Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Το μετέωρο βήμα του εκπαιδευτικού θεσμού

του Κώστα Κυριάκη
http://anthologio.files.wordpress.com/2013/07/clip_image080.jpg
Στην πρόσφατη συνέντευξή της στα «Ενθέματα» (19-1-2014) η Νένη Πανουργιά αναφέρεται σε ένα γεγονός που συνέβη πριν από χρόνια, καλοκαίρι, όταν  βγαίνοντας στην αυλή είδε το γιο της, 12 χρονών τότε, να διαβάζει.  Είχε πάνω στο τραπέζι το βιβλίο των μαθηματικών του, ένα κόμικ, ένα λέγκο που έφτιαχνε, ένα ψεύτικο πιστόλι που κράταγε συνέχεια – και δίπλα ήταν το κομπιούτερ με τρία παράθυρα ανοιχτά: στο ένα μιλούσε με τη δασκάλα του των μαθηματικών στην Αμερική, στο δεύτερο έβλεπε το South Park, στο τρίτο κάτι άλλο. Και δεν είχε καμιά δυσκολία. Αυτό ήταν ένα έναυσμα για εκείνη, για το πώς προσεγγίζουν οι νέοι την ανάγνωση, την πληροφορία, τη γνώση.

Αφετηρία του δικού μου προβληματισμού είναι αν μπορεί ο σημερινός εκπαιδευτικός θεσμός να ανταποκριθεί στο παραπάνω περιγραφικό μοντέλο και με ποιους τρόπους;  Για το πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι απερίφραστα όχι, για το δεύτερο δεν έχω απάντηση, αλλά πιστεύω ότι οι τρόποι βρίσκονται μέσα από την πορεία για να αλλάξει αυτό που υπάρχει και που δεν ανταποκρίνεται πλέον σε αυτό που συμβαίνει.    

Πράγματι, το σχολείο ως τόπος εκπαίδευσης και μάθησης είναι θεσμικό μόρφωμα του Διαφωτισμού και της νεωτερικότητας και κυρίως του βιομηχανικού καπιταλισμού.  Η έννοια της εκπαίδευσης και της μάθησης ανταποκρινόταν στο αίτημα των δημοκρατικών διεκδικήσεων και των ατομικών δικαιωμάτων του δυτικού κόσμου.  Μέσα από την εκπαίδευση προωθούνταν αντιλήψεις για την κοινωνική ισότητα και την ισότητα των ευκαιριών, για την άρση των κοινωνικών αποκλεισμών και για τη χειραφέτηση της γυναίκας, για το κράτος πρόνοιας και τις πολιτικές της κοινωνικής περίθαλψης και ασφάλισης κ.ά. Από την άλλη όμως το σχολείο εξυπηρετούσε βιοπολιτικές και βιοεξουσιαστικές λογικές του πρώιμου καπιταλιστικού συστήματος και του φορντικού και τεϋλορικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης.  Λειτούργησε δηλαδή ως μηχανισμός αναπαραγωγής των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και ως μηχανισμός ταύτισης με την κυρίαρχη ιδεολογία, αφού το σχολείο συγκαταλέγεται στους κορυφαίους κρατικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς.

Στις κοινωνίες, όμως, της μετανεωτερικότητας το σχολείο δεν είναι πια ο κατεξοχήν χώρος που παράγει και διαδίδει την εργαλειακή γνώση.  Σημασία έχει η εύρεση και διαχείριση της πληροφορίας, ή αλλιώς το να μάθει κανείς πώς να μαθαίνει, και όχι η αποστήθιση ή άλλες συμβατικές και παραδοσιακές εκπαιδευτικές ‘τεχνολογίες’.  Η αναπαραγωγική λειτουργία του εκπαιδευτικού θεσμού άρχισε να χωλαίνει ήδη από τη δεκαετία του 1980, αφού ο προσανατολισμός της παγκόσμιας οικονομίας προς τη διαχείριση και εκμετάλλευση της γνώσης και της πληροφορίας, ως μοχλού ανάπτυξης, διαμόρφωσε ένα καινούργιο οικονομικοκοινωνικό γίγνεσθαι και συνεπακόλουθα μια μορφική αλλαγή των εργασιακών σχέσεων.  Επομένως, το σχολείο δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στους αρχικούς του στόχους, δηλαδή στη κάλυψη των αναγκών του παραγωγικού συστήματος. 

Σήμερα, λοιπόν, οι νέοι του μεταβιομηχανικού  (δυτικού) κόσμου είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες και την αναζήτηση, την εύρεση και τη διαχείριση της πληροφορίας.  Λειτουργούν σε πλαίσια ‘πολυχρονικά’, κάνοντας πολλά πράγματα ταυτόχρονα, όταν ο εκπαιδευτικός θεσμός είναι καθηλωμένος σε μια ανεπίκαιρη ‘μονοχρονικότητα’ (απότοκο, ίσως, μιας ορισμένης θεολογικής αντίληψης για τη δόμηση του κόσμου).  Ταυτόχρονα οι νέοι στο σχολείο υποχρεώνονται σε τεχνικές ελέγχου, όπως η αποστήθιση, που μοιάζουν βγαλμένες από μια άλλη εποχή.  Έτσι παρατηρείται μια ασύμμετρη ανάπτυξη των γνωστικών και γνωσιακών πόρων σε σχέση με ένα παρωχημένο εκπαιδευτικό μοντέλο παραγωγής γνωστικών και γνωσιακών αποτελεσμάτων. 

Ο εκπαιδευτικός θεσμός σήμερα μοιάζει κάπως μετέωρος, ξεκομμένος από τη γύρω του πραγματικότητα και καθηλωμένος σε ‘τεχνολογίες’ που έχουν ως αναφερόμενο μια άλλη εποχή.  Επομένως, από τη μια πληθαίνουν οι φωνές όλων εκείνων που επιθυμούν να μετακυλίσουν το κόστος της εκπαίδευσης των νέων στα ίδια τα άτομα και τις οικογένειές τους, στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, με το κράτος να διατηρεί τον εποπτικό έλεγχο, θεωρώντας ότι το σχολείο δεν επιτελεί πια το δομικό του ρόλο.  Σε αυτή την κατεύθυνση ίσως η απαξίωση του εκπαιδευτικού θεσμού, ως  οργανωμένου χώρου μαθησιακής διεργασίας, να είναι σκοπούμενη.  Από την άλλη, πολύ περισσότερες φωνές αρθρώνουν λόγο για μια άλλη εναλλακτική εκπαίδευση, η οποία θα ανταποκρίνεται στις προτεραιότητες και στα αιτήματα της εποχής.  Μια εκπαίδευση που δεν είναι υποχρεωτικό να λαμβάνει χώρα μέσα σε δεδομένο χωρικό και χρονικό πλαίσιο, αλλά να έχει ο καθένας τη δυνατότητα της επιλογής της δικής του μαθησιακής διαδρομής.  Αλλά, όπως έχει επισημανθεί, οι συνθήκες προσφοράς ευκαιριών είναι συγχρόνως συνθήκες άρνησης και αποτυχίας, γι’ αυτό πρέπει να είναι κανείς επιφυλακτικός απέναντι στα κελεύσματα της διά βίου μάθησης και των ευκαιριών μάθησης, που αποκρύβουν τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης ολόκληρων πληθυσμιακών ομάδων αλλά και ατόμων.   

Θα πρέπει νομίζω να πάψουμε να σκεφτόμαστε με δίπολα όπως σχολείο ή εκπαίδευση στο σπίτι, εκπαίδευση ή μάθηση κττ. που εκφράζουν ταξινομικές λογικές, εγγενώς ιεραρχικές, και αποκαλύπτουν τις σχέσεις εξουσίας που τις διέπουν.  Στις μέρες μας, όπως φαίνεται και από το παράδειγμα που στάθηκε η αφετηρία της σκέψης μου, ολοένα και περισσότερο οι μαθητές ενεργοποιούν πρακτικές ‘απενεργοποίησης’ (Aufhebung) του ελεγκτικού μηχανισμού του εκπαιδευτικού θεσμού και διαμορφώνουν στρατηγικές αντίστασης στους ταυτοποιητικούς μηχανισμούς του.  Έτσι, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο για αυτόνομη δράση, εφευρίσκοντας νέες μορφές διαχείρισης του εαυτού –μια νέα πολιτική του σώματος- και υπονομεύοντας τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις και τις σχέσεις εξουσίας που τις εγκαθιδρύουν.  Με την πρακτική της απενεργοποίησης, δηλ. της αδρανοποίησης αλλά και διατήρησης του σχολικού θεσμού, οι μαθητές αμφισβητούν τις εκπαιδευτικές πρακτικές, τις απενεργοποιούν, αλλά ταυτόχρονα αναζητούν νέες χρήσεις τους.       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...