Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Η «αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών» ως μια από τις διαστάσεις του ευρύτερου πεδίου της «αξιολόγησης της εκπαίδευσης»

του Κυριάκη Κωνσταντίνου

Εισαγωγή
         Η παρούσα εργασία αιτιολογεί το γιατί η «αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών» εμπίπτει στη διάσταση του ευρύτερου πεδίου της «αξιολόγησης στην εκπαίδευση».  Στη συνέχεια, μέσα από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση εμπειρικών μελετών (Γεωργίου, Π., 1999. Ζάχος, 1999. Λεκίδου, 1999. Παναγιώτογλου, 2002. Χατζημαρή – Ζουπάνος, 2002) εστιάζει α) στον θεωρητικό προβληματισμό και στα ερευνητικά ερωτήματα, β) στη μεθοδολογική προσέγγιση και το είδος των ισχυρισμών τεκμηρίωσης και γ) στα σημαντικότερα ευρήματα των εξεταζόμενων εμπειρικών ερευνών.  Τέλος, ακολουθεί μια κριτική αποτίμηση των ερευνών και διατυπώνονται ορισμένα ζητήματα για πιθανή μελλοντική διερεύνηση. 
Η «αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών» ως μια από τις διαστάσεις του ευρύτερου πεδίου της «αξιολόγησης της εκπαίδευσης»
          Τα σύγχρονα – μεταμοντέρνα – ετερογενή πολιτισμικά περιβάλλοντα παράγουν συστημικές δυναμικές, οι οποίες, οιονεί, διαμορφώνουν καινούριους τρόπους πρόσληψης και αναπαράστασης μιας πολυπρισματικής και καλειδοσκοπικής «πραγματικότητας».  Το ιστορικό υποκείμενο για να αποκωδικοποιήσει αφενός και αφετέρου για να εμπεδώσει το νέο αξιακό πλαίσιο, που δημιουργούν τα καινούργια φαινόμενα και οι εικονοκλαστικές θεωρίες που τα «ερμηνεύουν», διεκδικεί και διατρανώνει το δικαίωμα «ελεύθερης» πρόσβασης στη μόρφωση και στην πληροφορία.  Ο προσανατολισμός της παγκόσμιας οικονομίας προς τη διαχείριση και εκμετάλλευση της πληροφορίας, ως μοχλού ανάπτυξης, διαμορφώνει ένα καινούργιο οικονομικοκοινωνικό γίγνεσθαι, που σηματοδοτεί το πέρασμα από τη μεταβιομηχανική εποχή στην εποχή της πληροφορίας (Γεωργίου, Δ., 1999).  Ως απότοκο αυτών των εξελίξεων, ο ρόλος των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και των βιβλιοθηκών, ως φορέων που παράγουν και διαχέουν τεράστιο όγκο πληροφορίας και, παράλληλα, διαμορφώνουν εκπαιδευτική – άρα ιδεολογική – πολιτική, αναβαθμίζεται και αποκτά στρατηγική σημασία.
Η στενή σχέση οικονομίας (αγοράς), πολιτικής / ιδεολογίας και εκπαίδευσης δημιουργεί «μοντέλα» εκπαιδευτικής πολιτικής, τα οποία καθορίζουν την επιτυχία ή αποτυχία τού συνολικού εκπαιδευτικού έργου.  Στο πλαίσιο αυτό, τα τελευταία, τουλάχιστον, πενήντα χρόνια διαμορφώνονται μέθοδοι αξιολόγησης του παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου, με σκοπό τη συνεχή βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και τη μέγιστη αξιοποίηση των πόρων (έμψυχων τε και άψυχων), οι οποίοι διοχετεύονται στον χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας.  Ειδικότερα, το πεδίο της «αξιολόγησης της εκπαίδευσης» αποτελεί κομβικό σημείο ανάπτυξης και αξιοποίησης όλων των παρεχόμενων εκπαιδευτικών και πληροφοριακών πόρων, επειδή έτσι μπορεί κανείς να διαπιστώσει (στηριζόμενος σε «στοιχεία») εκπαιδευτικές ελλείψεις και αδυναμίες και να προτείνει τρόπους αντιμετώπισης και θεραπείας, για την καλύτερη, ήτοι πιο εύρυθμη, αποδοτική και οικονομική, λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος.[1] 
Μια διάσταση του πεδίου της «αξιολόγησης στην εκπαίδευση» αποτελεί και η «αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών».  Ένας τομέας της εκπαίδευσης, ο οποίος τα τελευταία χρόνια, λόγω του αυξανόμενου όγκου των πληροφοριών που προέρχονται από τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, αλλά και την άοκνη ερευνητική δραστηριότητα, συγκεντρώνει το ζωηρό ενδιαφέρον της εκπαιδευτικής και ακαδημαϊκής κοινότητας.  Είναι, πράγματι, γεγονός ότι η ακαδημαϊκή (συμβατική ή /και ψηφιακή) βιβλιοθήκη, όχι μόνο υποστηρίζει αλλά και προωθεί, ενίοτε δε και «παράγει» εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο.  Και αν υποθέσουμε, σύμφωνα με τον Δημητρόπουλο (2004) πως «η ανάγκη για εκπαιδευτική αξιολόγηση […] μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται και ανάγεται σε τρία διαφορετικά επίπεδα: στο οικονομικό, στο ψυχολογικό – παιδαγωγικό και στο πρακτικό» (Δημητρόπουλος, 2004: 33), εύκολα διαπιστώνουμε όχι μόνο πως η «αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών» εμπίπτει σε μια από τις διαστάσεις του γενικότερου πεδίου της «αξιολόγησης στην εκπαίδευση» αλλά και την αναγκαιότητα της «αξιολόγησης των βιβλιοθηκών».  Αναγκαιότητα η οποία απορρέει από μια σειρά λόγων, όπως:
Α) με την αξιολόγηση δύναται να εκτιμηθεί η συνεισφορά των βιβλιοθηκών στην έρευνα και στη διδασκαλία,
Β) με την αξιολόγηση περιγράφεται το ακαδημαϊκό ίδρυμα και διαπιστώνονται οι ανάγκες του,
Γ) με την αξιολόγηση εκτιμάται αν το ακαδημαϊκό ίδρυμα πληροί την εκπαιδευτική του αποστολή (Νικολοπούλου, 1999).
Εμπειρικές έρευνες αξιολόγησης των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών
Α) Ερευνητικά ερωτήματα και θεωρητικός προβληματισμός
            Σκοπός της ακαδημαϊκής βιβλιοθήκης είναι η κάλυψη εκπαιδευτικών και πληροφοριακών αναγκών.  Για να διαπιστωθεί, ωστόσο, κατά πόσο η βιβλιοθήκη πληροί την αποστολή της, κρίνεται σκόπιμη η αξιολόγηση της ποιότητας και της διαχείρισης των παρεχομένων υποστηρικτικών υπηρεσιών προς το διδακτικό και ερευνητικό εκπαιδευτικό έργο, αλλά και το εκπαιδευτικό και διοικητικό προσωπικό  του ιδρύματος, στο οποίο στεγάζεται.  Έτσι, μέσω της αξιολόγησης μπορούν να διερευνηθούν δύο κεντρικά ερωτήματα σχετικά με τα παραπάνω: γιατί να αξιολογούμε τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες και τι αξιολογούμε σε αυτές.
            Ως προς το «γιατί» της αξιολόγησης θα μπορούσε κανείς να ορίσει πέντε άξονες: α) τη χρηστικότητα, τη λειτουργικότητα και τα (τυχόν) προβλήματα της βιβλιοθήκης, β) τις τεχνολογίες της βιβλιοθήκης, γ) την ικανοποίηση των αναγκών των χρηστών, δ) την ικανοποίηση της κοινότητας που απευθύνεται και ε) τον θεσμικός της ρόλος και την οργανωτική της αποστολή (Τζεβελέκου, 2005).
            Ως προς το «τι» της αξιολόγησης θα μπορούσε κανείς να επισημάνει την ανάγκη αξιολόγησης των παρακάτω: εξοπλισμός και προγράμματα, πληροφοριακές διεργασίες, πληροφοριακούς πόρους, προϊόντα και υπηρεσίες, πληροφοριακές λειτουργίες, το περιβάλλον του πληροφοριακού συστήματος, το λογισμικό, την πληροφοριακή υπηρεσία κ.ά. (Τζεβελέκου, 2005).
            Έτσι, αρκετές εμπειρικές έρευνες εστιάζουν τα ερευνητικά τους ερωτήματα σε κάποια από τα προαναφερθέντα στοιχεία.  Για παράδειγμα, η έρευνα που διεξήχθη από το Curtin University της Αυστραλίας (το 1994) προσπαθεί να διερευνήσει κατά πόσο οι στόχοι της βιβλιοθήκης του ιδρύματος υποστηρίζουν τον εκπαιδευτικό και ερευνητικό σχεδιασμό του ίδιου του πανεπιστημίου (Exon, F. C. A., 1995, όπ. αναφ. Γεωργίου, Π., 1999).  Η έρευνα του Ζάχου (1999) εστιάζει τα ερευνητικά της ερωτήματα στον πληθυσμό – χρήστη της βιβλιοθήκης του πανεπιστημίου των Ιωαννίνων για να διερευνήσει τον βαθμό διείσδυσης της βιβλιοθήκης στον συγκεκριμένο πληθυσμό – στόχο.  Μια άλλη έρευνα (Χατζημαρή, Ζουπάνος, 2002) εξετάζει ζητήματα συμμετοχής των ακαδημαϊκών ελληνικών βιβλιοθηκών σε συνεργατικά δίκτυα, παροχής σε πηγές πληροφόρησης μέσω του Παγκόσμιου Ιστού, σε υπηρεσίες ενημέρωσης, εκπαίδευσης και πληροφόρησης κ.ά.  Η έρευνα της Παναγιώτογλου (2002) χρησιμοποιεί και αναλύει τα στοιχεία της έρευνας της British Library (1998) σχετικά με τη χρήση των προσφερόμενων βιβλιοθηκονομικών υπηρεσιών από τους φοιτητές ψηφιακής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.  Τέλος, η έρευνα της Λεκίδου (1999) παρουσιάζει με διαγράμματα την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών διαδανεισμού της Πολυτεχνικής Σχολής.
            Ο θεωρητικός προβληματισμός των διαφόρων εμπειρικών ερευνών επικεντρώνεται στον κοινό στόχο της συνεχούς βελτίωσης του επιπέδου των παρεχόμενων υπηρεσιών των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών προς τους δυνητικούς χρήστες και της ικανοποιητικής κάλυψης των πληροφοριακών αναγκών τους.  Για να επισυμβεί αυτό θα πρέπει το σύνολο των υπηρεσιών της βιβλιοθήκης να ανταποκρίνεται στα αιτήματα των χρηστών – «πελατών» της.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και για την ποιοτική αναβάθμιση της λειτουργίας και του ρόλου των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, αναπτύσσονται (τυποποιημένοι) δείκτες αποτίμησης και απόδοσης των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, που αφορούν τόσο στο προσωπικό της βιβλιοθήκης, στο διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό των ιδρυμάτων και στους φοιτητές, όσο και στα βιβλιοθηκονομικά χαρακτηριστικά των ίδιων των βιβλιοθηκών. 
            Έτσι, ο θεωρητικός προβληματισμός που επιστεγάζει τα περισσότερα ερευνητικά ερωτήματα σχετίζεται με την ποιότητα, την απόδοση και τη λειτουργικότητα των βιβλιοθηκών.  Στο επίκεντρο, αν όχι όλων, τουλάχιστον, των περισσότερων ερευνών βρίσκεται ο χρήστης και οι ανάγκες του.  Σκοπός των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών είναι να εξυπηρετήσουν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα την κάλυψη των αναγκών αυτών. 
Β) Μεθοδολογική προσέγγιση και είδη τεκμηρίων των εμπειρικών ερευνών
            Ο ερευνητής εκκινώντας από ορισμένους θεωρητικούς προβληματισμούς που πηγάζουν είτε από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση του πεδίου που τον ενδιαφέρει είτε από την προσωπική του εμπειρία προσπαθεί να διαμορφώσει το πλαίσιο της έρευνάς του τόσο από μεθοδολογική όσο και από πρακτική σκοπιά.  Έτσι, στη βάση της έρευνας θέτει ορισμένα ερωτήματα και στη συνέχεια, μέσα από ορισμένη μεθοδολογία και πρακτική, συλλέγει τα στοιχεία εκείνα που θα του επιτρέψουν να παρουσιάσει, να αναλύσει και να ερμηνεύσει μια υπάρχουσα κατάσταση και, πιθανόν, να διατυπώσει ορισμένες προτάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας της.  Έτσι, η έρευνα γύρω από την αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών θέτει στο επίκεντρό της τον χρήστη και στην περιφέρεια της τους τρόπους ανάπτυξης των παρεχόμενων υπηρεσιών, οι οποίες θα ικανοποιούν το σύνολο, σχεδόν, των αιτημάτων των χρηστών – πελατών της. 
Για τη μέτρηση της ποιότητας και της απόδοσης μιας ακαδημαϊκής βιβλιοθήκης έχουν αναπτυχθεί τυποποιημένοι δείκτες αποτίμησης, ποσοτικοί και ποιοτικοί, έτσι ώστε η συλλογή στοιχείων να εξυπηρετεί «ένα διπλό και οριοθετημένο σκοπό: να δείξει αν η τιμή του δείκτη είναι η αναμενόμενη και επιθυμητή για κάθε Ίδρυμα και να συγκρίνει κατά περιόδους ένα Ίδρυμα με κάποια άλλα ομότιμά του» (Νικολοπούλου, 1999: 4). 
            Η συλλογή στοιχείων για την εκπόνηση μιας εμπειρικής έρευνας είναι απαραίτητη.  Υπάρχουν διάφοροι τρόποι συλλογής στοιχείων, όπως ερωτηματολόγια, συνεντεύξεις, εργαστηριακά πειράματα, αναλύσεις και μετρήσεις, παρατηρήσεις και σχόλια των ερωτώμενων κ.ά. (Τζεβελέκου, 2005).  Ειδικότερα, για το περιβάλλον της βιβλιοθήκης μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι μέθοδοι και οι τεχνικές της απογραφής και της δειγματοληψίας, μέσω ερωτηματολογίου (Λεκίδου, 1999). 
            Για παράδειγμα, η έρευνα του Ζάχου (1999) στηρίζεται σε δομημένο ερωτηματολόγιο, όπως και η έρευνα της  British Library (1998, όπ. αναφ. Παναγιώτογλου, 2002).  Για την έρευνα των Χατζημαρή – Ζουπάνου (2002) σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε βάση δεδομένων.  Για την έρευνα της Λεκίδου (1999) συλλέχθηκαν στοιχεία από το αυτοματοποιημένο σύστημα της βιβλιοθήκης.   Για τους σκοπούς των ερευνών επιλέχθηκε ο πληθυσμός – στόχος από διαφορετικές κατηγορίες ατόμων ή ομάδων (π.χ. προπτυχιακοί φοιτητές, μεταπτυχιακοί κ.ά.).  Στη συνέχεια, ομαδοποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι απαντήσεις και τέλος συντάχθηκε το report με τη λεπτομερή αναφορά των ευρημάτων και τα συμπεράσματα και τις προτάσεις της έρευνας.
            Οι εμπειρικές έρευνες που αναφέρθηκαν ακολουθούν την ποσοτική μέθοδο για τη διερεύνηση των ερωτημάτων που θέτουν.  Έτσι, εκκινούν από συγκεκριμένες υποθέσεις και στη βάση των συλλεγόμενων στοιχείων «βλέπουν» αν αυτές επιβεβαιώνονται ή αντίθετα διαψεύδονται.  Η φύση, δηλαδή, της ανάλυσης της πληροφορίας είναι «αναγωγική» (Γεωργίου, Π., 1999).    
Σε όλες τις εμπειρικές έρευνες που εξετάζονται στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας οι ισχυρισμοί τεκμηρίωσης είναι δύο ειδών: περιγραφικοί και εξηγητικοί.  Τα εργαλεία περιγραφής των δεδομένων είναι οι στατιστικοί πίνακες και τα διαγράμματα.  Οι ερευνητές συνοδεύουν τα ποσοστικοποιημένα αποτελέσματα της έρευνάς τους με περιεκτικό σχολιασμό. Κάποιες από τις έρευνες κάνουν χρήση δευτερογενών δεδομένων (Γεωργίου, Π., 1999. Παναγιώτογλου, 2002), ενώ οι υπόλοιπες (Ζάχος, 1999.  Λεκίδου, 1999. Χατζημαρή – Ζουπάνος, 2002) χρησιμοποιούν στοιχεία που έχουν συλλέξει οι ίδιοι οι ερευνητές. 
Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι περισσότερες έρευνες που αφορούν στην αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών χρησιμοποιούν, για τη συλλογή στοιχείων, ως μέσο το (δομημένο) ερωτηματολόγιο και παρουσιάζουν τα ευρήματα των ερευνών τους κυρίως με στατιστικό τρόπο και λιτή λεκτική ανάλυση.  
Γ) Τα ευρήματα των εμπειρικών ερευνών
Οι εμπειρικές έρευνες που αφορούν στην «αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών» αφού συγκεντρώσουν και ταξινομήσουν τα συλλεγόμενα στοιχεία προχωρούν στην παρουσίαση, ανάλυση και ερμηνεία τους.  Στο σύνολο των εμπειρικών ερευνών διαπιστώνεται ο χαμηλός βαθμός διείσδυσης της βιβλιοθήκης στον πληθυσμό – χρήστη, ως αποτέλεσμα ελλιπούς πληροφόρησης ή και αρνητικών εικόνων, σχετικά με το βαθμό που θα μπορούσε η βιβλιοθήκη να εξυπηρετήσει τις ανάγκες τους.  Παράλληλα, διαπιστώνεται η ανάγκη για εκπαίδευση των χρηστών στις νέες τεχνολογίες που αναπτύσσουν οι βιβλιοθήκες και στην εκμάθηση των νέων υπηρεσιών, π.χ. του διαδανεισμού.  Τέλος, διαπιστώνεται η ανάγκη για ανάπτυξη των πληροφοριακών πόρων της βιβλιοθήκης και της στελέχωσής της από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό. 
Στο γνωστικό περιβάλλον της κοινωνίας της πληροφορίας ο ρόλος της ακαδημαϊκής βιβλιοθήκης αναβαθμίζεται και αποκτά ουσιαστική σημασία στη διαχείριση και χρήση της πληροφορίας.  Επίσης, η βιβλιοθήκη, μέσα σε ένα ψηφιοποιημένο περιβάλλον, αποδεσμεύεται από τοπικούς και χρονικούς περιορισμούς και μπορεί να υποστηρίξει το διδακτικό και ερευνητικό έργο όχι μόνο του ιδρύματος που τη στεγάζει αλλά και του συνόλου της εκπαιδευτικής και ακαδημαϊκής κοινότητας.  Για τους λόγους αυτούς οι περισσότερες εμπειρικές έρευνες αξιολόγησης ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών εξετάζουν ζητήματα σχετικά με την ικανοποίηση των χρηστών, τις παρεχόμενες υπηρεσίες και τις τεχνολογίες, αλλά και τα βιβλιοθηκονομικά χαρακτηριστικά και την «αρχειακή» λειτουργία της βιβλιοθήκης και θέτουν ως πρωταρχικό τους στόχο την ποιότητα και την ανάπτυξη των λειτουργιών και προγραμμάτων τους.    
Κριτική αποτίμηση των εμπειρικών ερευνών
Οι εμπειρικές έρευνες που στάθηκαν η αφορμή για τον παραπάνω σχολιασμό εκφράζουν την «αγωνία» των ανθρώπων που τις υλοποιούν για «αξιοπιστία», «εγκυρότητα» και «επιστημονικότητα».  Έτσι, όλες καταφεύγουν στη στατιστική και στα ποσοστά για να ισχυροποιήσουν τα συμπεράσματα και τους ισχυρισμούς τους.  Από την άλλη, είναι αναπόφευκτη αναγκαιότητα οι δείκτες και οι μετρήσεις στο σύγχρονο διαφοροποιημένο εκπαιδευτικό περιβάλλον, αν πράγματι επιδιώκουμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα και να διαμορφώσουμε αποτελεσματικά κριτήρια και ισχυρές πολιτικές για την ανάπτυξη του συνολικού εκπαιδευτικού τοπίου.
Στο πλαίσιο της ποιοτικής αναβάθμισης των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών διαμορφώνονται και αναπτύσσονται δείκτες αποτίμησης και απόδοσης (πρόχειρα θα μπορούσε κανείς να συμβουλευτεί τους δείκτες που προτείνει η Μ.Ο.Β.Α.Π.)[2] που αφενός βοηθούν στην εξαγωγή συγκριτικών και συγκρίσιμων στοιχείων για τη λειτουργία των βιβλιοθηκών (βιβλιοθηκονομικά και οικονομικά: έκταση βιβλιοθήκης, θέσεις ανάγνωσης, προσωπικό, συλλογές, πληροφοριακό υλικό, στοιχεία μηχανοργάνωσης, χρηματοδότηση, δαπάνες κ.ά.) και αφετέρου δημιουργούν το πλαίσιο για να «ελέγχει» κανείς τι χρειάζεται να βελτιώσει έτι περαιτέρω.  Ωστόσο, όλοι αυτοί οι δείκτες σπάνια λένε κάτι για την ικανοποίηση των αναγκών των χρηστών.  Και τα ευρήματα και πορίσματα των εμπειρικών ερευνών διαπιστώνουν τη χαμηλή διείσδυση της βιβλιοθήκης στην ακαδημαϊκή κοινότητα.  Γι’ αυτό, ίσως, θα έπρεπε να διαμορφωθεί και ένα άλλο πλαίσιο αξιολόγησης με ανοικτού τύπου ερωτηματολόγια και συνεντεύξεις των χρηστών ή ακόμη και ομάδες συζητήσεων που θα εστίαζε στις ουσιαστικές ανάγκες των χρηστών.  Παράλληλα, σκόπιμο είναι να διοργανωθούν τακτικά σεμινάρια εκπαίδευσης των χρηστών στις νέες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται από τις βιβλιοθήκες και τις νέες μεθόδους αναζήτησης και έρευνας στο «σώμα» των πληροφοριακών πόρων που διαθέτει.
Οι εξεταζόμενες εμπειρικές έρευνες αφήνουν μια σειρά ζητημάτων προς εξέταση αναπάντητα.  Για παράδειγμα, το ζήτημα της σύνδεσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ψηφιακής βιβλιοθήκης, της υποστήριξης προπτυχιακών και μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών με σύγχρονες μεθόδους (π.χ. αμφίδρομη επικοινωνία χρήστη – βιβλιοθήκης), τους τρόπους διευκόλυνσης ερευνητικού έργου, τη μείωση του κοινωνικού αποκλεισμού στην εκπαίδευση με βάση την ανάπτυξη της λειτουργίας και των πληροφοριακών πόρων της βιβλιοθήκης κ.ά.  
Η ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη είναι αρωγός και συμπαραστάτης τόσο του διδακτικού όσο και του ερευνητικού έργου.  Ιδιαίτερα στο online γνωστικό περιβάλλον της κοινωνίας της πληροφορίας και της ψηφιακής διδασκαλίας ή της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης καλείται να ανταποκριθεί στις υψηλές απαιτήσεις της νέας εποχής για να καλύψει τις εκπαιδευτικές και πληροφοριακές ανάγκες των χρηστών της.  Ωστόσο, πρέπει να «ισορροπεί» ανάμεσα στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και την παραδοσιακή της λειτουργία.  Έτσι, πρέπει να αναπτύξει τις υποδομές της, την «αρχειακή» της λειτουργικότητα και, ταυτόχρονα, να «προσαρμοστεί» στα καινούργια αιτήματα της εποχής.
Συμπεράσματα 
            Η «αξιολόγηση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών», ιδιαίτερα στο νέο γνωστικό περιβάλλον της κοινωνίας της πληροφορίας, κρίνεται ουσιαστική και αναγκαία, επειδή έτσι μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος της συνεχούς ποιοτικής βελτίωσης και αναβάθμισης των υπηρεσιών και λειτουργιών που παρέχει η βιβλιοθήκη στους χρήστες – «πελάτες» της. 
            Από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση του πεδίου διαφάνηκε πως η βιβλιοθήκη θέτει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της τον χρήστη, ωστόσο, ακόμη, δεν έχει επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο διείσδυσης της βιβλιοθήκης στον πληθυσμό – στόχο.  Αυτό οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων, και κυρίως στην ελλιπή ενημέρωση του χρήστη, στην έλλειψη εκπαίδευσης στις νέες τεχνολογίες και προγράμματα που αναπτύσσει η βιβλιοθήκη και στην αρνητική του εικόνα από παρελθοντικές εμπειρίες. 
            Τέλος, επισημάνθηκε πως η μεθοδολογία των εμπειρικών ερευνών είναι ποσοτική και στο σύνολο τους, σχεδόν, χρησιμοποιούν την τεχνική του ερωτηματολογίου.  Έτσι, υποδείχθηκαν και άλλοι τρόποι έρευνας (ποιοτικοί, όπως ανοιχτά ερωτηματολόγια ή συνεντεύξεις), ώστε να εξασφαλιστεί η ποιότητα και αποδοτικότητα της λειτουργίας των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών στον υψηλότερο δυνατό βαθμό, τόσο για την ικανοποίηση των αιτημάτων των χρηστών όσο και για την παραγωγή και διευκόλυνση του διδακτικού και εκπαιδευτικού έργου, που καλείται να υπηρετήσει. 

Βιβλιογραφία
Γεωργίου, Δ. (1999). T. Q. C. Καλλιέργεια της Ολικής Ποιότητας ως μοχλού ανάπτυξης των Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. Στο Διημερίδα με θέμα: Στατιστική και Ολική Ποιότητα Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 19 – 20 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://mopab.lib.uoi.gr/activities/activitiesgre01.pht#2. (31/10/2007). 
Γεωργίου, Π. (1999). «Συνεχής Παρακολούθηση και Αξιολόγηση της Ποιότητας Παροχής Υπηρεσιών: Αναγκαιότητα, Παράμετροι, Μέθοδοι – Αξιοποίηση στοιχείων στα πλαίσια της Στρατηγικής Ανάπτυξης και Καθημερινής Λειτουργίας της Βιβλιοθήκης». Στο Διημερίδα με θέμα: Στατιστική και Ολική Ποιότητα Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 19 – 20 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://mopab.lib.uoi.gr/activities/activitiesgre01.pht#2. (31/10/2007).
Δημητρόπουλος, Ε. Γ. (2004). Εκπαιδευτική Αξιολόγηση.  Η Αξιολόγηση της Εκπαίδευσης και του Εκπαιδευτικού Έργου (5η έκδοση). Αθήνα: Γρηγόρης.
Ζάχος, Γ. Κ. (1999). Έρευνα χρήσης των Βιβλιοθηκών του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων. Στο Διημερίδα με θέμα: Στατιστική και Ολική Ποιότητα Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 19 – 20 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://mopab.lib.uoi.gr/activities/activitiesgre01.pht#2. (31/10/2007).
Λεκίδου, Μ. (1999). Διαχείριση Στατιστικών Στοιχείων Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. Στο Διημερίδα με θέμα: Στατιστική και Ολική Ποιότητα Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 19 – 20 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://mopab.lib.uoi.gr/activities/activitiesgre01.pht#2. (31/10/2007).
Νικολοπούλου, Β. (1999). Συλλογή Στατιστικών Στοιχείων Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών 1998 – 1999. Στο Διημερίδα με θέμα: Στατιστική και Ολική Ποιότητα Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 19 – 20 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://mopab.lib.uoi.gr/activities/activitiesgre01.pht#2. (31/10/2007).
Παναγιώτογλου, Π. (2002). Υπηρεσίες των Σύγχρονων Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών προς τους Φοιτητές Ψηφιακής και Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης. Σύγχρονη Βιβλιοθήκη, 18, 16 – 22.
Τζεβελέκου, Κ. (2005). Ψηφιακές Βιβλιοθήκες. Η Μέτρηση της Ποιότητας Υπηρεσιών στις Ψηφιακές Βιβλιοθήκες. Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: http://dlib.ionio.gr/ctheses/0405tab522k/tzevelekou_DLQuality.ppt (10/11/2007).
Χατζημαρή, Σ. & Ζουπάνος, Σ. (2002). Οι υπηρεσίες των ελληνικών επιστημονικών βιβλιοθηκών σε απομακρυσμένους χρήστες μέσω του παγκόσμιου ιστού: μια πρώτη καταγραφή. Σύγχρονη Βιβλιοθήκη, 13, 31 – 43.         



[1] Δεν είναι αδιάφορο ότι μέσω των παντοειδών αξιολογήσεων, οι οποίες προέρχονται από διάφορα κέντρα και φορείς, που ασκούν πολιτική και οικονομική «εξουσία», μπορεί να επιβάλλεται άμεσα ή έμμεσα η «βούληση» για ιδεολογικοπολιτικό έλεγχο του εκπαιδευτικού έργου.
[2] Βλ. δικτυακό τόπο: http://www.mobap.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...