταξινομικής).
Odum, E. P. (1997). Ecology. A bridge between Science and Society. Sunderland, Massachusetts: Sinauer Associates, Inc.
Παναγιωτίδης. Π, & Δημητρακόπουλος, Α. (1999). Υδρολογία. Στο Μ. Αριανούτσου, Κ. Γεωργίου, Α. Δημητρακόπουλος, Κ. Καρτάλης, Π. Παναγιωτίδης, & Κ. Σταματόπουλος, Εισαγωγή στο Φυσικό και Ανθρωπογενές Περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον (τ. Α΄). Πάτρα: ΕΑΠ, 147 - 208.
Σταματόπουλος, Κ. (1999). Γεωλογία (και Γεωτεχνική). Στο Μ. Αριανούτσου, Κ. Γεωργίου, Α. Δημητρακόπουλος, Κ. Καρτάλης, Π. Παναγιωτίδης, & Κ. Σταματόπουλος, Εισαγωγή στο Φυσικό και Ανθρωπογενές Περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον (τ. Α΄). Πάτρα: ΕΑΠ, 75 - 145.
Φλογαΐτη, Ε. (1992). Οικολογία. Αθήνα: Ελληνικές Πανεπιστημιακές Εκδόσεις. 
  
           

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού θεσμού στην ανάδυση ακραίων πολιτικών σχηματισμών



Ο ρόλος του εκπαιδευτικού θεσμού στην ανάδυση ακραίων πολιτικών σχηματισμών

του Κωνσταντίνου Κυριάκη

Η ανάδυση ακραίων πολιτικών σχηματισμών
Η ανάδυση ακραίων πολιτικών σχηματισμών (και) στην ελληνική κοινωνία επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών της 6ης του Μάη.
Η δυναμική επανεμφάνιση τέτοιων πολιτικών σχηματισμών (στα δεξιά της Νέας Δεξιάς) και η απήχησή τους σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, εκτός των άλλων μηνυμάτων, σημαίνει είτε την εδραία μας πεποίθηση ότι η δημοκρατία δεν κινδυνεύει, και επομένως στη βάση της (έωλης) βεβαιότητάς μας ψηφίζουμε ‘χαλαρά’ κάτι που δεν γνωρίζουμε τους τρόπους λειτουργίας και τα απότοκά του, είτε ψηφίζουμε στη βάση της απαρέσκειας μας από τη λειτουργία του δεδομένου πολιτικού, πολιτειακού και κοινωνι(α)κού συστήματος.
Ωστόσο, δεν είμαι πρόχειρος να απαντήσω στο αναπόφευκτο γιατί η ελληνική κοινωνία στρέφεται προς τέτοιες κατευθύνσεις.
Πιθανολογώ κάποιες, προκρίνω άλλες, μένουν μετέωρες κάποιες τρίτες.  Πάντως, η υπόθεση εθνικοσοσιαλισμός στην Ευρώπη και στην Ελλάδα δεν έχει κλείσει οριστικά.
Όποια γραμμή σκέψης από τις παραπάνω και αν ακολουθήσω καταλήγω πάλι (και πάλι) πως όλα είναι (και) ζήτημα εκπαίδευσης, παιδείας. 
Καταρχάς, υποθέτω ότι φαινόμενα όπως ρατσισμός, ξενοφοβία, σωβινισμός κτό ριζώνουν και καρπίζουν στις λειτουργίες και στους τρόπους που οργανώνουμε τις κοινωνίες μας και, συνεπώς, τους εαυτούς μας.  Είναι φαινόμενα που αναδύονται από κάτω. 
Για τον λόγο αυτό οφείλουμε να είμαστε προσεχτικοί στο πώς θα τα διαχειριστούμε.  Φαίνεται ότι αγνοώντας την ύπαρξή τους, κάνοντας ότι δεν τα βλέπουμε ή δεν μας αγγίζουν (ακόμα), απαγορεύοντας την ‘κυκλοφορία’ τους, αποφεύγοντας να συζητάμε για αυτά ή υιοθετώντας ειρωνικούς τρόπους αντιμετώπισης δεν επιλύνουμε κανένα ουσιαστικό ζήτημα, αν δεν υποδαυλίζουμε τη φωτιά.
Φωτιά που άναψε και συντηρεί το κυρίαρχο καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα στη νεοφιλελεύθερη απόληξή του.  Αυτή που δημιούργησε, στη λογική της ιδιωτικοποίησης των κερδών και της κρατικοποίησης των ζημιών, στρατούς ανέργων.  Άνεργοι που λειτουργούν ως καμικάζι αυτοκτονίας στις δυτικές κοινωνίες της απόλαυσης της κατανάλωσης.  Αυτοκτονία, όμως, όχι ατομική αλλά αυτοκτονία της ίδιας της κοινωνίας και των δομών της.
Δομές, ας το πούμε καθαρά, ολιγαρχικές.  Παντού στην Ευρώπη κυβερνούν μειοψηφικές ελίτ προνομίων, οι οποίες συντηρούν τις εξουσίες τους, στο όνομα μιας περιορισμένης, αδύναμης και, ενίοτε, ευνουχισμένης δημοκρατίας.
Μια δημοκρατία των αγορών και όχι της Αγοράς.  Μια δημοκρατία της κατανάλωσης προϊόντων με σκοπό την (εύθυμη) κατανάλωση και μόνο.  Μια δημοκρατία μακιγιέρ της αθλιότητας των πολιτών.  Μια πολιτεία της αθλιότητας, η οποία μορφώνει ‘εξαθλιωμένους’ και υπάκουους υπηκόους.  Υπηκόους υπάκουους στα κελεύσματα των εξουσιών: πειθαρχικά και πειθήνια σώματα που πάνω τους εγγράφονται και επανεγγράφονται οι λογικές (και οι επιθυμίες) των εξουσιών.   
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού θεσμού
Σε γενικές γραμμές η εκπαίδευση των κοινωνιών της δύσης αναπαράγει και φυσικοποιεί τις κυρίαρχες δομές, λογικές και επιθυμίες, λειτουργώντας ως παραγωγός (προαγωγός;) οικονομικά ενεργών σωμάτων.  Δηλαδή σώματα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις οικονομικές καπιταλιστικές γραμμές παραγωγής.  Ουσιαστικά, οι τρόποι παραγωγής ορίζουν και τους τρόπους (είδη) εκπαίδευσης.  Το τι και το πώς της εκπαιδευτικής διεργασίας.  Το γιατί της εκπαιδευτικής διεργασίας απαντά στις οικονομικές λογικές που αναφέραμε και αφορά μονάχα στις ελίτ εκείνες που σχεδιάζουν τις εκπαιδευτικές πολιτικές και όχι στα σώματα πάνω στα οποία αυτές εφαρμόζονται και λειτουργούν.
Οι οβίδειες μεταμορφώσεις στον τομέα των ΤΠΕ διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις για την ανάδυση ενός νέου τύπου πολυλειτουργικού εργαζόμενου, ο οποίος συν τοις άλλοις θα είναι ευέλικτος και απασχολήσιμος.  Το εκπαιδευτικό (υπο-)σύστημα (εξουσίας και ελέγχου) αναδιοργανώνεται και αναπροσανατολίζεται στην εξυπηρέτηση αυτής της προοπτικής.  Δεν είναι άμοιρο το γεγονός ότι στις μέρες μας η συζήτηση για την εκπαιδευτική διδακτική περιορίζεται στο πώς της διδασκαλίας.  Έτσι, προκρίνονται ενεργητικές και συμμετοχικές εκπαιδευτικές μέθοδοι, οι οποίες ανταποκρίνονται στους νέους τρόπους οργάνωσης της παραγωγής, υπακούοντας στον καπιταλιστικό νόμο των αγορών, δηλαδή στο supplydemand.
Συνεπώς, η συζήτηση που γίνεται γύρω από τα εκπαιδευτικά πώς και τι απαντά στα πώς και τι της εργασιακής διερώτησης.
Σε αυτή την πλεγμάτωση, θεωρώ ότι η εκπαίδευση στοχεύει μόνο στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων οικονομικών (και επομένως ιδεολογικών και ιδεολογηματικών) παραγωγικών τρόπων και λειτουργεί ως (αποστειρωμένος) προθάλαμος της εργασιακής ζωής, διαμορφώνοντας σώματα έτοιμα να γίνουν κιμάς στην κιμαδομηχανή των εργοδοτών, δηλαδή των ιδιοκτητών της κιμαδομηχανής.
Και κάθε σώμα που είναι έτοιμο να γίνει κιμάς για λάθος λόγους, μπορεί να γίνει κιμάς για οποιονδήποτε λόγο (πάντα υπάρχουν καλοθελητές να μας πείσουν για την ηθική των λόγων τους και την αξία των πράξεών τους). 
Συνεπώς…
Συνεπώς, όπως προανέφερα, η ανεργία καλπάζει ως αποτέλεσμα μιας άλλης επιλογής των καπιταλιστικών λογικών (το ξανα-μάζεμα του πλούτου σε λίγα χέρια) και με αποτέλεσμα αρκετοί άνθρωποι στην ‘παραγωγική τους ηλικία’ να αδυνατούν να μπουν και να παίξουν στο παιχνίδι, για το οποίο επί χρόνια προπονούνταν.  Η επιθυμία γεννά μια έλλειψη, και η έλλειψη γεννά την επιθυμία, σε έναν κυκλικό χορό θανάτου.
Σε αυτή τη γραμμή, όταν χάνεται η ελπίδα γεννιέται η οργή.  Και η οργή είναι πάντα ακραία και κάποτε ανεξέλεγκτη.
Ο εκπαιδευτικός θεσμός αφού αρχικά εξουδετερώνει τους (κοινωνικά) αδύναμους, αποβάλλοντάς τους από το ‘σώμα’ του, στη συνέχεια ‘αλέθει και χωνεύει’ τους υπόλοιπους, εκβάλλοντάς τους στην αγορά εργασίας.  Όμως, οι αλλαγές στους τρόπους παραγωγής, η μετακύλιση των οικονομιών σε άυλες μορφές χρηματοοικονομικών εμπορευμάτων και η κατίσχυση ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού οδηγεί στη συρρίκνωση των αγορών στις δυτικού τύπου κοινωνίες, ωθώντας αθρόα στρώματα λαϊκών και κατώτερων στρωμάτων (αλλά και μεσοαστικά) στο περιθώριο και στην ανεργία.  Μεταφράζω απλά το παραπάνω: σε έξοδο από την κοινωνία της εύθυμης απόλαυσης.  Σε αυτά τα διάκενα της κοινωνίας, στα περιθώρια, κατοικούν οι λογικές του ακραίου.  Τελευταία, παίρνουν τη μορφή επικίνδυνων πολιτικών σχηματισμών.  
Αν δεν ασκηθούμε σε εναλλακτικές στρατηγικές και δεν εφαρμόσουμε εναλλακτικές λογικές, εκκινώντας από τον εκπαιδευτικό θεσμό, ο οποίος έχει τη δυναμική να πλάθει συνειδήσεις αλλά και να διαμορφώνει στοχοθετήσεις, τότε είναι σαν να παίρνει καθένας μας από ένα γεμάτο εξάσφαιρο και να το τοποθετεί, για να θυμηθώ μια φράση που καθόρισε και το εκλογικό αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής, στο τραπέζι.  Η εκπυρσοκρότηση θα στοχεύει τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί. 
Συνεπώς, απομένει να σκεφτούμε ξανά τον λόγο του ποιητή: είμαστε όλοι αλληλέγγυοι απέναντι στα ανοικτά σαγόνια του σκοτεινού θανάτου.
12.05.2012

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...