Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι: το Β' Σχεδιάσμα

Συνοπτική παρουσίαση των σταδίων εξέλιξης της σολωμικής ποίησης και οι επιδράσεις του Ρομαντισμού στο Β΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων

του Κυριάκη Κωνσταντίνου

Τα στάδια της ποιητικής εξέλιξης της σολωμικής ποίησης
Η πορεία της εξέλιξης της σολωμικής ποίησης μπορεί να χωριστεί σε δύο κύριες περιόδους που προσδιορίζονται από τον τόπο διαμονής του ποιητή: α) τη ζακυνθινή περίοδο της μαθητείας (1818-1828) και β) την κερκυραϊκή περίοδο της ωριμότητας (1828-1857).  Επειδή το 1827-1828 και το 1855-1857 δεν έγραψε ουσιαστικά τίποτα, τα χρονικά όρια για την πρώτη περίοδο μπορούν να περιοριστούν ως το 1826, ενώ για την δεύτερη ως το 1855 (Mackridge, 1995: 35).
Ζακυνθινή περίοδος
    Τα πρώτα ποιητικά του γυμνάσματα, γραμμένα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία, ήταν σονέτα επηρεασμένα κυρίως από τις αισθητικές αρχές του κυρίαρχου τότε ιταλικού νεοκλασικισμού.  Το 1818, πρώτος χρόνος της επιστροφής του στη Ζάκυνθο, θα γράψει τριάντα τρία σονέτα στα Ιταλικά, τα οποία  τυπώθηκαν στην Κέρκυρα, από τον φίλο του Λουδοβίκο Στράνη, το 1822 με τον τίτλο Rime improvvisate.  Μέχρι το 1822 θα γράψει κι άλλα σονέτα στα Ιταλικά, περίπου ογδόντα (Πολίτης, 2001: 140), σαν ένα είδος παιχνιδιού, γνωστό με το όνομα bouts rimes (Mackridge, 1995: 34), που όμως η θρησκευτική θεματολογία των περισσότερων υποδηλώνει τη σοβαρότητα του παιχνιδιού.  Ως το 1827, θα συνεχίσει σποραδικά να γράφει σονέτα στα Ιταλικά που χαρακτηρίζονται από “θεματική σοβαρότητα” και “τεχνική επιμέλεια” (Πολίτης, 2001: 140).  Παράλληλα, ως το 1827, ο Σολωμός στιχουργεί και σατιρικά γυμνάσματα, γραμμένα και αυτά στην Ιταλική γλώσσα.
    Από το 1818-1823 ο Σολωμός θα αρχίσει τις πρώτες ποιητικές δοκιμές του στα Ελληνικά.  Τα περίπου είκοσι στροφικά ποιήματα αυτής της περιόδου είναι γραμμένα σε μικρής έκτασης στίχους, σε τροχαϊκό ή ιαμβικό μέτρο, με περίτεχνες ρίμες και έντονα τραγουδιστικό ρυθμό (Γαραντούδης, 2000: 64-65) επηρεασμένα από την ιταλική ή την φαναριώτικη στιχουργική.  Σε αυτά είναι εμφανείς οι απηχήσεις του Α. Χριστόπουλου και του Ι. Βηλαρά, όχι μόνο στη χρήση της δημοτικής γλώσσας αλλά και ως προς τα κλασικιστικά παρακλάδια του αρκαδισμού και του ανακρεοντισμού (Τσαντσάνογλου, 1999: 5).  Ωστόσο, αφήνουν να διαφανεί και η επίδραση του ρομαντικού κινήματος κυρίως ως προς τη θεματική τους που μπορεί να διακριθεί σε τρεις κατηγορίες: α) η εξιδανικευμένη γυναικεία μορφή (“Ανθούλα”, “Αγνώριστη”), β) ο θάνατος πλασματικών ηρώων (“Ο θάνατος του βοσκού”, “Τα δύο αδέλφια”, “Η τρελή μάνα”) και γ) ο θάνατος αληθινών ανθρώπων (“Στο θάνατο της μικρής ανεψιάς”) (Mackridge, 1995: 34-35). 
Το Μάιο του 1823, μετουσιώνοντας ποιητικά τα σημαντικότερα ως τότε ιστορικά γεγονότα, θα γράψει τις 158 στροφές του Ύμνου εις την Ελευθερία, σε τετράστιχες     στροφές με   εναλλαγή  τροχαϊκών  οκτασύλλαβων  και επτασύλλαβων
στίχων.  Είναι και το μοναδικό ποίημα που θα καταφέρει να τελειώσει και που θα το δώσει ο ίδιος αμέσως για δημοσίευση (Μεσολόγγι 1825 – Παρίσι 1825).  Τον επόμενο χρόνο θα γράψει τη λυρική ωδή Εις το θάνατο του Λόρδ Μπάιρον, που από άποψη περιεχομένου και μέτρου (ανακρεόντεια ωδή σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο) αποτελεί ένα ισχνό αντίγραφο του Ύμνου.  Είναι η εποχή που συγγράφει το Διάλογο πάνω στην ελληνική γλώσσα, στον οποίο υποστηρίζει με θέρμη τη χρήση της δημοτικής στην ποίηση.  Το 1825 συνθέτει το επίγραμμα για την “Καταστροφή των Ψαρών” και το 1826 το ελεγείο της “Φαρμακωμένης”, δύο εξαιρετικά οργανωμένα ποιήματα που δείχνουν  την ποιητική του εξέλιξη.  Την ίδια χρονιά με το σατιρικό ποίημα “Το όνειρο” δείχνει την πολιτική του εγρήγορση.  Στα χρόνια αυτά συντελείται το πέρασμα του ποιητή από το “ξεχείλισμα της ψυχής” σε αυτό που ο ίδιος ονόμασε “νόημα της τέχνης” (Πολίτης, 2001: 144).  Αρχίζει να δουλεύει το ρομαντικό – βυρωνικό ποίημα Ο Λάμπρος (1824-1826), ένα μεγάλο απόσπασμα του οποίου θα δώσει για δημοσίευση στην Ιόνιο Ανθολογία το 1834.  Πριν φύγει από την Ζάκυνθο αρχίζει να δουλεύει το ποίημα σε πρόζα Η Γυναίκα της Ζάκυθος (1826-1833), όπου το αρχικό σατιρικό στοιχείο παίρνει σε μεταγενέστερες επεξεργασίες τη μορφή ενός εφιαλτικού οράματος ή προφητείας.  Το 1827 θα εκφωνήσει ένα εγκώμιο (“Elogio di Ugo Foscolo”) για τον ζακυνθινής καταγωγής ιταλό ποιητή, Ούγκο Φόσκολο. 
Κερκυραϊκή περίοδος
    Το 1828, ο Σολωμός εγκαθίσταται στην Κέρκυρα και αρχίζει να δουλεύει πάνω σε παλιά του ποιήματα προσπαθώντας να βρει νέες εκφραστικές φόρμες, αφήνοντας πίσω του τα συμβατικά θρησκευτικά ποιήματα που έγραφε στα Ιταλικά και τη συναισθηματολογία που χαρακτήριζε τα ελληνικά του ποιήματα.  Το 1829 γράφει το “Εις μοναχήν”, σε ιαμβικούς οκτασύλλαβους και επτασύλλαβους στίχους και αρχίζει να επεξεργάζεται ξανά την Γυναίκα της Ζάκυθος.  Μέσα στο πεζό σχεδίασμα συμπεριλαμβάνονται και λυρικά ποιήματα: “Νεκρική ωδή ΙΙ” και ένα ποίημα για την πτώση του Μεσολογγίου σε οκτάστιχες στροφές με αμφιβραχικούς εξασύλλαβους και πεντασύλλαβους στίχους, το οποίο ο Πολυλάς το δημοσίευσε στα Ευρισκόμενα ως Α’ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.  Αυτά τα ποιήματα εγκαινιάζουν μια ρομαντικο-μεταφυσική στροφή, τη συνάντηση του θεϊκού με το ανθρώπινο στοιχείο, που θα χαρακτηρίζει πλέον την ποίηση του Σολωμού (Mackridge, 1995: 37).  Αρχίζει τη μελέτη της γερμανικής φιλοσοφίας και το 1833, χρονιά που αρχίζει ο δικαστικός αγώνας με την οικογένειά του, γράφει το σατιρικό ποίημα “Η τρίχα”.  Σχεδιάζει ένα οκταμερές συνθετικό έργο, σύμφωνα με τις αισθητικές αρχές του ρομαντισμού, που θα απαρτίζεται από τέσσερα σατιρικά και τέσσερα λυρικά ποιήματα με θέμα την αντίθεση έρωτας – θάνατος μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του αγώνα του καλού με το κακό (Τσαντσάνογλου, 1999: 7).  Ο Κρητικός, απόσπασμα του ανολοκλήρωτου επικο-λυρικού συνθέματος, γράφεται στον δεκαπεντασύλλαβο των δημοτικών τραγουδιών και της κρητικής ακμής.  Το 1834 δουλεύει το Β΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων στο ίδιο μέτρο με τον Κρητικό.  Ως το 1847 μοιάζει να δουλεύει αποκλειστικά πάνω σε αυτό το ποίημα, επιχειρώντας να το ξαναγράψει το 1849 σε μια νέα φόρμα, δηλαδή σε δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο.  Το 1847-1848 επεξεργάζεται στον ίδιο στίχο το ποίημα για το θάνατο της Αιμιλίας Ροδόσταμο, χωρίς να το τελειώσει.  Το 1847 έως το 1849 συνθέτει τον Πόρφυρα, επίσης στον ίδιο στίχο, όπου η στιγμή του θανάτου ταυτίζεται με τη στιγμή της αυτογνωσίας του ποιητικού υποκειμένου.  Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ξαναγράφει στα Ιταλικά αυτοσχέδια ποιήματα στιχουργημένα για διάφορες περιστάσεις (π.χ. “για τον Ανδρέα Μουστοξύδη”, “Ad
 Alice Ward”, κ.ά.).  Από αυτή την περίοδο (1847-1857) σώζονται επίσης γραμμένα στα Ιταλικά διάφορα σχεδιάσματα ή αποσπάσματα έργων (το πιο ενδιαφέρον είναι το “Carmen seculare”), ή πεζές υποθέσεις ποιημάτων που σκόπευε να γράψει (“Η Ελληνίδα μητέρα”, “Η γυναίκα με το μαγνάδι”).  Τα περισσότερα από τα ποιήματα της ωριμότητας θα μείνουν ημιτελή σχεδιάσματα και έτσι ο Σολωμός θα υλοποιήσει προδρομικά αυτό που οι σύγχρονοι θεωρητικοί ονόμασαν “σημαίνουσα πρακτική”, δηλαδή αναδημιουργία χωρίς τέλος (Καψωμένος, 1998: 16).
Τα κύρια γνωρίσματα που συνδέουν τον ευρωπαϊκό και τον επτανησιακό ρομαντισμό
Η σχετικιστική σκέψη του Herder και η σύγκρουση αστών-φεουδαρχών σε συνδυασμό με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην ευρωπαϊκή και αμερικάνικη ήπειρο στο πρώτο μισό του 19ου αι. θα γονιμοποιήσουν την εκδήλωση ενός ρεύματος με καλλιτεχνικές και πολιτικές πραγματοποιήσεις, το ρομαντισμό.  Ο ρομαντισμός προβάλλει την έννοια της κοινότητας και του ανήκειν (Larmore, 1998: 71-105), τη φαντασία και την αυθεντικότητα ως αντίδραση στη κλιμακούμενη κυριαρχία του ορθολογισμού και στην εξατομίκευση του ανθρώπου.  Υιοθετώντας σχετικιστικές και επιμεριστικές αντιλήψεις επαναπροσεγγίζει τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, τον εαυτό του και τις αξίες. 
    Τα περισσότερα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού ρομαντισμού που βρίσκονται στην επτανησιακή λογοτεχνία, αλλά και στην ποίηση του Σολωμού, από το 1830 και ύστερα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) ο άκρατος ιδεαλισμός και η απόλυτη εξιδανίκευση της τέχνης, β) ο σχηματισμός λογοτεχνικών ομάδων ή σχολών, γ) η στροφή στη γλώσσα του λαού και η μελέτη της λαϊκής παράδοσης, δ) το ενδιαφέρον για την ψυχολογία και τα παραψυχολογικά φαινόμενα, ε) ο αντικλασικισμός, στ) ο αντιφιλισταϊσμός, ζ) η προσφυγή στη φύση για την έκφραση υποκειμενικών αισθημάτων και ψυχικών καταστάσεων, η) η σύζευξη της ποίησης με τη μουσική και τη φιλοσοφία, θ) η αποσπασματικότητα, ι) η καλλιέργεια της λογοτεχνικής κριτικής και του δοκιμίου (Βελουδής, 1992: 104-108)
Τεχνοτροπία – Θεματική
Το 1834 ο Σολωμός θα αποσπάσει, κατά πάγια ποιητική του τακτική, από το εγκαταλειμμένο κείμενο της Γυναίκας της Ζάκυθος το ποιητικό θέμα της πτώσης του Μεσολογγίου που θα το επεξεργαστεί αυτοτελώς σε δεκαπεντασύλλαβα ιαμβικά δίστιχα με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, σχεδιάζοντας να το τιτλοφορήσει Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (και με εναλλακτικούς τίτλους: Μισολόγγι, Το χρέος).  Τα ημιτελή αποσπάσματα από την επίμονη ενασχόληση με τη μορφή του ποιήματος, που θα τον απασχολήσουν ως το 1844, θα τα δημοσιεύσει ο Πολυλάς ως Β΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.  Άλλο ένα αποσπασματικό έργο επειδή τα λυρικά μέσα του ποιητή δεν μπορούν να αποδώσουν μια επικο-τραγική σύνθεση και έτσι η Ιδέα δεν μπορεί να σαρκωθεί την ύλη του ποιήματος.
    Η σύγχρονη ιστορική ύλη από την οποία αρδεύει το ποίημα είναι η δεύτερη πολιορκία και η άλωση του Μεσολογγίου από τους Τούρκους (Μάης 1825 – Απρίλης
 1826).  Ωστόσο, ο Σολωμός συμπυκνώνει την ιστορική ύλη στις τελευταίες ημέρες, επιχειρώντας έτσι να εκφράσει το εσωτερικό και αφηρημένο με το εξωτερικό και συγκεκριμένο.  Γράφει ο ίδιος: “[…] Έτσι, η υπόθεση τίθεται σε σχέση με το σύστημα του σύμπαντος.  […] Κάνε να φανεί καθαρά η μικρότητα του τόπου […] από τη μικρότητα του τόπου θα βγουν οι Μεγάλες Ουσίες” (Βελουδής, 1997: 34).  Αυτό προσπαθεί να το πετύχει αφενός με την δραστική εικονοποιία του ποιήματος και αφετέρου με τη χρήση χαρακτηριστικών λεπτομερειών.
 
    Αν και σκιαγραφείται ένα αφηγηματικό πλαίσιο, ο λόγος δομείται με λυρικά (Β2) και δραματικά στοιχεία (Β6) πάνω σε αντιθετικές σχέσεις.  Η κυρίαρχη αντιθετική δυάδα εκδηλώνεται ήδη από τον τίτλο του ποιήματος, που υποδηλώνει το θέμα της ηθικής ελευθερίας σε σχέση με την υλική βία.  Η δεσπόζουσα αυτή αντίθεση, προϊόν της διαλεκτικής αρχής της συνύπαρξης των αντιθέσεων στο είναι μας οδηγεί και στη κεντρική αισθητική κατηγορία του ευρωπαϊκού ρομαντισμού: τη σύμμειξη των ειδών (ποιητικό όραμα και του Σολωμού) που απορρέει από τη εγελιανή διαλεκτική της υπέρβασης των αντιθέσεων μέσω μιας νέας σύνθεσης.
    Η άλλη πυρηνική θεματική μονάδα μέσω της οποίας οργανώνεται σε παραδειγματικό επίπεδο ο ποιητικός λόγος είναι το θέμα πατρίδα – θάνατος, που διαπλέκεται με τα θέματα φύση – θάνατος, θρησκεία – θάνατος, έρωτας – θάνατος (σε όλα κοινός παρονομαστής ο θάνατος).  Τα ζεύγη αυτά καλούν το ποιητικό υποκείμενο να αγωνιστεί μέχρις εσχάτων για να διασώσει την ηθική του ελευθερία, σημείο επαφής του ανθρώπου με την θεότητα.  Με το θάνατό του το ποιητικό υποκείμενο κερδίζει την αυτογνωσία του, υπερβαίνοντας το βίωμα του θανάτου και συνειδητοποιώντας πως το μοντέλο αρμονίας ανθρώπου – κόσμου που αντιπροσωπεύει είναι ακατάλυτο (Καψωμένος, 1997: 662).  Έτσι, το μυθικό και σημασιακό σύμπαν της σολωμικής ποίησης εμφανίζεται ενιαίο και συγκροτημένο: το υψηλό – τραγικό – είναι αυτό που αποσπά το πνεύμα από τα δεσμά της ύλης.
    Το ρομαντικό ποίημα θέλει να είναι ξεχείλισμα συναισθημάτων.  Ωστόσο, όλοι οι ρομαντικοί ποιητές πάλεψαν για να ελέγξουν τη συγκίνησή τους.  Έτσι και ο Σολωμός, ενώ σωρεύει υποβλητικές εικόνες για να συγκινήσει, εισάγει ένα συντελεστή που συγκρατεί τη συγκίνηση, την ειρωνεία: Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε (Β2.2), όπου το φαίνεσθαι της φύσης γίνεται το είναι του θανάτου.
    Πολλά άλλα χαρακτηριστικά μοτίβα των αποσπασμάτων του Β΄ Σχεδιάσματος είναι τυπικά γνωρίσματα των λυρικών ρομαντικών ποιημάτων: στο Β1 το σκηνικό του ποιήματος, όπου θα τοποθετηθεί η ηρωική πράξη της θυσίας των αγωνιστών του Μεσολογγίου, υποδηλώνει με τη χρήση της λέξης “τάφος” και τη μεταφορά “βασιλεύει” τη μόνιμη παρουσία του θανάτου.  Η μετάβαση από το γενικό “κάμπος” στο ειδικό “πουλί” (Β1.1-2), τα δάκρυα του καλού (ηθική κατηγορία) πολεμιστή (Β1.4), η επίκληση ενός άψυχου αντικειμένου (Β1.5).  Στο Β2 το διονυσιακό σκηνικό, όπου η φύση παρουσιάζεται ως κάλεσμα στη χαρά της ζωής (Β2.1) και ως χώρος ευδαιμονίας και πληρότητας των όντων (Β2.3-9), οι λυρικές εικόνες με την φθίνουσα κλίμακα τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο (Β2.3-9), η πρόσμειξη του εύθυμου με το φοβερό (Β2.2), η υπερβολή (Β2.12).  Στο Β3 η ηχητική εικονοποιία της σάλπιγγας, που παραπέμπει σε φαινόμενα συναισθησίας (Β3.12) και η αντιπαράθεση του μεγαλείου των μικρών και της μικρότητας των μεγάλων.  Στο Β6 η αγάπη της πατρίδας (Β6.23), ο διχασμός και απαισιοδοξία (Β6.1), το όραμα της δόξας και του έρωτα (Β6.3-13), η φασματική παρουσία της αγαπημένης που θα οδηγήσει σε πράξη αυταπάρνησης τον πολέμαρχο (Β6.14-23) και έτσι θα ανοίξουν οι ολόχρυσες θύρες, σύμβολο της ελπίδας της μέλλουσας ανάστασης και θρίαμβος του πνεύματος πάνω στην ύλη.
    Οι πειρασμοί (ακαταγώνιστη φυσική και κοινωνική βία) που ασκούνται στο ποιητικό υποκείμενο έχουν ανιούσα κλιμάκωση: πείνα, εξάντληση < η αφομοιωτική ροπή της φύσης και ο κίνδυνος της απόσβεσης του εγώ < ο φόβος του θανάτου < ο θάνατος της αγαπημένης.  Τα δραματικά πρόσωπα του έργου, τη στιγμή που η φύση βρίσκεται στη πιο γλυκιά της ώρα (Β2.10-11) ενώ εκείνα στη] πιο κρίσιμη στιγμή τους (ειρωνεία), προσπαθούν να ελευθερώσουν τη ψυχή τους από τις υλικές δυνάμεις που τους καταδυναστεύουν και να κατακτήσουν την ηθικής τους ελευθερία μέσω της πίστης στο θεό.  “Η ασώματη ψυχή του Συνθέματος, που ξεκινάει από το Θεό, και αφού κάνει το γύρο σωματοποιημένη στα όργανα τόπου, χρόνου, εθνικότητας, γλώσσας, με διάφορες σκέψεις, αισθήματα, εντυπώσεις κτλ. […] και εκ νέου ξεκινάει απ’ όλ’ αυτά <και> επιστρέφει στο Θεό […]” (Βελουδής, 1997: 33).
Μορφολογία – Στιχουργική
    Τόσο η ρομαντική τεχνοτροπία όσο και η θεματική του ποιήματος υποχρεώνουν τον ποιητή να στραφεί προς τη ντόπια λαϊκή παράδοση, το δημοτικό τραγούδι και τη λογοτεχνία της κρητικής ακμής για να αντλήσει τεχνάσματα που θα τον βοηθήσουν να αποδώσει καλύτερα την επικο-τραγική σύνθεση που σκόπευε να αφηγηθεί.  Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί τον δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό στίχο με τομή στην όγδοη συλλαβή και απλή ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία που παραπέμπει στον Ερωτόκριτο.  Αξιοποιεί τη δυνατότητα να τονίζει την πρώτη συλλαβή του ιαμβικού στίχου κι έτσι ο ίαμβος να γίνεται τροχαίος (Β1.1) δίνοντας χρονική διάρκεια στο χώρο.  Κάνει χρήση της συνίζησης, δηλαδή της συνεκφώνησης γειτονικών φωνηέντων, για τη διατήρηση του ρυθμού και της συναίρεσης των διφθόγγων αποφεύγοντας έτσι τη χασμωδία και τη διαίρεση. 
    Ο λόγος είναι πυκνός, οι λέξεις αυτόνομες, τα ουσιαστικά του αναφέρονται στο κόσμο της φύσης, του σύμπαντος και του ανθρώπινου σώματος και τα επίθετα είναι λειτουργικά.  Η σύνταξή του θυμίζει Ερωτόκριτο: Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους (Β6.21).  Τα μορφολογικά στοιχεία που χρησιμοποιεί ως προς τον ήχο της γλώσσας απαντούν τόσο στο δημοτικό τραγούδι όσο και στη κρητική λογοτεχνία: κάνει χρήση παρηχήσεων και επαναλήψεων (Β1.3, Β3.12, Β4.9-12), επαναλαμβανόμενων εικόνων (Β6.23 και Β2.11), πολύπλοκων μεταφορών (Β6.2), μετωνυμιών (Β3.7), υπερβολών (Β2.13, Β3.8), προσωποποιήσεων (Β1.5, Β2.12, Β3.6, Β6.6, 8) και αντιθέσεων (Β1.2, Β2.2, Β3.3-12, Β6.1-2).
Επίλογος
Ο αγώνας του Σολωμού για τη κατάκτηση της (υλικής) μορφής που θα αποδίδει την (πνευματική) Ιδέα του ποιήματος θα γίνει και η ποιητική του αγωνία που θα τον αναγκάσει – πέρα από ψυχικές ή κοινωνικές αναγκαιότητες – να αφήσει ημιτελή τα περισσότερα συνθέματά του, όχι τόσο από ρομαντική επίδραση όσο από την εγγενή ασυμβατότητα ανάμεσα στο περιεχόμενο και στην έκφραση (Βαγενάς, 1998).  Ωστόσο, αυτή η αποσπασματική μορφή του έργου θα κατορθώσει να εκφράσει συναισθήματα βαθιά, ενσαρκώνοντας το ουσιαστικότερο περιεχόμενο της ανθρώπινης φύσης και να αποκτήσει έτσι μια οικουμενικότητα, η οποία είναι και κυρίαρχη ρομαντική προσδοκία και μέριμνα. 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βαγενάς Νάσος, «Το επίτευγμα του Σολωμού», εφ. Το Βήμα της 13/12/1998.
Βελουδής Γιώργος, «Ο επτανησιακός, ο αθηναϊκός και ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός», στο : Μονά – Ζυγά.  Δέκα νεοελληνικά μελετήματα, Αθήνα: Γνώση 1992, σ. 97-123.
Βελουδής Γιώργος, Δ. Σολωμού «Στοχασμοί» στους «Ελεύθερους Πολιορκισμένους», Αθήνα: Περίπλους 1997.
Γαραντούδης Ευριπίδης, «Η ποίηση του Διονύσιου Σολωμού», στο : Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αι.).  Νεότερη ελληνική λογοτεχνία (19ος και 20ος αι.).  Εγχειρίδιο μελέτης, Πάτρα: ΕΑΠ 2000, σ. 59-84.
Καψωμένος Ερατοσθένης, «Το ποιητικό σύμπαν του Σολωμού», Η λέξη 142, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1997, σ. 660-662.
Καψωμένος Ερατοσθένης(Επιμ.), Διονύσιος Σολωμός. Ανθολόγιο θεμάτων της σολωμικής ποίησης, ,Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων 1998.
Πολίτης Λίνος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: ΜΙΕΤ 2001 (ΙΑ έκδ.).
Τσαντσάνογλου Ελένη, «Σολωμός, Διονύσιος (Ζάκυνθος, 1798 – Κέρκυρα, 1857)», στο: Κεχαγιόγλου Γιώργος (Επιμ.), Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού, Ηράκλειο: ΠΕΚ 1999, σ. 1-10.

Mackridge Peter, Διονύσιος Σολωμός, μτφ. Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, Αθήνα: Καστανιώτης 1995.
Larmore Charles, Η Ρομαντική κληρονομιά, μτφ. ΣΤ. Ροζάνης, Αθήνα: Πόλις 1998.

[Γραφή, 2002]




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...