Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Ερμηνεία του θρησκευτικού χαρακτήρα της επικής ποίησης σε σχέση με τις ιστορικές και ιδεολογικές συνθήκες που τη διαμόρφωσαν. Ιστορικές και ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στη λυρική και επική ποίηση

του Κώστα Κυριάκη
 
Περίληψη
Το έπος, ποίηση τρίτου προσώπου και άρα «αντικειμενική», αφηγείται μια μυθική ιστορία που εξυμνεί τα κλέη των ανδρών της «εποχής των ηρώων».  Αναφέρεται σε έναν κόσμο παλαιικό και συνεκτικό, όπου η θεϊκή επενέργεια είναι αυτή που προσδίδει νόημα και αξία στις ανθρώπινες πράξεις.  Η λυρική ποίηση, ποίηση πρώτου προσώπου και άρα «υποκειμενική», αφορμάται από συγκεκριμένες εικόνες και καταστάσεις εξυψώνοντας ένα γεγονός του παρόντος πάνω από τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο προσδίδοντάς του διάρκεια.  Αναφέρεται σε έναν κόσμο σύγχρονο και «θρυμματισμένο», όπου η θεότητα είναι αυτή που, πίσω από το νόμο της αιώνιας εναλλαγής, προσδίδει ενότητα και φωτίζει τη ζωή σαν σύνολο.  Και τα δύο είδη ποίησης εντάσσονται στη γενικότερη ιστορική διαδικασία που οδήγησε από την πατριαρχία στην οργάνωση της πόλης. 
Επική Ποίηση – Γενικό Πλαίσιο
Στην αυγή μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας, δηλαδή τη γέννηση του φαινομένου της πόλεως, μύθοι κληρονομημένοι από το μακρινό παρελθόν και πιο πρόσφατες μνήμες (Mosse 2001: 36) συνείρονται για να συνθέσουν τα ομηρικά έπη.  Κυριαρχικό ρόλο προς την εξέλιξη αυτή θα διαδραματίσει η (επαν-) εμφάνιση καθώς και η ευρύτατη διάδοση της αλφαβητικής γραφής. 
    Το έπος είναι το εξαγόμενο της επισώρευσης αιώνων (Romilly 1994: 24) και εκφράζει τη νοσταλγία για μια χαμένη εποχή.  Έτσι, το υλικό και γλωσσικό του υπόβαθρο περιέχει πολλά παραδοσιακά, αρχαϊκά και εξωτικά στοιχεία (Κ261-265, Η219-223, Λ23-28,  Λ633-635, η87 κ.ε.) διαφορετικής χρονικής προέλευσης, που ανταποκρίνονται στην εξωραϊστική του διάσταση.  Με το έπος διαμορφώνεται ένα κοινό παρελθόν και παγιώνεται μια ιστορική συνέχεια, δίνοντάς του τον χαρακτήρα ενός «βιβλίου της φυλής» και ταυτόχρονα ενός «μυθιστορήματος ψυχαγωγίας» (Merchant 1983: 13), επειδή στην επική ποίηση ιστορία και μυθολογία διαρκώς αλληλοεμπλέκονται.
    Τα ομηρικά έπη αναφέρονται σε μια περίοδο αναταραχών και πολεμικών συγκρούσεων που συνδέεται άμεσα με τις μετακινήσεις πληθυσμών και την ίδρυση αποικιών στις ακτές της Ιωνίας.  Αντανακλούν την κοινωνική πραγματικότητα και τις συνθήκες που επικρατούν στους Σκοτεινούς χρόνους και στη Γεωμετρική περίοδο.  Ωστόσο, η κοινωνική πραγματικότητα και οι συνθήκες που περιγράφουν είναι εν μέρει πραγματικές και εν μέρει πλασματικές. 
    Η πύκνωση (τέλη 9ου – αρχές 8ου αι. π.Χ.) των τοπικών ιερών που αφιερώνονται στον προστάτη θεό της νέας πόλης και των ιερών που αφιερώνονται στους ιδρυτές των νέων οικισμών (Mosse 2001: 43) εκφράζει την ανάγκη της νεοσύστατης κοινότητας για την απόκτηση μιας «συνεκτικής ύλης» (ό.π.π.) και την επιθυμία να ριζώσει στο χώρο όπου εγκαταστάθηκε.  Παράλληλα, ορθώνεται ο δημιουργικός νους και η βούληση του ανθρώπου με συνείδηση της δύναμης αλλά και των ορίων του, μέσα στα καθορισμένα πλαίσια της Μοίρας (Βλάχος 1981: 83).  Αρχίζει να αναπτύσσεται η αντίληψη ενός κόσμου αρμονικού, συνεκτικού και σφαιρικού.  Αυτός κατοπτρίζεται στην τέλεια οργάνωση του θεϊκού κόσμου, την οποία οι άνθρωποι επιδιώκουν να μιμηθούν εδραιώνοντάς την στις επίγειες πολιτείες τους (Rohde 1988: 45).
    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πολεμιστές-αριστοκράτες των πόλεων της Μικρασίας θα επιχειρήσουν να αναβιώσουν την «εποχή των ηρώων» με την οποία επιθυμούν να ταυτιστούν, δημιουργώντας το επικό τραγούδι αφενός για να τιμήσουν τους θεούς και τους ήρωές τους και αφετέρου για να διατρανώσουν την κυριαρχία και να ψάλλουν τα ιδανικά τους μέσα στις νέες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονται.
Ερμηνεία του θρησκευτικού χαρακτήρα της επικής ποίησης σε σχέση με τις ιστορικές και ιδεολογικές συνθήκες που τη διαμόρφωσαν
α) Θεοπνευστία επικού ποιητή
Για τη σύνθεση των επών είναι θεμελιακή η σημασία της θρησκείας.  Άλλωστε, η ίδια η γλώσσα είχε θρησκευτική σημασία (Dodds 1978: 82).  Ήδη από το προοίμιο γίνεται ένα τελετουργικό άνοιγμα του έπους με την επίκληση των Μουσών, που ήταν κόρες της θεάς Μνημοσύνης και θεματοφύλακες της ποίησης, για να συνδράμουν στο μακρόπνοο ποιητικό εγχείρημα.  Ο ποιητής επικαλείται επίσης τις Μούσες να τον βοηθήσουν να πει θέματα που είναι πραγματικά (Λ218, Π112, Ξ508, Β484 κ.ε.) γιατί έτσι διασφαλιζόταν η εγκυρότητα του κλέους των ηρώων.  Η δύναμη του ποιητή από τη συνάφεια με τις Μούσες ήταν το χάρισμα του αληθινού λόγου (βλ. Αντίθετα Ησίοδος, Θεογονία, 22 κ.ε.). 
    Οι αοιδοί λαμβάνουν, λοιπόν, τη δημιουργική τους δύναμη από τον θεό (ρ518 κ.ε.) γιατί οι φράσεις του εξάμετρου αναβλύζουν μέσα τους, μόλις τις χρειαστούν, από κάποιο ανεξερεύνητο βάθος.  Η ποιητική δημιουργία περιέχει ένα στοιχείο που δεν εξαρτιέται ολοκληρωτικά από την ανθρώπινη θέληση αλλά είναι θεϊκά δοσμένο (Γ65 κ.ε.).  Ο ποιητής αρχίζει να στοχάζεται για το μεγαλείο και τους κινδύνους που κρύβει η τέχνη του, γι’ αυτό οικειοποιείται την ιδιότητα του «ερμηνέως θεών».  Όπως ο βασιλιάς κυβερνά χάρη στον Δία έτσι κι εκείνος τραγουδά χάρη στη Μούσα (Ησίοδος, Θεογονία 94 κ.ε.). 
β) Πόλις θεών – Πόλις ανθρώπων
Όλα τα ανθρώπινα γνωρίσματα τα συναντάμε στους θεούς εξωραϊσμένα, μεγεθυσμένα, λαμπρότερα (Romilly 1994: 91).  Οι Ολύμπιοι θεοί είναι όμοιοι ανθρώποις, αλλά ανώτεροι από αυτούς.  Κατ’ αρχάς είναι αθάνατοι, στις φλέβες τους κυλά ιχώρ και όχι αίμα, τρέφονται με αμβροσία.  Μπορούν να μετακινούνται με ευκολία μέσα στο άπειρο και να μεταμορφώνονται κατά βούληση (πολυμορφισμός).  Είναι οι ρέα ζώοντες.  Η ανώτερη ζωή των θεών δίνει στην ανθρώπινη ύπαρξη μεγαλοπρέπεια, αλλά ακόμη μπορεί να την κάνει να φαίνεται ευτελής ή τραγική.  Η θεότητα προκαλώντας τον άνθρωπο να τη μιμηθεί γίνεται το εξιδανικευτικό πρότυπο πάνω στο οποίο προβάλλονται και φωτίζονται οι αρετές και τα πάθη των ανθρώπων. 
    Στην Ιλιάδα, γενικά, η θεότητα δεν είναι ηθική δύναμη ούτε εποπτεύει την ανθρώπινη ηθική.  Παρουσιάζει ανθρώπινα πάθη, που ο ποιητής εκμεταλλεύεται για να δημιουργήσει κωμικές σκηνές (Α518-521).  Οι θεοί αυθαιρετούν κάνοντας τον άνθρωπο να αισθάνεται παραδομένος στη διάθεσή τους.  Χαρίζουν το καλό αλλά και τη συμφορά (Lesky 1990: 118 – 119).  Στην Οδύσσεια τα πράγματα διαφοροποιούνται.  Οι θεοί «φρονέουσιν αγαθά».  Η ατασθαλία των ανθρώπων είναι αυτή που τους καταστρέφει «υπέρ μόρον».  Διακρίνονται λιγότερες αντιθέσεις ανάμεσά τους και δείχνουν περισσότερο υποταγμένοι στη θέληση του Δία.  Αρχίζουν να γίνονται έφοροι της ανθρώπινης ηθικής.  Αυτή η ασυνέπεια της θεότητας στα δυο έπη πηγάζει από τον αδιερεύνητο και ελεύθερο χαρακτήρα της θεϊκής φύσης (Κακριδής 1980: 31 – 39).
    Ωστόσο, υπάρχουν όρια και στην ελεύθερη δράση των θεών.  Πίσω από αυτούς γίνεται αντιληπτή μια βαθύτερη και ανεξιχνίαστη πραγματικότητα που μπροστά της υποχωρεί η θεϊκή βούληση (Π441-443, Σ464 κ.ε., γ236 κ.ε.).  Αυτή η αναπόδραστη τάξη που αφορά πάντοτε στον θάνατο (Romilly 1988: 37) εκφράζεται συμβολικά με τη χρυσή ζυγαριά του Δία (Θ72, Χ212) και καλείται Μοίρα ή Αίσα (Χ303, Τ86-88, κ.α.).  Η Μοίρα τονίζει τα όρια της εξουσίας των θεών πάνω στους ανθρώπους και τα όρια στα οποία οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να σταματούν.  
    Στο ομηρικό σύμπαν ο κόσμος των φαινομένων διέπεται από δυνάμεις που εκφράζονται με τη μορφή κάποιας θεότητας.  Η κατανομή και η διευθέτησή τους υποβάλλει την ιδέα μιας κοσμικής τάξης που, αν και είναι κατ’ ουσίαν μεταβλητή και αντιφατική, κατορθώνει να ισορροπεί χάρη στην υπέρτατη φρόνηση του Δία.  Αντίθετα, στον κόσμο της βούλησης και της πράξης η ισορροπία εξασφαλίζεται με την ευσέβεια προς τους θεούς, δηλαδή την ιδέα της Δικαιοσύνης (Βλάχος 1981: 82 – 83), που στην Ιλιάδα είναι περισσότερο ζήτημα διαισθητικής σύλληψης (Δ160 κ.ε., Ν624), ενώ πιο εναργής και συγκεκριμένη στην Οδύσσεια  (α262, γ133, ρ484 κ.ε., τ109 κ.ε.) (Romilly 1994: 93 -94).  
    Το βασίλειο των θεών, ίσως μια από τις ελάχιστες επιβιώσεις της μυκηναϊκής μοναρχίας, βρίσκεται στην κορυφή του Ολύμπου.  Εκεί κυβερνά ο Ζευς, «ύπατος κρειόντων», και συνεδριάζουν οι θεοί.  Στον κόσμο των θνητών, η βασιλική εξουσία του άνακτος ή του σκηπτούχου βασιλέως  πηγάζει από τον ίδιο το Δία (Β196-197, α348-349).  Οι περισσότεροι ομηρικοί ήρωες είναι βασιλιάδες.  Η εξουσία τους έχει θεϊκή προέλευση και είναι κληρονομική.  Στην ηρωική ομηρική κοινωνία ισχύει η ισότητα.  Ωστόσο, βασιλέας βασιλέων (βασιλεύτατος, Ι69) είναι αυτός με την καλά θεμελιωμένη θεϊκή καταγωγή (Glotz 1994: 51) και ο πιο ισχυρός.  Αυτός είναι ο θρησκευτικός αρχηγός με γνώση των θεμίστων (Ι98 κ.ε., Π542, λ569), κοιράνος (Β487, Η234, Λ465, σ106) στον πόλεμο και αυτός που αποφασίζει (Ι96 κ.ε., Β52-378) συγκαλώντας σε συνελεύσεις τους άλλους πολεμιστές-βασιλιάδες.  Περιβάλλεται από βουλή που την αποτελούν οι βουληφόροι και είναι αυτοί που έχουν συνήθως το δικαίωμα του λόγου (αγορηταί). Ενίοτε, ο βασιλιάς καλεί στη συνέλευση και τον λαό ή τον στρατό σε περίοδο εκστρατείας (Β143, ο468), ο οποίος σιωπά (Β6-257) ή αν μιλήσει, όπως ο Θερσίτης, τιμωρείται παραδειγματικά (Β211-264).
    Αυτό όμως που χαρακτηρίζει τον ομηρικό βασιλιά είναι η φροντίδα για την απονομή δικαιοσύνης (Mosse 2001: 89).  Επειδή ο Δίας ενσαρκώνει το δίκαιο (Α238-239) οι βασιλείς, που είναι διοτρεφείς, το διαφυλάσσουν στο όνομά του.  Προϋπόθεση για τη σωστή άσκηση της δικαιοσύνης είναι η μεγαλοσύνη της ψυχής (Β196, Α279, Ζ159, Ι37).  Με αυτόν τον τρόπο καθορίζονται ορισμένοι κανόνες πρακτικής και συμπεριφοράς που απαλλάσσουν τον ομηρικό κόσμο από μια θεοκρατική αντίληψη της εξουσίας, με τον υπεύθυνο και συνετό χαρακτήρα της κυριαρχίας.
    Στα έπη η ποίηση ενοποιεί την ιστορική ποικιλομορφία.  Ωστόσο, στον κόσμο των επών απεικονίζονται δύο βασικοί τύποι κράτους: το κράτος έθνους ή φύλου και το κράτος πόλεως (Σακελλαρίου 1999: 285).  Παρατηρείται έτσι το πέρασμα από τη νομαδική στην αστική ζωή και από την πατριαρχία στην οργάνωση της πόλεως.  Και αυτή την ανάδειξη του πολιτικού, που πρέπει να είναι σύγχρονη του ποιητή, την ανιχνεύουμε σε εμβρυακή ακόμη κατάσταση στην Ιλιάδα (Μ211-213), αλλά στην Οδύσσεια κυρίως αρχίζει να παίρνει μορφή με τη διαίρεση του λαού σε δύο αντίπαλες μερίδες (γ137-157, ω420-548), ωστόσο η επικείμενη σύγκρουση αναστέλλεται χάρη στην συμβιβαστική λύση της θεϊκής παρέμβασης.
γ) Επικό σύστημα αξιών
Τα ομηρικά έπη εκφράζουν το σύστημα αξιών της πολεμικής αριστοκρατίας για την οποία γράφονται και τραγουδιόνται.  Το μέγιστο ιδανικό της είναι το ηρωικό ήθος που φανερώνεται μέσα στον αχό της μάχης και επιδιώκει την απόκτηση του κλέους.  Το κλέος άλλωστε είναι αυτό που χαρίζει  τον «ωραίο θάνατο» (Χ303-305, Ξ86-87, α236 κ.ε., ε306 κ.ε.).  Ωστόσο, στα ίδια τα έπη ανιχνεύεται η ύπαρξη αντιφάσεων ως προς αυτήν την αξία.  Έτσι, αναφαίνονται τα πρώτα ρήγματα στο ηρωικό ήθος με την προβολή νέων ηθικών αρχών όπως είναι η σωφροσύνη (Ξ128-130), αλλά κυρίως η άποψη πως ο θάνατος δεν έχει παρηγοριά (λ488), η οποία εκφράζεται από τον αρχετυπικό ήρωα Αχιλλέα.
    Θα αποτελούσε στένεμα των ιδεών του Ομήρου και περιορισμό σε μια μόνο πλευρά του συστήματος αξιών του αν τονιζόταν μόνο η ανδρεία ως η σημαντικότερη αρετή του ομηρικού ήρωα.  Οι ήρωες δεν υπακούουν μόνο στην ηθική επιταγή της ανδρείας αλλά και της ευσέβειας, με την τέλεση δεήσεων ή την προσφορά θυσιών και αναθημάτων στους θεούς.  Έτσι, εξασφαλίζουν την αφοσίωση των θεών (Χ168-172, ε445 κ.ε.) (Vidal-Naquet 2002: 94).  Στην Οδύσσεια τα όρια του ηρωικού στοιχείου επεκτείνονται πέρα από τις πολεμικές αρετές.  Εμφανίζει μια σειρά από αξίες όπως η εγκαρτέρηση, η αντοχή, η οικογενειακή αγάπη και γαλήνη, η ομορφιά της φύσης και προάγει μια λεπτότερη αντίληψη από την Ιλιάδα σχετικά με τη διαφοροποίηση των ανθρώπων.  Απαραίτητο συμπλήρωμα της αρετής των ηρώων και στα δύο έπη είναι η αιδώς. Η ισχυρότερη ηθική δύναμη που γνωρίζει ο ομηρικός άνθρωπος δεν είναι ο φόβος προς τον θεό αλλά ο σεβασμός προς τη δημόσια γνώμη και η απόλαυση της τιμής (Dodds 1978: 34).
    Η ένταση ανάμεσα στην ορμή του ατόμου και την πίεση του κοινωνικού κομφορμισμού, χαρακτηριστικού γνωρίσματος ενός πολιτισμού-ντροπής, εξηγεί με ποιόν τρόπο περιπτώσεις ηθικής αποτυχίας ή αμέλειας της σωστής τακτικής κατέληξαν να «προβληθούν» πάνω σε έναν θεϊκό παράγοντα (ό.π.π.).
δ) Θεϊκός μηχανισμός στο έπος
Αυτό που σηματοδοτεί τον χαρακτήρα της ποίησης του Ομήρου είναι ότι δεν υπάρχει δογματική διάκριση ανάμεσα στο υπερβατικό και ανθρώπινο πεδίο.  Η συνεχής προσέγγιση και ανάμιξη θεών και ανθρώπων δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας και ταυτόχρονα απομάκρυνσης (Romilly 1988: 34 – 39).  Στο κέντρο του ομηρικού κόσμου βρίσκεται «το πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο χωρίζονται θεοί και άνθρωποι» (Lesky 1990: 116).
    Οι συχνές εναλλαγές σκηνών ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους υπογραμμίζουν την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, υπενθυμίζοντας πόσο εξαρτημένο και επισφαλές πλάσμα είναι ο άνθρωπος (Π622) σε αντίθεση με την αθάνατη ζωή των θεών του.  Τα δύο νήματα της αφήγησης προχωρούν παράλληλα: όσα αποφασίζονται στην ουράνια σκηνή οφείλουν να υλοποιηθούν στη γη.  Τα πάντα εκπορεύονται από τη θεότητα «όχι μόνο το αποτέλεσμα ενός εγχειρήματος αλλά και η ιδέα που ευθύνεται για το εγχείρημα αυτό» (Romilly 1994: 125).  Έτσι, η ανθρώπινη δράση δεν εμφανίζεται αυτόνομη αλλά «υπερκαθορισμένη». 
    Ωστόσο, ο ομηρικός άνθρωπος δεν είναι ούτε αιτιοκράτης ούτε θιασώτης της ελεύθερης βούλησης (Dodds 1978: 26).  Απλά, δεν αισθάνεται ακόμη τον εαυτό του ως πηγή των αποφάσεών του.  Κάθε πράξη ή αίσθημά του καθορίζεται από τις θεϊκές δυνάμεις που δρουν στον κόσμο και είναι αντίδραση των φυσικών του οργάνων σε ένα ερέθισμα που τον αφορά προσωπικά.  Κάθε κατάσταση είναι αποτέλεσμα αυτών των ερεθισμάτων (Snell 19997: 81).  Έτσι, στην Ιλιάδα οι θεοί επεμβαίνουν με σκοπό  να μεταβάλλουν τη ροή των γεγονότων ώστε να εκπληρωθεί το θεϊκό σχέδιο (Α5), ενώ στην Οδύσσεια συνοδεύουν μόνιμα τον ήρωα με μια συναισθηματική οικειότητα (ν221 κ.ε.) (Romilly 1988: 35).  Και στα δύο έπη ό,τι συμβαίνει να υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια αποδίδεται στους θεούς. 
    Ο ποιητής καταφεύγει στην τεχνική της θεϊκής παρέμβασης (Goetterapparat), δηλαδή την υλική-απτή παρουσία του θεού, για να παρουσιάσει με εικονική μορφή μια ψυχική επέμβαση και να ερμηνεύσει την «ψυχική αστάθεια» του ήρωά του (Dodds 1978: 31κ.ε.). Έτσι, οι πνευματικές και οι ψυχικές ενέργειες των ηρώων οφείλονται σε επιδράσεις εξωτερικών δυνάμεων που εισχωρούν και διαποτίζουν ολόκληρο το ανθρώπινο είναι.  Ο ομηρικός άνθρωπος όμως δε διολισθαίνει στη μαγεία, επειδή δεν αισθάνεται εκτεθειμένος σε άλογες δυνάμεις.  Έχει ήδη υιοθετήσει τον εύτακτο και έλλογο κόσμο των Ολύμπιων θεών (Snell 1997: 41κ.ε.).
ε) Ησίοδος – Διδακτικό Έπος
Ήδη από την Οδύσσεια παρατηρείται μια χαλάρωση των αριστοκρατικών ιδεωδών και μια εντονότερη παρουσία των ηθικών εννοιών.  Αυτές γίνονται εναργέστερες στη διδακτική ποίηση του Ησιόδου.  Στον Ησίοδο ο ποιητής γίνεται ένα επώνυμο πρόσωπο.  Τα ποιήματά του τοποθετούνται χρονολογικά γύρω στο 700 π.Χ. και έτσι βρίσκονται σε άμεση συνάφεια με τα ομηρικά έπη, ωστόσο ο ησιόδειος κόσμος είναι κοινωνικά και πνευματικά διαφορετικά διαρθρωμένος.  Ο κυριότερος εξηγητικός λόγος είναι η διαφορετική γεωγραφία (Lesky 1990: 148): τα ομηρικά έπη αποκρυσταλλώνονται στις Ιωνικές ακτές, ενώ τα ησιόδεια στην Ηπειρωτική Ελλάδα.  Η απόσταση που χαράσσεται ανάμεσα στο διδακτικό και το ηρωικό έπος εμφανίζεται ήδη από την εισαγωγή της Θεογονίας με την έμφαση του Ησιόδου ότι η Μούσα μπορεί και να ψεύδεται (Θεογονία, 22 κ.ε.).
    Στη Θεογονία κατηγοριοποιεί και τακτοποιεί τον θεϊκό κόσμο.  Υμνεί τις πολυάριθμες μορφές που κατοικούν παντού στον κόσμο τονίζοντας τη ρευστότητα των συνόρων ανάμεσα στο συγκεκριμένο φαινόμενο και την ανθρωπόμορφη θεότητα.  Το γενεαλογικό σχήμα που επιλέγεται φανερώνει ότι η εποχή συλλαμβάνει την κοσμική πραγματικότητα με τη μορφή του μύθου (Lesky 1990: 152).  Δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα στην αρχαϊκή γλώσσα ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αφηρημένες έννοιες και ονόματα θεών (Snell 1997: 71).  Ωστόσο, εδώ δεν υφίσταται η ομηρική οικειότητα με το θείο, ούτε οι θεοί έχουν ανθρώπινες αδυναμίες (Romilly 1988: 51).
    Μέσα σε αυτό το σύμπαν, που είναι πάντα πλήρες θεών, εμφανίζονται, από τη μια, άμορφες ή εχθρικές δυνάμεις (οι οποίες είχαν οβελιστεί από την ποίηση του Ομήρου) υποδηλώνοντας τις σκοτεινές πλευρές της ζωής (Θεογονία, 211 κ.ε.) και από την άλλη καλές συνεκτικές και ευεργετικές δυνάμεις (οι οποίες συγκεντρώνονται γύρω από τον Δία).  Αυτός ο διαδυσμός αποτελεί και τον άλυτο προβληματισμό του ποιητή.  Για να επιτύχει μια ισορροπία εισάγει μια ορισμένη ηθική τάξη που ανάγεται στον Δία και προτείνει γενεαλογίες θεοτήτων που εκφράζουν ηθικές έννοιες (Θεογονία, 226 κ.ε.).  Αυτή η θεϊκή τάξη που είναι έργο του Δία (Θεογονία, 71 κ.ε.) – ουσιαστική διαφορά με τον Όμηρο – είναι η σταθερή βάση πάνω στην οποία οικοδομούνται οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ησιόδου (Snell 1997: 73).
    Στο Έργα και Ημέραι πλέκονται δύο εννοιολογικά κομμάτια.  Οι συνεκτικές δυνάμεις της ανθρώπινης ύπαρξης, που προσφέρουν μια σειρά νέων και πρωτότυπων θεμάτων, όπως της εργασίας (298 κ.ε.), της αγαθής Έριδος (20-26) κ.ά., και η απαισιόδοξη θεώρηση του κόσμου σε σχέση με την πίστη σε αιώνιες αξίες, που εισάγουν την έννοια της Δικαιοσύνης (202 κ.ε.), την οποία προστατεύει ο Δίας και περιορίζει τις ανομίες των «δωροφάγων βασιλέων» (264). 
    Γενικά, ο θεός στον Ησίοδο παίρνει τη μορφή μιας δύναμης που επενεργεί μόνιμα στον άνθρωπο και όχι στιγμιαία όπως στον Όμηρο.  Με την ιεραρχική τάξη του θεϊκού σύμπαντος που θεμελιώνεται στα έργα του αναζητά «τη σημασία του σημαντικού και την αξία του αξιόλογου» (Snell 1997: 80) προοικονομώντας τις επιδιώξεις των λυρικών ποιητών. 
Ιστορικές και ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στη λυρική και επική ποίηση
α) Ιστορικό πλαίσιο
Η λυρική ποίηση προϋπήρξε μάλλον του έπους (Ι472, Π182-183, Σ493) ή τουλάχιστον συνυπήρξε, αλλά, όταν κάνουμε λόγο για λυρική ποίηση στην αρχαία ελληνική γραμματεία, εννοούμε συνήθως το μελοποιημένο ποιητικό λόγο (μονωδικό ή χορωδικό με τη συνοδεία λύρας ή αυλού) που αναπτύχθηκε μεταξύ του 7ου και του 5ου αι. π.Χ., κυρίως στις αιολικές και ιωνικές περιοχές, ακολουθώντας τη σταδιακή απακμή του έπους.
    Προέκυψε ως αποτέλεσμα των κοινωνικών μεταβολών και, σε αντίθεση με το έπος που εξέφραζε μια πολεμική αριστοκρατία, συνδέθηκε με την ανάπτυξη της αυτόνομης και αυτάρκους πόλης-κράτους, την ανακατανομή του πλούτου, τη συμμετοχή μεγαλύτερων μερίδων του πληθυσμού στην άσκηση της εξουσίας και την ανάπτυξη νέων τάξεων: γαιοκτημόνων, εμπόρων, τεχνιτών.  Η συμμετοχή αυτών των τάξεων στη διαχείριση της εξουσίας ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς κρίσεων, που εκφράστηκαν διαφορετικά σε κάθε πόλη, και μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: αποικισμός, αγροτική κρίση, αλλαγή στις πολεμικές τεχνικές, εφεύρεση του νομίσματος.  Οι κρίσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν είτε με την εγκαθίδρυση τυραννικών καθεστώτων είτε με την θέσπιση νόμων (Mosse & Schnapp-Gourbeillon 1999: 158 – 183).
β) Ιδεολογικό πλαίσιο
Με την εμφάνιση νέων κέντρων εξουσίας πλάθονται καινούργιες παραδόσεις.  Έτσι, διαμορφώνεται μια καινούργια θέαση του κόσμου.  Η σχέση του ανθρώπου με το θείο, η προώθηση νέων αξιών, όπως η ατομική πρωτοβουλία, η εφευρετικότητα, η ιδέα του μέτρου και του καιρού φανερώνουν τις ανθρωποκεντρικές ανησυχίες της εποχής.  Αρχίζει να διακρίνεται η προσωπικότητα και να εκτιμούνται οι ικανότητές της.  Αφυπνίζεται η ατομική συνείδηση και αρχίζει να προσδιορίζεται η θέση του ατόμου μέσα στην πόλη.  Παράλληλα, η συσχέτισή του με ομάδες της επιλογής του ενδυναμώνουν το αίσθημα ελευθερίας και ευθύνης (Murray 1996: 323 - 351).  
    Η εξατομίκευση της καλλιτεχνικής δημιουργίας γίνεται εμφανής τόσο στην αγγειογραφία όσο και στη γλυπτική με τη στροφή προς το άτομο και την προσπάθεια να αναδειχθούν τα ανατομικά του χαρακτηριστικά.  Στην ποίηση, οι ποιητές ενδύονται το πρώτο πρόσωπο και προβάλλουν το εγώ, επιχειρώντας να εκφράσουν το σύγχρονο, το ζωντανό και το πολύχρωμο. 
    Με τον υποκειμενικό χαρακτήρα που αποκτά η ποίηση εκφράζονται όχι μόνο συναισθήματα, όπως έρωτας, φθόνος, φιλία - εχθρότητα, χαρά – λύπη, νιάτα – γηρατειά, αλλά και απόψεις για το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης και το αναπόφευκτο του θανάτου, την υστεροφημία και τη μικρή της αξία, την αρετή και τη σωματική και πνευματική τελειότητα, τους θεούς και την παντοδυναμία τους, τη θεϊκή τιμωρία και εκδίκηση, την αποφυγή της ύβρεως, τους ήρωες, την ποίηση και την αθανασία, τον πλούτο και τη φτώχια, την οργάνωση της πολιτείας, τον αθλητή – πολεμιστή, τον πόλεμο και το αντιηρωικό ιδεώδες (Καζάζης 2000: 226 – 249). Επίσης, στα έργα τους, που είχαν χαρακτήρα επίσημο ή ανεπίσημο, και ήταν ως επί το πλείστον σύντομα (ωδές, ελεγείες, ύμνοι), προβάλλονταν οι ηθικές αξίες της δικαιοσύνης, της ισονομίας και της σύνεσης, αλλά και η αγωνία του αριστοκράτη που βλέπει να κλυδωνίζεται η σταθερότητα του κόσμου του (Mosse 2001: 226).
    Στον ελληνικό χώρο επικρατούσε μια ποικιλία θρησκευτικών ρευμάτων λόγω της απουσίας οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος.  Ο Όμηρος και ο Ησίοδος κατάφεραν να διαμορφώσουν το πάνθεο των θεών (Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 2.53).  Κατά την αρχαϊκή περίοδο τα μεγάλα ιερά των Δελφών, της Δήλου και της Ολυμπίας συνέτειναν και αυτά με τον τρόπο τους στο να συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες την ενότητά τους. 
    Αυτό δε σημαίνει πως έπαψε η πίστη στο γεγονός ότι διαφορετικοί θεοί εκπροσωπούν την ουσία του κόσμου.  Ο αρχαϊκός ποιητής συλλαμβάνει το προσωπικό αίσθημα ως κάτι ατομικό μόνο όταν αυτό δηλώνει την ανθρώπινη αμηχανία.  Η ορθολογική διασάφηση των κοσμολογικών σχέσεων με το νόμο της εναλλαγής που κυβερνά τα πάντα δεν είχε ως αποτέλεσμα την δράση αλλά την ανοχή και την καρτερικότητα του ατόμου.  Τις δυνατές συγκινήσεις εξακολουθεί ο ποιητής να τις αποδίδει στην επέμβαση των θεών.  Έτσι, π.χ., η Σαπφώ θέτει σε πρώτη γραμμή την Αφροδίτη και τον Έρωτα, ο Πίνδαρος τον Δία και τον Απόλλωνα, ο Αρχίλοχος τον Άρη και τις Μούσες.  Αυτές οι θεότητες φωτίζουν τη ζωή στο σύνολό της και παριστάνουν την ενότητα του έλλογου κόσμου (Snell 1997: 80).  Και αυτή η ενότητα δεν είναι άλλη από την προβολή στη φύση μιας καινούργιας τάξης και ενός νέου χώρου, οργανωμένου γύρω από ένα κέντρο (Mosse 2001: 235), το οποίο στην πόλη-κράτος συμβολίζεται με την αγορά (ες μέσον), εκεί όπου αναδεικνύεται ο πολιτικός λόγος, ως μορφή κυρίαρχου λόγου.  Η πολυπλοκότητα και η εξατομίκευση της ανθρώπινης φύσης, την οποία για να την εκφράσει κανείς χρειάζεται να καταφύγει σε μια ποικιλία νέων γλωσσικών και μετρικών μορφών, γίνεται πηγή μιας δέσμευσης: της δικαιοσύνης. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ε. Αλεξίου, Ι. Αναστασίου, Β. Βερτουδάκης, κ.ά., Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία.  Αρχαϊκή και Κλασσική Περίοδος, τ. Α’, Πάτρα 2001.
Γ. Κ. Βλάχος, Πολιτικές κοινωνίες στον Όμηρο, Αθήνα 1981.
E. R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, μτφ. Γ. Γιατρομανωλάκης, Αθήνα 1978 (Β’ έκδ.).
G. Glotz, Η ελληνική «πόλις», μτφ. Α. Σακελλαρίου, Αθήνα 1994 (Δ’ έκδ.).
Ι. Ν. Καζάζης, Λυρική Ποίηση.  Ο Αρχαϊκός Λυρισμός ως Μουσική Παιδεία, τ. Α’, Θεσσαλονίκη 2000.
Ι. Θ. Κακριδής, Ο Ποιητής και η Μυθική Παράδοση, Αθήνα 1980 (Γ’ έκδ.).
A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφ. Α. Τσοπανάκης, Θεσσαλονίκη 1990 (Ε’ έκδ.).
P. Merchant, Το Έπος, μτφ. Ι. Ράλλη – Κ. Χατζηδήμου, Αθήνα 1983.
C. Mosse, Η  Αρχαϊκή  Ελλάδα.   Από τον Όμηρο έως τον Αισχύλο, μτφ. Στ. Πασχάλης, Αθήνα 2001 (Γ’ έκδ.).
C. Mosse – A. Schnapp-Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, μτφ. Λ. Στεφάνου, Αθήνα 1999 (Β’ έκδ.).
O. Murray, «Ο Έλληνας άνθρωπος και οι μορφές κοινωνικότητας», στο: Ο Έλληνας άνθρωπος, επίμ. Jean-Pierre Vernant, μτφ. Χ. Τασάκος, Αθήνα 1996 (Δ’ έκδ.).
P. Vidal-Naquet, Ο κόσμος του Ομήρου, μτφ. Α. Κεφαλά, Αθήνα 2002
M. P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, μτφ. Αικ. Παπαθωμοπούλου, Αθήνα 2001 (Θ’ έκδ.).
E. Rohde, Ψυχή, μτφ. Κ. Παυλογεωργάτου, Αθήνα 1998.
J. de Romilly, Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, μτφ. Θ. Χριστοπούλου – Μικρογιαννάκη, Αθήνα 1988.
J. de Romilly, Όμηρος, μτφ. Φ. Βρανίκου, Αθήνα 1994.
Μ. Β. Σακελλαρίου, Πόλις.  Ένας τύπος αρχαίου ελληνικού κράτους, μτφ. Δ. Κοκκώνης, Αθήνα 1999.
B. Snell, Η ανακάλυψη του πνεύματος.  Ελληνικές ρίζες της ευρωπαϊκής σκέψης, μτφ. Δ. Ι. Ιακώβ, Αθήνα 1997 (Δ’ έκδ.).

[Γραφή 2002]










                                       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...