Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Εκπαιδευτικό Coaching: Μια σύντομη εισαγωγή



Το coaching είναι ένα συνεχές ταξίδι που κάνει το όραμα πραγματικότητα.





Το coaching είναι μια εναλλακτική εκπαιδευτική τεχνολογία. Χρησιμοποιεί διάφορες διαλογικές τεχνικές με σκοπό την επίτευξη εκπαιδευτικών (αλλά και προσωπικών/κοινωνικών) στόχων, σε σύντομο χρονικό διάστημα, εξερευνώντας και αποσαφηνίζοντας τη σχέση ανάμεσα στις αξίες, στη μάθηση και στις διδακτικές πρακτικές.  
   

Πρόκειται για ένα ευέλικτο, εξατομικευμένο και εστιασμένο στη λύση σύστημα θετικής υποστήριξης και μια διαδικασία ενδυνάμωσης, ώστε ο εκπαιδευόμενος μέσα από την αλληλεπίδραση με τον εκπαιδευτή-coach και τη χρήση κατάλληλων στρατηγικών, εργαλείων και τεχνικών να βελτιώσει τις δικές του τεχνικές μάθησης ώστε να οδηγηθεί σε έναν επιθυμητό στόχο-αποτέλεσμα και σε μια βιώσιμη αλλαγή. 


Το εκπαιδευτικό coaching είναι μια τέχνη και μια εφαρμοσμένη τεχνική με διεπιστημονικές ρίζες.  Αντλεί τις θεωρίες και τις μεθόδους του από ποικίλα επιστημονικά πεδία και πρακτικές, π.χ. από την κοινωνική ψυχολογία, τις θεωρίες μάθησης ενηλίκων, τη φιλοσοφική συμβουλευτική, τη λογοθεωρία και τον κοινωνικό κονστρουκτιβισμό, για να ονομάσουμε μερικές. 


Το coaching στην εκπαίδευση αφορά τόσο στον ίδιο τον εκπαιδευτή όσο και στον εκπαιδευόμενο. Ο εκπαιδευτής μέσα από διαλογική συζήτηση με τον coach μαθαίνει να οργανώνει, να σχεδιάζει και να αξιοποιεί καλύτερα τον μαθησιακό χρόνο σε περιβάλλον τάξης, να εμπλουτίζει και να βελτιώνει τις εκπαιδευτικές πρακτικές του ή να αναζητά άλλες πιο λειτουργικές, να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει την ‘comfort zone’ του, να αυξήσει την αυτεπίγνωσή του  και να ανοιχτεί στην πρόκληση και στη δημιουργία. 


Ο εκπαιδευτής-coach βοηθά τον εκπαιδευόμενο να προσδιορίσει ο ίδιος με κριτικό πνεύμα σημαντικές αξίες, να εξερευνήσει νέους τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, να σχεδιάσει δράσεις με σκοπό την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος και τη βελτιστοποίηση της προσωπικής λειτουργικότητας και αποτελεσματικότητας. Ο εκπαιδευτής-coach παρακολουθεί τη διαδικασία και την πρόοδό της και την αναλύει μαζί με τον εκπαιδευόμενο, μέσα από διαλογικές  ή άλλες coaching τεχνικές. 
   

Το coaching θέτει ως πρωταρχικό του επίτευγμα την ικανοποίηση της ατζέντας του εκπαιδευόμενου, προωθώντας την αυτοπραγμάτωση του μέσα από τη διαλεκτική συζήτηση της διαδρομής για την επίτευξη του επιθυμητού στόχου και της βιωσιμότητάς του. Ο εκπαιδευτής-coach δεξιώνεται την πεποίθηση ότι ο εκπαιδευόμενος έχει πολλά να του διδάξει: εμπειρίες, γνώσεις, απορίες, δεξιότητες, ταλέντα. Και αυτά, μαζί με άλλα, όπως επιθυμίες και ανάγκες, θα πρέπει να φέρει στο φως ο εκπαιδευτής-coach σε αυτό το ταξίδι της μάθησης και της αυτο-ολοκλήρωσης. 


Η επιτυχία του εκπαιδευτικού coaching θα κριθεί από το αν κατορθώσει να συναρθρώσει τον βραχυπρόθεσμο στόχο της προσωπικής επίτευξης κάποιου στόχου, με μια μακροπρόθεσμη δυναμική αλλαγή της μαθησιακής και εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αν, δηλαδή, οι συμμετέχοντες σε μια ομάδα εκπαιδευτικού coaching θα μπορέσουν στο τέλος να διαμορφώσουν το προσωπικό τους μοντέλο coaching και το εντάξουν δημιουργικά στην εκπαιδευτική τους φαρέτρα τεχνικών, εργαλείων και μεθοδολογιών.  

[συνεχίζεται...]


Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Ο επιτάφιος θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής. Εγκώμια-Στάση Πρώτη- Η ζωή εν τάφω

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Η ζωή πως θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

Μέτρα γής ο στήσας,
εν σμικρώ κατοικείς,
Ιησού Παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,
εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.

Ιησού Χριστέ μου,
Βασιλεύ του παντός,
τι ζητών τοις εν τω Άδη ελήλυθας;
ή το γένος απολύσαι των βροτών.

Ο Δεσπότης πάντων
καθοράται νεκρός,
και εν μνήματι καινώ κατατίθεται,
ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας
και επήγασας τω κόσμω την ζωήν.

Μετά των κακούργων
ως κακούργος, Χριστέ,
ελογίσθης δικαιών ημάς άπαντας,
κακουργίας του αρχαίου Πτερνιστού.

Ο ωραίος κάλλει
παρά πάντας βροτούς
ως ανείδεος νεκρός καταφαίνεται,
ο την φύσιν ωραΐσας του παντός.

Άδης πως υποίσει
παρουσίαν την σήν,
και μη θάττον συντριβείη σκοτούμενος,
αστραπής φωτός σου αίγλη τυφλωθείς;

Ιησού, γλυκύ μοι
και σωτήριον φως,
τάφω πως εν σκοτεινώ κατακέκρυψαι;
ω αφάτου και αρρήτου ανοχής!

Απορεί και φύσις,
νοερά και πληθύς,
η ασώματος, Χριστέ, το μυστήριον
της αφράστου και αρρήτου σου ταφής.

Ώ θαυμάτων ξένων!
ώ πραγμάτων καινών!
ο πνοής μοι χορηγός άπνους φέρεται,
κηδευόμενος χερσί του Ιωσήφ.

Και εν τάφω έδυς,
και των κόλπων, Χριστέ,
των πατρώων ουδαμώς απεφοίτησας
τούτο ξένον και παράδοξον ομού.

Αληθής και πόλου
και της γης Βασιλεύς,
ει και τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι,
επεγνώσθης πάση κτίσει, Ιησού.

Σου τεθέντος τάφω,
πλαστουργέτα Χριστέ,
τα του Άδου εσαλεύθη θεμέλια,
και μνημεία ηνεώχθη των βροτών.

Ο την γην κατέχων,
τη δρακί νεκρωθείς,
σαρκικώς υπό της γης νυν συνέχεται,
τους νεκρούς λυτρών της Άδου συνοχής.

Εκ φθοράς ανέβη
η ζωή μου ευθύς,
Σου θανέντος και τω Άδη φοιτήσαντος,
Ιησού μου, του θανάτου συντριβή.

Ως φωτός λυχνία
νυν η σάρξ του Θεού,
υπό γην ως υπό μόδιον κρύπτεται,
και διώκει τον εν Άδη σκοτασμόν.

Νοερών συντρέχει
στρατιών η πληθύς,
Ιωσήφ και Νικοδήμω συστείλαί σε,
τον αχώρητον, εν μνήματι σμικρώ.

Νεκρωθείς βουλήσει
και τεθείς υπό γήν,
ζωοβρύτα Ιησού μου, εζώωσας
νεκρωθέντα παραβάσει με πικρά.

Ηλλοιούτο πάσα,
Ιησού, εν τω σώ
εκουσίω πάθει κτίσις, ως Λόγον Σε,
εγνωκυία εαυτής συνεκτικόν.

Της ζωής την πέτραν
ως βροτόν, Ιησού,
ο παμφάγος Σε φαγών Άδης ήμεσεν,
εξ αιώνος ους κατέπιε νεκρούς.

Εν καινώ μνημείω
κατετέθης, Χριστέ,
και την φύσιν των βροτών ανεκαίνισας,
αναστάς θεοπρεπώς εκ των νεκρών.

Επί γης κατήλθες
ίνα σώσης Αδάμ
και εν γη μη ευρηκώς τούτον, Δέσποτα,
μέχρις Άδου κατελήλυθας ζητών.

Συγκλονείται φόβω
πάσα, Λόγε, η γη
και Φωσφόρος τας ακτίνας απέκρυψε,
του μεγίστου γη κρυβέντος σου φωτός.

Ως βροτός μεν θνήσεις,
εκουσίως, Σωτήρ,
ως Θεός δε τους θνητούς εξανέστησας,
εκ μνημάτων και βυθού αμαρτιών.

Δακρυρρόους θρήνους
επί σε η Αγνή
μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα,
ανεβόα πως κηδεύσω σε, Υιέ;

Ώσπερ σίτου κόκκος,
υποδύς κόλπους γης,
τον πολύχουν απεδέδωκας άσταχυν,
αναστήσας τους βροτούς τους εξ Αδάμ.

Υπό γην εκρύβης
ώσπερ Ήλιος νυν,
και νυκτί τη του θανάτου κεκάλυψαι
αλλ’ ανάτειλον φαιδρότερον, Σωτήρ.

Ως ηλίου δίσκον
η σελήνη, Σωτήρ,
αποκρύπτει, και Σε τάφος νυν έκρυψεν,
εκλιπόντα τω θανάτω σαρκικώς.

Η ζωή θανάτου
γευσαμένη, Χριστός,
εκ θανάτου τους βροτούς ηλευθέρωσε,
και δωρείται πάση κτίσει την ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι
τον Αδάμ φθονερώς
επανάγεις προς ζωήν τη νεκρώσει Σου,
νέος, Σώτερ, εν σαρκί φανείς Αδάμ.

Νοεραί σε τάξεις,
ηπλωμένον νεκρόν
καθορώσαι δι’ ημάς εξεπλήττοντο,
καλυπτόμεναι ταις πτέρυξι, Σωτήρ.

Καθελών σε, Λόγε,
απο ξύλου νεκρόν,
εν μνημείω Ιωσήφ νυν κατέθετο.
Αλλ’ ανάστα σώζων πάντας ως Θεός.

Των αγγέλων, Σώτερ,
χαρμονή πεφυκώς
νυν και λύπης τούτοις γέγονας αίτιος,
καθορώμενος σαρκί άπνους νεκρός.

Υψωθείς εν ξύλω
και τους ζώντας βροτούς
συνοψοίς υπό την γήν δε γενόμενος,
τους κειμένους υπ’ αυτήν εξανιστάς.

Ώσπερ λέων, Σώτερ,
αφυπνώσας σαρκί,
ως τις σκύμνος ο νεκρός εξανίστασαι,
αποθέμενος το γήρας της σαρκός.

Την πλευράς ενύγης
ο πλευράν ειληφώς
του Αδάμ, εξ ής την Εύαν διέπλασας,
και εξέβλυσας κρουνούς καθαρτικούς.

Εν κρυπτώ μεν πάλαι
έθυον τον Αμνόν
σύ δ’ υπαίθριος τυθείς, Ανεξίκακε,
πάσαν κτίσιν απεκάθηρας, Σωτήρ.

Τις εξείποι τρόπον,
φρικτόν! όντως καινόν;
ο δεσπόζων γαρ της κτίσεως σήμερον,
πάθος δέχεται και θνήσκει δι’ ημάς.

Ο ζωής ταμίας
πως οράται νεκρός;
εκπληττόμενοι οι άγγελοι έκραζον
πως δ’ εν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου, Σώτερ,
εκ πλευράς σου ζωήν
τη ζωή, την εκ ζωής εξωσάση με
επιστάζεις και ζωοίς με σύν αυτή.

Απλωθείς εν ξύλω
συνηγάγου βροτούς
την πλευράν σου δε νυγείς την ζωήρρυτον,
πάσιν άφεσιν πηγάζεις, Ιησού.

Ο ευσχήμων, Σώτερ,
σχηματίζει φρικτώς,
και κηδεύει ως νεκρόν ευσχημόνως Σε,
και θαμβείταί σου το σχήμα το φρικτόν.

Υπό γην βουλήσει,
κατελθών ως θνητός,
επανάγεις απο γης προς ουράνια
τους εκείθεν πεπτωκότας, Ιησού.

Καν νεκρός ωράθης,
αλλά ζων ως Θεός,
νεκρωθέντας τους βροτούς ανεζώωσας,
τον εμόν απονεκρώσας νεκρωτήν.

Ω χαράς εκείνης!
ω πολλής ηδονής!
Ιησού, ης τους εν Άδη πεπλήρωκας,
εν πυθμέσι φως αστράψας ζοφεροίς.

Προσκυνώ το πάθος,
ανυμνώ την ταφήν
μεγαλύνω σου το κράτος, φιλάνθρωπε,
δι’ ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.

Κατά σου ρομφαία
εστιλβούτο, Χριστέ,
και ρομφαία ισχυρού μεν αμβλύνεται,
η ρομφαία δε τροπούται της Εδέμ.

Η αμνάς τον άρνα,
καθορώσα νεκρόν,
ταις αικίσι βαλλομένη ωλόλυζε
συγκινούσα και το ποίμνιον βοάν.

Καν ενθάπτη τάφω
καν εις Άδου μολή,
αλλά, Σώτερ, και τους τάφους εκένωσας
και τον Άδην απεγύμνωσας, Χριστέ.

Εκουσίως, Σώτερ,
κατελθών υπό γήν,
νεκρωθέντας τους βρούς ανεζώωσας
και ανήγαγες εν δόξη πατρική

Της Τριάδος πάθος
υπομένει, ο Είς,
επονείδιστον, αμνός ιλαστήριος
φρίξον ήλιος, και τρόμαξον η γη.

Ως πικράς εκ κρήνης,
της Ιούδα φυλής,
οι απόγονοι εν λάκκω κατέθεντο,
τον τροφέα μανναδότην Ιησούν.

Ο Κριτής εις δίκην
προ αδίκου κριτού,
και παρίστατο και θάνατον άδικον
κατεκρίθη διά ξύλου σταυρικού.

Μιαιφόνον έθνος,
αλαζών Ισραήλ,
τι παθών τον Βαραββάν ηλευθέρωσας;
τον Σωτήρα δε παρέδωκας σταυρώ;

Ο χειρί σου πλάσας
τον Αδάμ εκ της γής,
δι’ αυτόν τη φύσει γέγονας άνθρωπος,
και εσταύρωσαι βουλήματι τω σω

Υπακούσας, Λόγε,
τω ιδίω Πατρί,
μέχρις Άδου του δεινού καταβέβηκας
και ανέστησας το γένος των βροτών.

Οίμοι, φώς του κόσμου!
οίμοι φως, το εμόν!
Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν,
η Παρθένος, θρηνωδούσα γοερώς.

Φθονερέ, ελάστορ,
φόνου πλήρης λαέ,
καν σινδόνας και αυτό το σουδάριον
ουκ αισχύνη, αναστάντος του Χριστού!

Δολοφόνε, δεύρο,
μιαρέ μαθητά,
και τον τρόπον της κακίας σου δείξον μοι,
δι’ όν γέγονας προδότης του Χριστού.

Ως φιλάνθρωπός τις
υποκρίνη, μωρέ
και τυφλέ, πανωλεθρότατε άσπονδε,
ο το μύρον πεπρακώς διά τιμής.

Ουρανίου μύρου
ποίαν έσχες τιμήν;
του τιμίου τι εδέξω αντάξιον
λύσσαν εύρες, καταρώτατε Σατάν.

Ει λυπή το μύρον
και φιλόπτωχος εί,
εις εξίλασμα ψυχής νυν χεόμενον,
πως χρυσώ απεμπολείς τον φωταυγή;

Ώ Θεέ και Λόγε,
ω χαρά η εμή
πως ενέγκω σου ταφήν την τριήμερον;
νυν σπαράττομαι τα σπλάγχνα μητρικώς.

Τίς μοι δώσει ύδωρ
και δακρύων πηγάς,
η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν,
ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;

Ώ βουνοί και νάπται
και ανθρώπων πληθύς,
οίμοι! κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε
συν εμοί τη του Θεού ημών Μητρί.

Πότε ίδω, Σώτερ,
σε το άχρονον φως,
την χαράν και ηδονήν της καρδίας μου;
η Παρθένος ανεβόα γοερώς,

Καν ως πέτρα, Σώτερ,
η ακρότομος σύ,
κατεδέξω την τομήν, αλλ’ επήγασας,
ζων το ρείθρον, ως πηγή ων της ζωής.

Ως μιας εκ κρήνης,
τον διπλούν ποταμόν,
της πλευράς σου, προχεούσης αρδόμενοι,
την αθάνατον καρπούμεθα Ζωήν.

Θέλων ώφθης, Λόγε,
εν τω τάφω νεκρός,
αλλά ζής και τους βροτούς,ως προείρηται
τη εγέρσει σου, Σωτήρ μου, ανιστάς.

Ανυμνούμεν, Λόγε,
σε των πάντων Θεόν,
τω Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι,
και δοξάζομεν την θείαν σου ταφήν.

Μακαρίζομέν σε,
Θεοτόκε Αγνή,
και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον
του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς.

Η ζωή εν τάφω,
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν. 


Hans Holbein the Younger, The Body of the Dead Christ in the Tomb (1521)

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Τα δέκα αγαπημένα βιβλία


1. Οιδίπους Τύραννος, Σοφοκλής
2. Ποιήματα, Γ. Σεφέρης
3. Ιούλιος Καίσαρας, Σέξπιρ
4. Μέρες Α και Μέρες Β, Γ. Σεφέρης
5. Το εγωιστικό γονίδιο, Ρ. Ντόουκινς
6. Ποιήματα, Κ. Π. Καβάφης
7. Πρόζες, Σ. Μπέκετ
8. Εφτά Νύχτες, Μπόρχες
9. Τα στοιχειώδη σωματίδια, Μ. Ουελμπέκ
10. Τα εις εαυτόν, Μάρκος Αυρήλιος



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...