Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Ανάγνωση της ανάγνωσης του καβαφικού ανθύπατου του Αίαντα του Σοφοκλή



Καταρχήν, σύμφωνα με τον Μαρωνίτη (2011), ο οποίος έχει μελετήσει συστηματικά τα αρχαιόθεμα ποιήματα του Καβάφη, ο ποιητής είναι αρχικά αναγνώστης και έπειτα γίνεται ποιητής-αναγνώστης.  Σε αυτή τη γραμμή, θα προσπαθήσω να διαβάσω το «Τα δ’ άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι»  (1913), δηλαδή την καβαφική ανάγνωση του σοφόκλειου Αίαντα.  Πρόκειται για μια ανατρεπτική ανάγνωση της ανάγνωσης που κάνει ο ανθύπατος του σοφόκλειου κειμένου τουλάχιστο σε δυο καίρια σημεία του: στη μεταφυσική και στην ανθρωπολογική του διάσταση. 
Αμφορέας του Εξηκία (περ. 530 π.Χ.) (εδώ)
   

Πρώτα το ποίημα:

«Τωόντι», είπ' ο ανθύπατος, κλείοντας το βιβλίο, «αυτός
ο στίχος είν' ωραίος και πολύ σωστός·
τον έγραψεν ο Σοφοκλής βαθυά φιλοσοφώντας.
Πόσα θα πούμ' εκεί, πόσα θα πούμ' εκεί,
και πόσο θα φανούμε διαφορετικοί.
Αυτά που εδώ σαν άγρυπνοι φρουροί βαστούμε,
πληγές και μυστικά που μέσα μας σφαλνούμε,
με καθημερινή αγωνία βαρυά,
ελεύθερα εκεί και καθαρά θα πούμε».

«Πρόσθεσε», είπε ο σοφιστής, μισοχαμογελώντας,
«αν τέτοια λεν εκεί, αν τους μέλλει πια».


Ο ανθύπατος συμπυκνώνει όλη του την ανάγνωση σε αυτή την ακροτελεύτια, συναισθηματικά φορτισμένη, φράση του Αίαντα: τα δ’ άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι.  Ο ανθύπατος ‘διαβάζει’ αυτή τη φράση  σαν ένα ‘μεταφυσικό’ πιστεύω του ήρωα: με κάποιον τρόπο η ζωή συνεχίζεται στον Άδη.  Κι εκεί θα πούμε τα υπόλοιπα και διαφορετικοί θα φανούμε.  Γιατί, ο σοφόκλειος Αίαντας, πιασμένος στις αλυσίδες του μηχανισμού της ‘αιδούς – ντροπής’, γνωρίζει ότι ο τρόπος που επιλέγει για να αποχωρήσει από τη ζωή δεν είναι ο τρόπος που αρμόζει σ’ έναν ήρωα. 


Είναι αυτή η λανθασμένη ανάγνωση του σοφόκλειου Αίαντα που θέλει να ανατρέψει με την ανάγνωσή του ο ποιητής-αναγνώστης.  Ο σοφιστής ανατρέπει το μεταφυσικό credo του ανθύπατου.  Δεν υπάρχει τίποτα εκεί που να χρειάζεται να ειπωθεί, γιατί τους νεκρούς τίποτα πια δεν τους μέλει, δοσμένο με τη μοναδική καβαφική ειρωνεία.  Όλο το αξιακό μας σύστημα αφορά μια σκαλωσιά πίστης που μας επιτρέπει να ζούμε (και να πεθαίνουμε, όπως, αίφνης, στον Αίαντα) αλλά παύει να μας εξυπηρετεί στον άλλο κόσμο.


Ο Καβάφης, λοιπόν, ανατρέπει ειρωνικά τη μεταφυσική σκαλωσιά της ανάγνωσης που κάνει ο (αναγνώστης) ανθύπατος του σοφόκλειου Αίαντα, αλλά, πριν από αυτό, έχει προηγηθεί το προσεχτικό κτίσιμο μιας απελευθερωτικής ανθρωπολογίας, η οποία ‘τω όντι’ δεν έχει ανάγκη καμιά μεταφυσική.   
Εξηγούμαι.


Το ποίημα μπορεί να διαβαστεί ως ένα απελευθερωτικό πρόταγμα, ως ένα μανιφέστο πίστης του ίδιου του ποιητή: να πούμε εδώ ό,τι θέλουμε να πούμε, να ελευθερώσουμε τις καρδιές μας γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά, που λέει ο Σεφέρης.  Επομένως, μέσα από τον απροκατάληπτο, ειλικρινή και αληθινό λόγο, μέσα από τον απελευθερωτικό διάλογο, μπορούμε να κατασκευάσουμε νέες ανθρωπολογικές σταθερές, τέτοιες που να μην υπόκεινται στην ανάγκη της μεταφυσικής.  Συνεπώς κάθε λέξη του ανθύπατου για το επέκεινα μπορεί να αντιστοιχηθεί σε μια δράση στο ενθάδε. 


Τελικά, γιατί ο Καβάφης άφησε στην άκρη αυτό το ποίημα.  Τείνω στην ίδια απάντηση που έδωσε ο Μαρωνίτης για τα αισχύλεια ποιήματα του ποιητή: η προτρεπτική του τόλμη είναι τέτοια που πιθανόν και ο ίδιος ο ποιητής να ένιωσε ότι κάτι τον υπερέβαινε (Μαρωνίτης*, 1992: 46). 
Κύλικα του Ζωγράφου του Βρύγου (περ. 490 π.Χ.) (εδώ)

*Μαρωνίτης, Δ. Ν. (1992). Δύο αισχυλικά ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη. Στο Δ. Ν. Μαρωνίτης.  Διαλέξεις. Αθήνα: Στιγμή, 29 – 47. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...