Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Γεια και χαρά σας βρε πατριώτες...

Via

Ο κύριος βουλευτής καθόταν σ’ ένα τραπέζι που ’χε από πάνω του ένα φως, κι έλεγε.

«…Μη σας νοιάζει, θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό!  Η αγροτική πολιτική του κόμματός μας …», έλεγε.

Τότε ένας γέρος που κάθονταν σκυφτός σε μια καρέκλα και κάπνιζε, σήκωσε αργά το κεφάλι και τον κοίταξε.

«Καλά …κυρ-Γκατζιάνη.  Τώρα- για, δε μας λες… Εσύ, εφέτο …με ποιανούς είσαι;» του ’πε.

Ο κύριος βουλευτής σαν ξαφνιασμένος φάνηκε.  Γρήγορα όμως έβαλε τα γέλια και χτύπησε το γέρο στην πλάτη.

«Α! τον άτιμο τον μπαρμπα-Νώντα, πως τα λέει!» είπε. «Κάπελα!...ένα τσίπρο στο μπαρμπα-Νώντα!  Γρήγορα!» κι ύστερα, «Ακούστε δω…» είπε. 
Χουλιαράς, Ν., Ο Λούσιας, Νεφέλη, 1987: 113 - 114

[Σημειώση: Στο Ο Λούσιας [Κέδρος, 1979 - Νεφέλη, 1987] ο Χουλιαράς περιγράφει μέσα από την ιδιαίτερη οπτική του ήρωα και αφηγητή του τις μεταβολές στις συνήθειες και στις νοοτροπίες στην ελληνική επαρχία από τον εμφύλιο ως τη δικτατορία των Συνταγματαρχών]  
 

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Τρία μικρά ποιήματα

Ποιητής, μόνος, Ιούλιο μήνα, στην Αθήνα


Το κίνημα των μαλλιών σου

Έσωσε κάτι

Από τη μέρα μου

Που χανόταν


 

Η μέρα μου



Ξυπνάω βρίζοντας περιφέρομαι βρίζοντας

Βαριέμαι βρίζοντας κοιμάμαι βρίζοντας


Μην παραπονιέσαι

Δεν σε έχω ξεχάσει ολότελα


 


Τραγική γνώση



Όταν έφυγες

Πήρες το σύμπαν

Μαζί σου 


Caryatid III - Amedeo Modigliani

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

Πορεία μέσ' τη νύχτα (Φώτης Αγγουλές/ Πάνος Τζαβέλλας)



 

01 Μόνο Η Ψυχή Σου (Απαγγελία)
02 Μείνε
03 Το Στίγμα
04 Σταυροί (Απαγγελία)
05 Ο Δρόμος Μας (Απαγγελία)
06 Ώρα Καλή (Χορωδία)
07 Μην Καρτεράτε (Χορωδία)
08 Πένθιμο Εμβατήριο (Απαγγελία)
09 Λύτρωση
10 Ναγκασάκι
11 Αφρόκρινα (Απαγγελία)
12 Ο Τζιώρτζιο (Απαγγελία)
13 Αν..
14 Παπαρούνες
15 Νανούρισμα

Lyrics [Poetry] – Φώτης Αγγουλές

Vocals – Νατάσα Παπαδοπούλου (tracks: Α3,Β2,Β6,Β7),
Πάνος Τζαβέλας (tracks: Α2,Β1,Β5)

Bouzouki – Γιώργος Μπουτσινος
Classical Guitar, Bass – Ανδρομίδης
Harmonica, Flute [Φλογέρα], Ocarina – Μάνος Αβεράκης
Piano – Στάθης Ουλκέρογλου
Twelve-String Guitar – Χρήστος Γκέρτσος


Copyright: 1977 By onora

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

«Η διαθήκη» του Γκυ ντε Μωπασσάν

Η ΔΙΑΘΗΚΗ

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑ ΣΕΡΜΠΟΥΑ αποτελείωναν το γεύμα τους, με ύφος δύσθυμο, ο ένας απέναντι στον άλλο.
Η κυρία Σερμπουά, μια μικροκαμωμένη ξανθούλα με ροδαλή επιδερμίδα, γαλανά μάτια, απαλές κινήσεις, έτρωγε αργά χωρίς να σηκώνει το κεφάλι της, σαν να την απασχολούσε μια θλιβερή κι επίμονη σκέψη.
Ο Σερμπουά, ψηλός, δυνατός, με φαβορίτες και ύφος υπουργού ή επιχειρηματία, φαινόταν νευρικός και συλλογισμένος.
Τελικά είπε, σαν να μονολογούσε:
«Είναι πολύ παράξενο στ’ αλήθεια!»
«Τι πράγμα, καλέ μου;» ρώτησε η γυναίκα του.
«Που ο Βωντρέκ δε μας άφησε τίποτα».
Η κυρία Σερμπουά κοκκίνισε· κοκκίνισε απότομα, σαν να απλώθηκε ξαφνικά ένα ροζ πέπλο στο δέρμα της από το λαιμό προς το πρόσωπο, και είπε:
«Ίσως υπάρχει καμιά διαθήκη στο συμβολαιογράφο. Μα πού να το ξέρουμε;»
Έδειχνε όμως στην πραγματικότητα να το ξέρει. Ο Σερμπουά απάντησε: «Ναι, είναι πιθανό. Γιατί εν τέλει ο εργένης μας αυτός ήταν ο καλύτερος φίλος και για τους δυο μας. Δεν ξεκολλούσε απ’ το σπίτι μας, έτρωγε εδώ τα βράδια μέρα παρά μέρα. Ξέρω πολύ καλά πως σου έκανε πολλά δώρα και πως αυτό ήταν ένας τρόπος, μεταξύ άλλων, να ξεπληρώνει τη φιλοξενία μας· όμως, μα την αλήθεια, όταν έχεις φίλους σαν κι εμάς, τους σκέφτεσαι στη διαθήκη σου. Είναι βέβαιο πως, εάν είχα αισθανθεί εγώ άρρωστος, θα είχα κάνει κάτι γι’ αυτόν, μολονότι εσύ είσαι η φυσική κληρονόμος μου».
Η κυρία Σερμπουά είχε τα μάτια κατεβασμένα. Και καθώς ο σύζυγός της λιάνιζε ένα κοτόπουλο, φύσηξε τη μύτη της όπως τη φυσάμε όταν κλαίμε.
Εκείνος εξακολούθησε: «Εν τέλει είναι πιθανό να υπάρχει μια διαθήκη στο συμβολαιογράφο και κάποιο μικρό κληροδότημα για μας. Δε θα μ’ ενδιέφερε κάτι το σπουδαίο· ένα ενθύμιο, απλώς ένα ενθύμιο, μια σκέψη, για να πειστώ ότι ένιωθε στοργή για μας».
Τότε η γυναίκα του είπε με διστακτική φωνή: «Εάν θέλεις, μετά το φαγητό, πάμε στου κυρίου Λαμανέρ και θα ξεκαθαρίσει το ζήτημα».
«Ναι, δεν βλέπω τίποτα καλύτερο» είπε εκείνος.
Και καθώς είχε δέσει μια πετσέτα γύρω απ’ το λαιμό του, για να μη λερώσει με σάλτσα τα ρούχα του, έμοιαζε μ’ έναν αποκεφαλισμένο που μιλούσε, με τις ωραίες φαβορίτες του να ξεχωρίζουν μαύρες πάνω στο λευκό ύφασμα και το πρόσωπό του σαν ενός μετρ ντ’ οτέλ σε μεγάλο οίκο.
Όταν μπήκαν στο συμβολαιογραφείο του κυρίου Λαμανέρ, παρατηρήθηκε κάποια μικρή αναστάτωση ανάμεσα στους υπαλλήλους, κι όταν ο κύριος Σερμπουά έκρινε σκόπιμο να πει το όνομά του, παρόλο που τον γνώριζαν πολύ καλά, ο πρώτος γραμματέας σηκώθηκε με ολοφάνερη προθυμία, ενώ ο δεύτερος χαμογελούσε.
Και οδήγησαν τον κύριο και την κυρία Σερμπουά στο γραφείο του αφεντικού.
Το αφεντικό ήταν ένα στρουμπουλό ανθρωπάκι, με κεφάλι σαν σφαίρα καρφωμένη σε μιαν άλλη σφαίρα, η οποία στηριζόταν σε δύο τόσο μικρά, τόσο κοντά πόδια, που σχεδόν έμοιαζαν κι αυτά με δύο σφαίρες.
Χαιρέτησε, τους κάλεσε να καθίσουν και, ρίχνοντας στην κυρία Σερμπουά ένα φευγαλέο συνωμοτικό βλέμμα, τους είπε:
«Τώρα μόλις εσκόπευα να σας γράψω για να σας παρακαλέσω να περάσετε από το γραφείο μου ώστε να σας γνωστοποιήσω τη διαθήκη του κυρίου Βωντρέκ που σας αφορά».
Ο κύριος Σερμπουά δεν άντεξε και είπε: «Το περίμενα».
Ο συμβολαιογράφος πρόσθεσε:
«Θα σας αναγνώσω αυτό το κείμενο, που είναι άλλωστε σύντομο».
Πήρε ένα χαρτί που βρισκόταν μπροστά του και διάβασε:
«Ο υπογεγραμμένος Πωλ Εμίλ Συπριέν Βωντρέκ, έχων σώας τας φρένας, εκφράζω εδώ την τελευταία μου θέληση.
»Επειδή ο θάνατος μπορεί να μας πάρει οποιαδήποτε στιγμή, επιθυμώ διά παν ενδεχόμενο να λάβω τα μέτρα μου, και γι’ αυτό συντάσσω τη διαθήκη μου, η οποία θα κατατεθεί στο συμβολαιογραφείο του κυρίου Λαμανέρ.
»Καθώς δεν έχω άμεσους κληρονόμους, αφήνω ολόκληρη την περιουσία μου, που αποτελείται από χρηματιστηριακές αξίες ύψους τετρακοσίων χιλιάδων φράγκων και ακίνητα ύψους εξακοσίων χιλιάδων περίπου φράγκων στην κυρία Κλαιρ Ορτάνς Σερμπουά, χωρίς καμιά εκ μέρους της υποχρέωση ή οποιονδήποτε άλλο όρο. Την παρακαλώ να αποδεχθεί τη δωρεά αυτή ενός πεθαμένου φίλου εις ένδειξιν μιας αφοσιωμένης, βαθιάς και προσήκουσας στοργής.
Εγένετο εν Παρισίοις τη 15η Ιουνίου 1883 υπογραφή: Βωντρέκ»
Η κυρία Σερμπουά είχε χαμηλώσει το κεφάλι και παρέμενε ακίνητη, ενώ ο άντρας της κοίταζε εμβρόντητος μια το συμβολαιογράφο και μια τη γυναίκα του.
Ο κύριος Λαμανέρ, ύστερα από μια στιγμή σιωπής, είπε:
«Εξυπακούεται, κύριε, ότι η σύζυγος σας δεν μπορεί να αποδεχθεί αυτό το κληροδότημα χωρίς τη συγκατάθεσή σας».
Ο κύριος Σερμπουά σηκώθηκε. «Ζητώ πίστωση χρόνου για να το σκεφθώ» είπε.
Ο συμβολαιογράφος, που χαμογελούσε με κάποια δόση πονηριάς, υποκλίθηκε: «Καταλαβαίνω τους λόγους που μπορεί να σας κάνουν να διστάζετε, αγαπητέ κύριε. Ο κόσμος κάνει μερικές φορές κακόβουλες κρίσεις. Θέλετε να ξανάρθετε αύριο, την ίδια ώρα, για να μου δώσετε την απάντησή σας;»
Ο κύριος Σερμπουά υποκλίθηκε: «Ναι, κύριε, ες αύριον».
Χαιρέτησε με τσιριμόνιες, πρόσφερε το μπράτσο του στη γυναίκα του, που ήταν κατακόκκινη σαν παπαρούνα και κρατούσε τα μάτια της πεισματικά χαμηλωμένα, και βγήκε με τόσο επιβλητικό ύφος που οι γραμματείς σάστισαν.
Μόλις επέστρεφαν στην κατοικία τους, ο κύριος Σερμπουά έκλεισε την πόρτα και είπε με στεγνή φωνή:
«Ήσουν ερωμένη του Βωντρέκ».
Η γυναίκα του, που έβγαζε το καπέλο της, στράφηκε με ένα τίναγμα:
«Τι; Εγώ;»
«Ναι, εσύ!... Δεν αφήνει κανείς ολόκληρη την περιουσία του σε μια γυναίκα χωρίς να...»
Εκείνη είχε γίνει κάτωχρη και τα χέρια της έτρεμαν λιγάκι καθώς προσπαθούσε να δέσει τις μακριές κορδέλες για να τις εμποδίσει να σέρνονται στο πάτωμα.
Μετά από λίγη σκέψη είπε: «Για στάσου... Είσαι τρελός... είσαι τρελός... Εσύ ο ίδιος δεν περίμενες, μόλις πριν από λίγο, ότι θα... θα σου... ότι θα σου άφηνε κάτι;...»
«Ναι, μπορούσε να μου αφήσει κάτι... εμένα,... τ’ ακούς; σ’ εμένα, αλλά όχι σ’ εσένα...»
Τον κοίταξε κατάματα με τρόπο βαθύ και παράξενο, σαν να ’θελε να βρει κάτι εκεί μέσα, να ανακαλύψει το άγνωστο εκείνο του Όντος που δεν εξιχνιάζεται ποτέ και μόλις που μπορούμε να μαντέψουμε αστραπιαία, σε στιγμές που ο άλλος δε φυλάγεται, έχει αφεθεί ή δεν προσέχει, και είναι σαν ν’ αφήνει μισάνοιχτες πόρτες προς τα μυστηριώδη εσώψυχά του· και είπε αργά:
«Νομίζω εντούτοις πως... αν..., πως θα φαινόταν τουλάχιστον παράξενο, ένα τόσο σπουδαίο κληροδότημα εκ μέρους του.. σ’ εσένα».
«Γιατί;» έκανε εκείνος απότομα, σαν άνθρωπος που διαψεύστηκε στις προσδοκίες του.
«Γιατί έτσι» είπε εκείνη κι έστρεψε το κεφάλι της, σαν να την είχε καταλάβει κάποια αμηχανία· ύστερα σώπασε.
Ο άντρας της άρχισε να πηγαινοέρχεται με γρήγορα βήματα.
«Δε θα δεχτείς κάτι τέτοιο, υποθέτω!» της είπε.
«Ασφαλώς» αποκρίθηκε εκείνη αδιάφορα. «Εν τοιαύτη περιπτώσει δεν αξίζει τον κόπο να περιμένουμε ως αύριο· μπορούμε να ειδοποιήσουμε αμέσως τον κύριο Λαμανέρ».
Ο Σερμπουά στάθηκε μπροστά της, κι έμειναν να αλληλοκοιτάζονται για λίγο στα μάτια από πολύ κοντά, προσπαθώντας να δουν, να μάθουν, να καταλάβουν, να ανακαλύψουν μέσα στον άλλο, να αναμετρηθούν ως τα μύχια της σκέψης, μέσα σε μιαν από αυτές τις εναγώνιες και βουβές αναζητήσεις δύο όντων που, αν και ζουν μαζί, εξακολουθεί να αγνοεί το ένα το άλλο, αλλά που το ένα υποψιάζεται, οσμίζεται, καραδοκεί ασταμάτητα το άλλο.
Ύστερα, απότομα, πλησίασε κοντά κοντά και της πέταξε με χαμηλή φωνή:
«Έλα, ομολόγησε πως ήσουν ερωμένη του Βωντρέκ».
Εκείνη σήκωσε τους ώμους: «Τι κουτός που είσαι!... Ο Βωντρέκ μ’ αγαπούσε, σίγουρα, όμως δε μ’ έκανε ποτέ δική του..., ποτέ».
«Λες ψέματα, δεν είναι δυνατό» είπε εκείνος χτυπώντας το πόδι.
«Όμως έτσι είναι» του απάντησε ήρεμα.
Εκείνος βάλθηκε πάλι να βαδίζει· ύστερα, σταματώντας και πάλι, είπε:
«Εξήγησέ μου τότε, γιατί αφήνει όλη του την περιουσία σ’ εσένα».
«Είναι πολύ απλό» είπε εκείνη νωχελικά. «Όπως έλεγες κι εσύ προ ολίγου, οι μόνοι φίλοι του ήμασταν εμείς, και ζούσε εξίσου στο σπίτι του και στο σπίτι μας, και τη στιγμή που έκανε τη διαθήκη του εμάς σκέφτηκε. Έπειτα, από αβροφροσύνη, έβαλε το όνομά μου στο χαρτί, αφού το όνομά μου του ήρθε, εντελώς φυσικά, την ώρα που έγραφε, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που σ’ εμένα έκανε δώρα κι όχι σ’ εσένα, έτσι δεν είναι; Είχε τη συνήθεια να μου φέρνει λουλούδια, να μου δίνει, κάθε 5 του μηνός, ένα μπιμπελό, επειδή γνωριστήκαμε κάποια 5η του Ιουνίου... Το ξέρεις καλά. Εσένα δεν σου έδινε σχεδόν ποτέ τίποτα· δεν του περνούσε καν από το νου. Στις γυναίκες και όχι στους συζύγους προσφέρουν δωράκια. Ε, λοιπόν, σ’ εμένα άφησε το τελευταίο του δώρο κι όχι σ’ εσένα, τίποτα το απλούστερο».
Ήταν τόσο ήρεμη, τόσο φυσική, που ο Σερμπουά προς στιγμήν αμφέβαλε, αλλά είπε: «Έτσι είναι. Όμως αυτό θα κάνει πολύ κακή εντύπωση. Οι πάντες θα πίστευαν πως κάτι τρέχει. Δεν μπορούμε να δεχθούμε».
«Τότε, λοιπόν, ας μη δεχθούμε, καλέ μου. Τούτο σημαίνει ένα εκατομμύριο λιγότερο για την τσέπη μας, αυτό είν’ όλο».
Εκείνος βάλθηκε να μιλάει, όπως σκέφτεται κανείς φωναχτά, χωρίς ν’ απευθύνεται άμεσα στη γυναίκα του.
«Μάλιστα, ένα εκατομμύριο —είναι αδύνατο—, θα χάναμε την υπόληψή μας —τόσο το χειρότερο—, θα ’πρεπε να μου είχε αφήσει εμένα το μισό, αυτό θα τακτοποιούσε τα πάντα».
Και κάθισε, σταύρωσε τα πόδια και βάλθηκε να πασπατεύει τις φαβορίτες του, όπως έκανε σε στιγμές μεγάλης περισυλλογής.
Η κυρία Σερμπουά είχε ανοίξει το καλαθάκι του εργοχείρου της, από το οποίο τράβηξε την άκρη ενός κεντήματος, και είπε ενώ άρχιζε να εργάζεται:
«Εμένα δε με νοιάζει. Πρέπει να το σκεφτείς εσύ».
Εκείνος έκανε πολλή ώρα ν’ απαντήσει, κατόπιν είπε διστακτικά:
«Να, θα υπήρχε, ας πούμε, ένας τρόπος, αν μου παραχωρούσες παραδείγματος χάριν τη μισή κληρονομιά, με δωρεά εν ζωή. Είμαστε άκληροι, μπορείς να το κάνεις. Έτσι θα κλείσουν τα στόματα του κόσμου».
«Δεν καταλαβαίνω πολύ καλά, πώς θα κλείσουν τα στόματα του κόσμου;» τον ρώτησε με σοβαρότητα.
Εκείνος θύμωσε απότομα: «Είσαι πραγματικά ανόητη. Θα πούμε πως κληρονομήσαμε εξ ημισείας. Και θα είναι αλήθεια. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να εξηγήσουμε ότι η διαθήκη ήταν στο όνομά σου».
Εκείνη τον ξανακοίταξε με διεισδυτικό βλέμμα: «Όπως θέλεις, είμαι έτοιμη».
Τότε ο Σερμπουά σηκώθηκε και ξανάρχισε να περπατάει.
Έμοιαζε και πάλι να διστάζει, αν και το πρόσωπο του αχτινοβολούσε:
«Όχι... ίσως είναι προτιμότερο να αποποιηθείς εντελώς... είναι πιο αξιοπρεπές... ωστόσο... έτσι δε θα έχει κανείς τίποτα να πει... Οι πιο ενάρετοι άνθρωποι θα αναγκαζόντουσαν να κάνουν πίσω... Ναι, έτσι τακτοποιούνται τα πάντα...»
Στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του: «Που λες, ελαφίνα μου, θα πάω μόνος μου στο συμβολαιογραφείο του κυρίου Λαμανέρ για να τον συμβουλευτώ και να του εξηγήσω το ζήτημα. Θα του πω ότι προτίμησες αυτή τη λύση από ευπρέπεια, για να μην μπορούν να κουτσομπολεύουν. Από τη στιγμή που αποδέχομαι το μισό αυτής της κληρονομιάς, είναι ολοφάνερο πως είμαι σίγουρος γι’ αυτό που κάνω, πως είμαι ενήμερος της κατάστασης, πως τη θεωρώ ξεκάθαρη, άμεμπτη. Είναι σαν να σου ’λεγα: "Αποδέξου την κι εσύ, καλή μου, αφού την αποδέχομαι εγώ, ο σύζυγός σου". Ειδάλλως, αληθινά, δε θα ’ταν σωστό».
«Όπως θέλεις» πρόφερε απλά η κυρία Σερμπουά.
Εκείνος συνέχισε, μιλώντας τώρα με στόμφο: «Ναι, μοιράζοντας την κληρονομιά, όλα εξηγούνται πολύ εύκολα. Κληρονομούμε ένα φίλο που δε θέλησε να κάνει διάκριση ανάμεσά μας, δε θέλησε να μας ξεχωρίσει, που δε θέλησε να μοιάζει πως έλεγε: "Προτιμώ τον ένα ή τον άλλο μετά το θάνατό μου, όπως έκανα κι όταν ζούσα". Και να ’σαι βέβαιη, πως αν το ’χε σκεφτεί, αυτό θα ’κανε. Δεν σκέφτηκε, δεν πρόβλεψε τις συνέπειες. Όπως το ’πες τόσο καλά, σ’ εσένα χάριζε πάντα τα δώρα του. Σ’ εσένα θέλησε λοιπόν ν’ αφήσει ένα τελευταίο ενθύμιο».
Εκείνη τον σταμάτησε έχοντας κάπως απαυδήσει: «Εντάξει, κατάλαβα. Δε χρειάζονται τόσες εξηγήσεις. Πήγαινε αμέσως στο συμβολαιογράφο».
«Έχεις δίκιο. Πηγαίνω» πρόφερε εκείνος κοκκινίζοντας, σαστισμένος ξαφνικά.
Πήρε το καπέλο του και. πλησιάζοντάς την, της πρότεινε τα χείλη για να τη φιλήσει, ενώ ψιθύριζε:
«Θα τα πούμε σε λίγο, χρυσή μου».
Ύστερα ο Σερμπουά έφυγε με χαρούμενο ύφος.
Και η κυρία Σερμπουά παράτησε το εργόχειρο της κι άρχισε να κλαίει.

(μτφρ. Φοίβος I. Πιομπίνος)

Ανάλυση
Το διήγημα «Η διαθήκη» του Γκυ ντε Μωπασσάν δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Gil Blas το 1884, και ένα χρόνο αργότερα ενσωματώθηκε στο μυθιστόρημα Ο φιλαράκος.  

Στο «Η διαθήκη», ο θάνατος του Βωντρέκ, ενός φίλου του ζεύγους Σερμπουά,  και η διαθήκη του, με την οποία αφήνει μοναδική κληρονόμο ολόκληρης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του την κυρία Κλαιρ Ορτάνς Σερμπουά, θα ξεσκεπάσουν την αρπακτική διάθεση του κυρίου Σερμπουά, που παρ’ όλους τους τυπικούς, στο πλαίσιο μιας προσποιητής αστικής ευπρέπειας, δισταγμούς του για την ορθότητα της πράξης αποδοχής της κληρονομιάς, πράγμα που θα έθετε σε σημαντικό κίνδυνο την υπόληψή του, δεν θα μπορέσει να αντισταθεί στη χρηματολαγνεία του και θα πειστεί, γιατί από την αρχή ήθελε να πειστεί, για την ηθική ακεραιότητα της γυναίκας του, του φίλου του, ακόμα και του ίδιου του εαυτού του[21].
 
Το κείμενο είναι γραμμένο σε ευθύ λόγο, για να κερδίζει σε αληθοφάνεια, με σποραδικές παρεμβάσεις ενός εξωδιηγητικού- ετεροδιηγητικού αφηγητή, δηλαδή ενός αφηγητή που δε μετέχει στην ιστορία και αποστασιοποιείται από τους χαρακτήρες, ενώ τα γεγονότα παρουσιάζονται με φυσική χρονική αλληλουχία (γραμμική αφήγηση).  Παρ’ όλα αυτά ο λόγος του αφηγητή μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων περιγραφικών εκφράσεων αφήνει να «διολισθήσει» στο κείμενο μια συγκεκριμένη ιδεολογική στόχευση: «Ο Σερμπουά, ψηλός, δυνατός, με φαβορίτες και ύφος υπουργού ή επιχειρηματία […]», «[…] καθώς είχε δέσει μια πετσέτα γύρω από το λαιμό του, για να μη λερώσει με σάλτσα τα ρούχα του, έμοιαζε μ’ έναν αποκεφαλισμένο που μιλούσε[…]»[22]Η λιτότητα και καθημερινότητα της περιγραφής παραπέμπει στην καταγωγική βία της αστικής ηγεμονίας και στους αποκεφαλισμούς της επανάστασης, αλλά και στον εκφυλισμό της έναν αιώνα μετά.  

Οι χαρακτήρες του διηγήματος παρουσιάζουν ψυχολογική ενότητα, αφού οι πράξεις τους είναι αποτέλεσμα έλλογων διεργασιών και στόχο έχουν την επιβολή της «αλήθειας» τους είτε στον σύντροφο, είτε στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν: «Που λες, ελαφίνα μου, θα πάω μόνος μου στο συμβολαιογραφείο του κυρίου Λαμανέρ για να τον συμβουλευτώ και να του εξηγήσω το ζήτημα.  Θα του πω ότι προτίμησες αυτή τη λύση από ευπρέπεια, για να μη μπορούν να κουτσομπολεύουν.  Από τη στιγμή που αποδέχομαι το μισό αυτής της κληρονομιάς, είναι ολοφάνερο πως είμαι σίγουρος γι’ αυτό που κάνω, πως είμαι ενήμερος της κατάστασης, πως τη θεωρώ ξεκάθαρη, άμεμπτη.  Είναι σαν να σου ‘λεγα: ‘Αποδέξου την κι εσύ, καλή μου, αφού την αποδέχομαι εγώ, ο σύζυγός σου’.  Ειδάλλως, αληθινά[23], δε θα ‘ταν σωστό»[24].  Η υπονόμευση μιας αλήθειας «κοινής για όλους» δείχνει και το βαθμό που το ίδιο το διήγημα υπονομεύει τις προγραμματικές αρχές του είδους του, δηλαδή του ρεαλισμού, μιας και η λογοτεχνία δεν μπορεί να αναπαραστήσει μια «αντικειμενική» πραγματικότητα, αφού η πραγματικότητα φιλτράρεται από τις προσλαμβάνουσες του καθενός και διαφοροποιείται από άτομο σε άτομο, επομένως γίνεται ενδεχομενική, πληθυντική και αβέβαιη.   

 Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, η ιστορία των Σερμπουά μπορεί να «διαβαστεί» ως η ιστορία της φθοράς και της εξαθλίωσης της αστικής κοινωνίας, που στηρίζεται στην υποκρισία και στον αμοραλισμό, στην επιδίωξη του κέρδους και στην αδιαφορία για τα ανθρώπινα αισθήματα: «[…]οι πάντες και τα πάντα είναι εξαχρειωμένα.  Δεν υπάρχει τίποτε το υγιές. προσωπικότητες, θεσμοί, συναισθήματα, συνειδήσεις, όλα είναι φθαρμένα και έτοιμα να σαρωθούν από φιλοδοξίες, αβυσσαλέα πάθη και λαγνείες που, εντούτοις, ποτέ δεν εξωτερικεύονται άμεσα»[25]

Σημειώσεις


[20] Γκυ ντε Μωπασσάν, «Η διαθήκη», μτφρ. Φ. Ι. Πιομπίνος, στο Ν. Βαγενάς, Τ. Καγιαλής, κ.ά. (επιλ.), Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία.  Ανθολόγιο μεταφράσεων, Αθήνα: ΟΕΔΒ 1999, σ. 205.

[21] «[…] Γιατί εν τέλει ο εργένης μας αυτός ήταν ο καλύτερος φίλος και για τους δυο μας.  Δεν ξεκολλούσε απ’ το σπίτι μας, έτρωγε εδώ τα βράδια μέρα παρά μέρα.  Ξέρω πολύ καλά πως σου έκανε πολλά δώρα και πως αυτός ήταν ένας τρόπος, μεταξύ άλλων, να ξεπληρώνει τη φιλοξενία μας. όμως, μα την αλήθεια, όταν έχεις φίλους σαν κι εμάς, τους σκέφτεσαι στη διαθήκη σου.  Είναι βέβαιο πώς, εάν είχα αισθανθεί εγώ άρρωστος, θα είχα κάνει κάτι γι’ αυτόν […]», Γκυ ντε Μωπασσάν, «Η διαθήκη», ό.π., σ.202.
[22] Στο ίδιο, σ. 202.
[23] Εγώ υπογραμμίζω.
[24] Γκυ ντε Μωπασσάν, «Η διαθήκη», ό.π., σ. 206.
[25] Από την εισαγωγή του Α. Ζήρα στο Γκυ ντε Μωπασσάν, 8 ερωτικές ιστορίες, μτφρ. Α. Ζήρας, Αθήνα: Αιγόκερως 1988, σ. 12.
[Απόσπασμα από την εργασία Από τον Ρεαλισμό στον Μοντερνισμό
Via



Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Ένα δοκίμιο για τη Θεωρία του Λόγου

του Κώστα Κυριάκη // *


Θεωρία του Λόγου,  Δημιουργικές Εφαρμογές,  Εκδόσεις Gutenberg. 320 σσ.

getImageΤο 2008 – 2009 αποτελεί το «αφετήριον έρμα» για την ανάπτυξη της λογο-θεωρίας στην Ελλάδα. Την περίοδο αυτή μεταφράζονται στα ελληνικά σημαντικά βιβλία για τη θεωρία και τη μεθοδολογία της Ανάλυσης Λόγου (π.χ. Ανάλυση Λόγου. Θεωρία και Μέθοδος των Phillips & Jørgensen, Η έννοια του λόγου του Howarth, κ.ά.) και εκδίδεται το σχετικό βιβλίο του Κύρκου Δοξιάδη (Ανάλυση Λόγου. Κοινωνικο-Φιλοσοφική Θεμελίωση)1, τα οποία σηματοδοτούν τη «στροφή στο λόγο» στην ελληνική βιβλιογραφία της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας. Στα χρόνια που ακολουθούν η βιβλιογραφία της λογο-θεωρίας διαρκώς εμπλουτίζεται με νέες θεωρητικές και εμπειρικές μελέτες, απότοκα κυρίως μεταπτυχιακών και διδακτορικών διπλωματικών διατριβών, αλλά και εντατικού ερευνητικού ενδιαφέροντος σε ιδιαίτερα επιστημονικά πεδία, καθιστώντας τη λογο-θεωρία ένα διεπιστημονικό διάβημα2. Παράλληλα, η διεξαγωγή ημερίδων και συνεδρίων με θέμα τη θεωρία του λόγου –αλλά και η ίδρυση του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου (www.democritics.net/discourse-analysis/) – ενισχύουν και εμπεδώνουν την ηγεμονία του λόγου στις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές επιστήμες.
Το βιβλίο Θεωρία του Λόγου. Δημιουργικές Εφαρμογές έχει την αφετηρία του ακριβώς σε μια τέτοια ημερίδα, η οποία διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας το 2012 (www.ece.uth.gr) και η οποία αποτέλεσε το έναυσμα της παρούσας έκδοσης. Πρόκειται, ωστόσο, για εμπλουτισμένες μορφές εκείνων των εισηγήσεων, συμπληρωμένες και με άλλες συμβολές από επιστήμονες που θεραπεύουν το πεδίο (χαρακτηριστική η συμβολή του κειμένου του Κύρκου Δοξιάδη, το οποίο είναι η επεξεργασμένη μορφή της εισήγησής του σε μια άλλη ημερίδα για την ανάλυση λόγου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 2010, www.greek language.gr)3.
Σκοπός του βιβλίου, όπως προεξαγγέλλεται από τους επιμελητές της έκδοσης (Α. Κιουπκιολής, Υ. Κοσμά και Γ. Πεχτελίδης), «είναι να καταστήσει τη «θεωρία του λόγου» προσιτή μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα ανάλυσης από διάφορα πεδία […] που εκτείνονται από την εκπαίδευση και τη νεότητα μέχρι το φύλο, την εθνότητα, την πολιτική και τις λαϊκές κουλτούρες», επιχειρώντας να γεφυρώσουν με το συγκεκριμένο τόμο τη θεωρία με τις εφαρμογές της, επειδή «η αξία μιας θεωρίας αναδεικνύεται στη χρήση της, δηλαδή όταν εφαρμόζεται στην πράξη».

Από τη γλώσσα στη ρηματική/συναισθηματική στροφή
Από τη δεκαετία του 1970 εκδιπλώνεται προοδευτικά στις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές επιστήμες μια σειρά εργασιών και θεωρητικών τοποθετήσεων, που συνδεόμενες με το ευρύτερο ρεύμα του μεταδομισμού, σημειώνουν μια σημαντική αλλαγή, η οποία έχει περιληπτικά αποδοθεί ως «στροφή στο λόγο». Σε αυτή τη στροφή και στην επακόλουθη ανάπτυξη και διάδοση των θεωριών του λόγου συνέβαλαν αποφασιστικά σημαντικές εξελίξεις και αλλαγές σε κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό και επιστημονικό-θεωρητικό επίπεδο, όπως για παράδειγμα τα γεγονότα που ακολούθησαν το γαλλικό Μάη του ’68, η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, η ανάπτυξη σημαντικών κοινωνικών κινημάτων, η αμφισβήτηση του επιστημονικού παραδείγματος του δομισμού και η μετα-δομιστική κριτική των κλειστών και συγκεντρωτικών δομών, διάφορες μετατοπίσεις στο εσωτερικό της μαρξιστικής θεωρίας, η ριζοσπαστικοποίηση της γκραμσιανής έννοιας της «ηγεμονίας», η ανάδυση του θεωρητικού πεδίου του μετα-μαρξισμού, όπως εκφράστηκε κυρίως από τους Ernesto Laclau και Chantal Mouffe αλλά και γενικότερα από τη Σχολή του Έσσεξ, κ.ά. (βλ. το εισαγωγικό κεφάλαιο της παρούσας έκδοσης).
Παράλληλα, οι φιλοσοφικές εξελίξεις, που αφορούσαν στη διάλυση της ψευδαίσθησης της αμεσότητας πρόσβασης στα πράγματα αυτά καθαυτά, ήταν εκείνες που οδήγησαν στη διάνοιξη του δρόμου ώστε οι ρηματικές διαμεσολαβήσεις να πάψουν να είναι απλώς παράγωγες και να καταστούν συστατικές στη διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Η λογο-θεωρία, λοιπόν, άσκησε κριτική στην ιδέα ενός «πλήρως συγκροτημένου ατόμου, φορέα μιας οικουμενικής ανθρώπινης ουσίας» και συνεπώς αμφισβήτησε ριζικά την ιδέα ότι το «άτομο» ή η «αλήθεια» ή ο «ορθός λόγος» είναι η αφετηρία της κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής ανάλυσης, εφόσον αυτές συγκροτούνται από στρατηγικές σχέσεις εξουσίας στο πεδίο του λόγου και μέσω αυτών. Σε αυτή την κριτική κρίσιμη υπήρξε και η συνεισφορά της φροϋδικής και λακανικής ψυχανάλυσης για τη συγκρότηση της ταυτότητας.
Από τη δεκαετία του 1980 το «ερευνητικό πρόγραμμα» της θεωρίας του λόγου, όπως σημειώνει ο Καρακατσάνης, μεγεθύνεται μέσω μιας «θετικής ευρετικής» (Lakatos)4, δηλαδή της συνομιλίας και του πειραματισμού του «σκληρού πυρήνα» του προγράμματος με διαφορετικές φιλοσοφικές, θεωρητικές και μεθοδολογικές οπτικές με αποτέλεσμα τον εμπλουτισμό του ίδιου του πυρήνα. Πράγματι, όπως σημειώνει στο δικό του κείμενο ο Γ. Σταυρακάκης, η θεωρία του λόγου συνομιλεί γόνιμα και δημιουργικά με τη (λακανική) ψυχανάλυση ώστε να καταδείξει ότι σημαντικές και μακροπρόθεσμες ηγεμονικές ταυτίσεις (εθνικισμός, λαϊκισμός κ.ά.) απαιτούν όχι μόνο μεταφορικές συμπυκνώσεις αλλά και καθεκτικές επενδύσεις, δηλαδή συμβολικές συναρθρώσεις και πραγματικές, συναισθηματικές, επενδύσεις5. Η συναρθρωτική πρακτική της σημασιοδότησης χρειάζεται επομένως ως συμπλήρωμα την κινητοποίηση της (λακανικής) απόλαυσης (jouissance).
Συνεπώς, η λογο-θεωρία, όπως κάθε θεωρητική-πολιτική παράδοση είναι μια εν εξελίξει δουλειά, ανοικτή και επιδεκτική διαρκών ανανεώσεων, μέσω της δημιουργικής άντλησης και προσαρμογής στοιχείων από άλλες συναφείς σχολές σκέψης – αυτός είναι άλλωστε ο δρόμος που ακολουθεί η θεωρία του λόγου και η σχετική παραγωγή της Σχολής του Έσσεξ.

Το εννοιολογικό οπλοστάσιο της θεωρίας του λόγου και οι εμπειρικές του εφαρμογές
Τα κείμενα που αποτελούν τη Θεωρία του Λόγου. Δημιουργικές Εφαρμογές αφορούν σε συγκεκριμένα παραδείγματα ανάλυσης από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, κάνοντας παραδειγματική χρήση του θεωρητικού και εννοιολογικού οπλοστασίου της ανάλυσης λόγου6.
Ειδικότερα, ο τόμος αποτελείται από εννέα κείμενα συν την εισαγωγή, η οποία πιστώνεται από κοινού στους επιμελητές. Το εισαγωγικό κείμενο αφορά σε μια γενεαλογία της θεωρίας του λόγου. Εστιάζεται, αρχικά, στο πέρασμα από το δομισμό στο μεταδομισμό, ή καλύτερα από τη γλώσσα στο λόγο –δηλαδή όχι μόνο στα καθαυτά λεγόμενα, αλλά και στο τι μπορεί να ειπωθεί και από ποιον σε μια δεδομένη κοινωνία. Σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται η θεωρία του λόγου στο Foucault, η οποία μέσα από τη συνάρθρωση της αρχαιολογικής ανάλυσης με τη γενεαλογία παρέχει ένα χρήσιμο εργαλείο διερεύνησης των μηχανισμών της εξουσίας. Στο έργο του Foucault γνώση και εξουσία αλληλεξαρτώνται και ένας από τους στόχους των κειμένων του βιβλίου είναι να καταδείξουν αυτή τη σχέση. Στη συνέχεια, εξετάζεται η θεωρία του λόγου στους Laclau & Mouffe, οι οποίοι επεκτείνουν το πεδίο του λόγου ώστε να περιλάβει όλες ανεξαιρέτως τις κοινωνικές πρακτικές, ταυτίζοντας τους λόγους και τις ρηματικές πρακτικές με τα συστήματα των κοινωνικών σχέσεων. Και αυτό το σημείο είναι η differentia specifica της λογο-θεωρίας των Laclau & Mouffe από τη θεωρία του λόγου στον Foucault ή σε άλλες προσεγγίσεις της ανάλυσης λόγου (π.χ. στην κριτική ανάλυση λόγου του Fairclough). Οι Laclau & Mouffe θεωρούν ότι η ηγεμονία είναι η κατ’ εξοχήν πολιτική διαδικασία με την οποία δημιουργούνται κοινωνικοί σχηματισμοί μέσω της ανταγωνιστικής αναμέτρησης ανάμεσα σε διαφορετικές συναρθρώσεις. Ωστόσο, επειδή το εννοιολογικό και μεθοδολογικό οπλοστάσιο της ηγεμονικής θεωρίας κινείται σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης θα πρέπει να συμπληρωθεί με έννοιες και μεθοδολογικά εργαλεία από άλλες συναφείς σχολές σκέψης. Όπως ήδη σημείωσα παραπάνω τα κείμενα του παρόντος τόμου κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, χρησιμοποιώντας ένα ευρύ φάσμα μεθοδολογικών εργαλείων και εννοιών που συμπληρώνουν τη λογο-θεωρία.
Η συνεισφορά των επιμέρους συγγραφέων στον τόμο αφορά σε ειδικότερα ζητήματα από ιδιαίτερα επιστημονικά πεδία. Στο κείμενο του Δοξιάδη εξετάζονται ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα της φουκωικής σκέψης, αναφορικά με το λόγο και πώς η γενεαλογία συμπληρώνει την αρχαιολογία στο ύστερο έργο του. Έτσι, η αρχαιολογική μέθοδος, συμπληρωμένη και εμπλουτισμένη από τη γενεαλογική διάσταση, αποτελεί τη βάση για μια προσέγγιση της ανάλυσης λόγου ως μεθοδολογίας. Στο πλαίσιο αυτό, η ιδιαιτερότητα του λόγου αναδεικνύεται μέσα από τις τέσσερις θεμελιώδεις λειτουργίες του: α) αντικείμενα, β) τρόποι εκφοράς, γ) έννοιες και δ) θεματικές, οι οποίες περιγράφουν και το μεθοδολογικό σκελετό της προσέγγισής του.
Το κείμενο της Κοσμά εστιάζεται στην ιδεολογική λειτουργία του κινηματογράφου και στις συνέπειες και στα αποτελέσματα που επιφέρει ο κινηματογραφικός λόγος ως προς την κατασκευή εθνικών υποκειμένων και την αναπαραγωγή σχέσεων εξουσίας. Ακολουθώντας τη μεθοδολογική προσέγγιση του Foucault στην Αρχαιολογία της Γνώσης, όπως συστηματοποιήθηκε από τον Δοξιάδη, αναφέρεται σε αντικείμενα (τον Οριενταλισμό), σε τρόπους εκφοράς, σε έννοιες (το έθνος ως σώμα) και σε θεματικές (στις αναπαραστάσεις των διατροφικών συνθηκών), έτσι ώστε να αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται φιλμικά η έννοια της εθνικής ταυτότητας και παράγεται ένας λόγος για την ετερότητα.
Το κείμενο του Πεχτελίδη εστιάζεται στους ρηματικούς τρόπους με τους οποίους κατασκευάζεται η νεότητα και ο κίνδυνος στους δημοσιογραφικούς λόγους της κρίσης. Στη συνέχεια προσεγγίζεται κριτικά η σχέση του δημοσιογραφικού αυτού λόγου με τους λόγους της επιστήμης και της πολιτικής, ως προς τις συνέπειές τους στον έλεγχο και στη διακυβέρνηση των νέων προς καθορισμένους ηθικο-πολιτικούς και οικονομικούς στόχους. Τέλος, διερευνάται η αλλαγή της ρητορικής και της στοχοθεσίας του μοντέλου διακυβέρνησης της νεότητας, ενώ εξετάζονται κριτικά οι λόγοι του κινδύνου στην ύστερη νεωτερικότητα, όπως αυτοί σχηματοποιούνται στους δημοσιογραφικούς λόγους της κρίσης.
Η συμβολή του Ηλιάδη αφορά στο συνδυασμό της εμπειρικής έρευνας στις πηγές με έννοιες της μεταδομιστικής θεωρίας του λόγου, όπως η προβληματοποίηση, οι πολιτικές της ισοδυναμίας και της διαφοράς, η εξάρθρωση, οι πολιτικές, κοινωνικές και φαντασιωτικές λογικές, προκειμένου να εξετάσει τις συνθήκες δυνατότητας της ανάδυσης των «διοικητικών ενοχλήσεων» στη Δυτική Θράκη. Οι τρόποι προβληματοποίησης –οι λόγοι της ελληνικής διοίκησης για τη μειονότητα- ανάγονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές λογικές, μέσω των οποίων αναδύθηκαν πολιτικές διακρίσεων και αποκλεισμού στη Δυτική Θράκη.
Το κείμενο του Καρακατσάνη πραγματεύεται την ιστορία του Βραβείου Ειρήνης και Φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί (1979 – 2003), για να αναδειχθεί το ζήτημα του πολιτικού μετασχηματισμού και της διαμόρφωσης νέων πολιτικών γραμματικών, υπό το πρίσμα της θεωρίας «ανάδυσης/αλλαγής όψεων» και της έννοιας της ηγεμονίας. Στη συνέχεια, εισηγείται την έννοια της δύσης οπτικών για να ερμηνεύσει τις διαδικασίες που οδήγησαν στην εξαφάνιση του βραβείου. Τέλος, προτείνεται ο εμπλουτισμός της λογο-θεωρίας και του σχήματος της ανάδυσης και αλλαγής οπτικών της A. Norval μέσω των θεωριών της ενσυναίσθησης και της ψυχανάλυσης.
Στόχος του επόμενου κειμένου, του Διακουμάκου, είναι να καταδειχθεί πως ένα διαδικτυακό επεισόδιο ήσσονος σημασίας (ένα βίντεο με κάποιο μήνυμα του τότε πρωθυπουργού Α. Σαμαρά κι ένα σατιρικό βίντεο που το διακωμωδούσε) μπορεί να αναγνωσθεί, μέσω της ανάλυσης λόγου και της έννοιας του μύθου, όπως εισήχθη στο ύστερο έργο του Barthes, ως ένα καθαρό παράδειγμα της τρέχουσας πάλης για την ηγεμονία στην Ελλάδα.

getImage1

Η ανάλυση του κειμένου του Κατσαμπέκη εστιάζεται στο «φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ» μέσω μιας λογο-θεωρητικής προσέγγισης του λαϊκισμού της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Γίνεται λόγος για τη σταδιακή «ενηλικίωση» του λαϊκισμού του ΣΥΡΙΖΑ με σκοπό να περιγραφεί η υποχώρηση της αναφοράς στο σημαίνον «νεολαία» και στην υιοθέτηση του συμπεριληπτικού σημαίνοντος «λαός».
Το κείμενο του Κιουπκιολή εστιάζεται στη προσπάθεια μιας διαζευκτικής σύζευξης των θεωρητικών σχημάτων της ηγεμονίας και του πλήθους των Hardt & Negri, τα οποία ούτε ανάγονται το ένα στο άλλο, ούτε συναιρούνται μέσω μιας διαλεκτικής σύνθεσης των αντιθέτων, αλλά διατηρούν την αυτονομία, την ετερότητα και τις αντιθέσεις τους. Μέσα από αυτή τη θεματική της διαζευκτικής σύζευξης, και πέρα από αυτή, το κείμενο σκιαγραφεί ένα όραμα για τις «πολιτικές της ελευθερίας»7, το οποίο προσβλέπει σε μια αγωνιστική ηγεμονία του πλήθους και εμπνέεται παράλληλα και συνθετικά από αυτούς τους δυο διαφορετικούς προσανατολισμούς, του ηγεμονικού συγκεντρωτισμού και της αυτόνομης κινητοποίησης από τα κάτω.
Τέλος, το κείμενο του Σταυρακάκη μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη απάντηση της Σχολής του Έσσεξ στο βιοπολιτικό επιχείρημα, δηλαδή των μη ηγεμονικών μηχανισμών της κυριαρχίας, στο πλαίσιο των οποίων, η εξουσία υποτίθεται ότι δε μεσολαβείται από το λόγο, αλλά επιδρά άμεσα και αποκλειστικά στο επίπεδο ενός συναισθηματικού (affective) πραγματικού. Διαγράφει μια γενεαλογία αυτής της κριτικής στην ηγεμονία στο όνομα μιας εκδίκησης του Πραγματικού, πρώτα από τη σκοπιά του υλιστικού πραγματικού της οικονομίας και των ταξικών αγώνων και στη συνέχεια με τους όρους έθους, του συναισθήματος και του πλήθους, επιχειρώντας να αναδείξει χαρακτηριστικές πλευρές αυτής της σύγκρουσης που διεξάγεται σε ρηματικό αλλά και συναισθηματικό επίπεδο. Έπειτα, επιδίδεται σε μια αποδομητική ανάγνωση των επιχειρημάτων της μετα-ηγεμονίας, τονίζοντας τη σημασία της διάκρισης που κάνει ο Laclau στο ύστερο έργο του ανάμεσα στη μορφή μιας ρηματικής συνάρθρωσης και στη δύναμη της συναισθηματικής της επένδυσης.
Το ζητούμενο της λογο-θεωρίας είναι να διερευνηθούν, σε κάθε ιστορική συγκυρία, οι διαφορετικοί και ποικίλοι τρόποι που αλληλεπιδρούν και από κοινού συγκροτούν υποκείμενα, αντικείμενα και κοινωνικο-πολιτικές τάξεις, με σκοπό τη βαθύτερη κατανόηση της ιστορίας και της κοινωνικής πραγματικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως σημειώνει ο Ηλιάδης, η χρήση εννοιολογικών εργαλείων διαμόρφωσε και συνεχίζει να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για «την ανάπτυξη ενός εναλλακτικού οντολογικού πεδίου» μέσω του οποίου μπορεί να εξηγηθούν κριτικά μια σειρά φαινομένων, στη βάση της ριζικής ενδεχομενικότητας και της δομικής ανοικτότητας του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων και ταυτοτήτων.
Κλείνοντας, φρονώ ότι η Θεωρία του Λόγου. Δημιουργικές Εφαρμογές αποτελεί ένα απαραίτητο βιβλίο – οδοδείκτη για όλους εκείνους που επιθυμούν να δουν πώς μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη θεωρίες, έννοιες και λογικές της λογο-θεωρίας σε ζητήματα αιχμής της κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής θεωρίας.

  •  1 Δοξιάδης, Κ. (2008). Ανάλυση Λόγου. Κοινωνικο-φιλοσοφική θεμελίωση. Αθήνα: Πλέθρον. Howarth, D. (2008). Η έννοια του λόγου. Μτφρ. Σ. Καναούτη. Αθήνα: Πολύτροπον. Phillips, L. & Jørgensen, M. (2009). Ανάλυση Λόγου. Θεωρία και Μέθοδος. Μτφρ. Α. Κιουπκιολής. Αθήνα: Παπαζήσης.
  • 2 Έναν κατάλογο ερευνητικών πηγών σχετικά με την ανάλυση λόγου μπορεί να βρει κανείς εδώ: http://www.democritics.net/discourse (τελευταία πρόσβαση 22/6/2015). Επίσης, στο τέλος της εισαγωγής του παρόντος πονήματος παρατίθεται ενδεικτική βιβλιογραφία για τη θεωρία του λόγου.
  • 3Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ημερίδα αυτή διοργανώθηκε με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά των βιβλίων των Phillips & Jørgensen (βλ. παραπάνω) αλλά και του βιβλίου των Potter & Wetherell για το Λόγο στην Κοινωνική Ψυχολογία (Potter, J. & Wetherell, M. (2009). Λόγος και Κοινωνική Ψυχολογία. Πέρα από τις στάσεις και τη συμπεριφορά. Μτφρ. Ε. Αυγήτα & Α. Τσονίδης. Αθήνα: Μεταίχμιο). Στο πεδίο της Κοινωνικής Ψυχολογίας θα κυκλοφορήσει δυο χρόνια αργότερα σε επιμέλεια Μποζατζή & Δραγώνα μια συλλογή κειμένων με το χαρακτηριστικό υπότιτλο: Η στροφή στον λόγο (Μποζατζής, Ν. & Δραγώνα, Θ. (Επιμ.) (2011). Κοινωνική Ψυχολογία. Η στροφή στον λόγο. Μτφρ. Ε. Αυγήτα & Α. Τσονίδης. Αθήνα: Μεταίχμιο).
  • 4 Βλ. Πρόχειρα, Lakatos, I. (χ.χ.). Falsification and the Methodology of Scientific Research Programmes. A Methodology of Scientific Research Programmes. Διαθέσιμο στο: http://marxsite.com/LK1.htm (τελευταία πρόσβαση 22-6-2015).
  • 5 Βλ. Laclau, E. (2004). Glimpsing the Future: A Reply. In S. Critchley & O. Marchart (Eds.) Laclau: A Critical Reader. (pp. 279 – 328). London: Routledge. Για αυτά τα επιχειρήματα θα μπορούσε κανείς να δει και στο Σταυρακάκης, Γ. (2012). Η Λακανική Αριστερά. Ψυχανάλυση, Θεωρία, Πολιτική. Μτφρ. Α. Κιουπκιολής. Αθήνα: Σαββάλας.
  • 6 Ένα παρόμοιο εγχείρημα εμπειρικών εφαρμογών, στο οποίο δοκιμάζεται το θεωρητικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της ανάλυσης λόγου, από τη διεθνή βιβλιογραφία, μπορεί να βρει κάποιος στο Howarth, D, Norval, A., & Stavrakakis, Y. (Eds.) (2000). Discourse Theory and Political analysis. Identities, Hegemonies and Social Change. Manchester: Manchester University Press.
  • 7 Βλ. Κιουπκιολής, Α. (2011). Πολιτικές της Ελευθερίας. Αγωνιστική δημοκρατία, μετα-αναρχικές ουτοπίες και η ανάδυση του πλήθους. Αθήνα: Εκκρεμές.

(1η δημοσίευση στο Fractalart, 13) 

Via
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...