Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Γιατί έφαγα τον πατέρα μου



Lewis, R. (2010). Γιατί έφαγα τον πατέρα μου. Μτφρ. Ε. Τσούτη. Αθήνα: Άγρα.

Το είχα διαβάσει πριν 7 χρόνια περίπου, όταν κυκλοφόρησε πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιαγορά. Μου είχε αφήσει μια εύθυμη νότα νοσταλγίας και μια ανάμνηση ότι είχα διαβάσει μια καλή ιστορία, δηλαδή είχα περάσει με αυτό το βιβλίο κάποιες ώρες αναγνωστικής απόλαυσης. Για αυτό άλλωστε αποφάσισα να το ξαναδιαβάσω.

Ο Λιούις, συγγραφέας του ενός και μοναδικού μυθιστορήματος, δηλαδή αυτού εδώ, περιγράφει τις συνέπειες της παραγωγής και των εφαρμογών της φωτιάς σε μια εκτεταμένη οικογένεια της πλειστοκαίνου, πρόκειται δηλαδή για ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε κανείς να το κατατάξει στο είδος της χιουμοριστικής επιστημονικής φαντασίας, ως «προϊστορικό μυθιστόρημα». 

Τώρα που το ξαναδιάβασα θα μπορούσα να πω ότι περιγράφει μεν μια οικογένεια της πλειστοκαίνου, αλλά ορισμένως ορισμένες θεματικές του και τα συναισθήματα που περιγράφονται, π.χ. ο αδιάκοπος αγώνας για την εξασφάλιση της τροφής, να μη γίνεις από κυνηγός θήραμα, ο πόλεμος όλων εναντίον όλων, η προσαρμογή και η εξέλιξη, η ανακάλυψη του έρωτα, η έμφαση στις προσωπικές συγκινήσεις, οι γενεακές και διαγενεακές συγκρούσεις και ανταγωνισμοί κτλ., είναι ‘καθολικά’. Τείνω να πιστεύω πως πρόκειται περισσότερο για ένα αλληγορικό αφήγημα – για παράδειγμα ο εμπρησμός της σαβάνας θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια αναλογία του πυρηνικού ολέθρου. Για έναν στοχασμό πάνω στις συνέπειες, θετικές και αρνητικές, της τεχνολογίας και της κυριαρχίας πάνω στη φύση και στον άλλο.

Επιπρόσθετα, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα μύησης, αφού στο τέλος διαπιστώνουμε τη μεταβίβαση της πνευματικής κληρονομιάς του πατέρα (ή και Πατέρα, σελ. 75, με κεφαλαίο Π που παραπέμπει σε βιβλική απόχρωση) στους γιούς του.

Όλο το αφήγημα έχει να κάνει με τη φωτιά και γύρω από αυτή την κρίσιμη καμπή της ιστορίας του ανθρώπου (αν υποθέσουμε ότι το αποφασιστικό βήμα ήταν η χρησιμοποίηση των εργαλείων και όλα τ’ άλλα είναι εξέλιξη) ξεδιπλώνονται τα επιμέρους επεισόδια-φάσεις της προσαρμογής: η δίποδη βάδιση, το ακόντιο, οι παγίδες, η εξωγαμία, το μαγειρεμένο φαγητό, το λάξεμα του πυρόλιθου κτλ.

Η αφήγηση διατρέχεται από ένα λεπτό χιούμορ, το οποίο ενισχύεται από τη χρήση γλωσσικών αναχρονισμών, αλλά και αναχρονισμών για την περιγραφή εποχών, τόπων και τοποθεσιών και πραγμάτων. Αφηγητής είναι ο Έρνεστ, γιος του εφευρέτη, επινοητικού και πολυμήχανου Έντουαρντ, ο οποίος είναι οπαδός της τεχνολογικής προόδου: η φύση είναι με το μέρος εκείνων που διαθέτουν τεχνολογική υπεροχή (39). Ο Έρνεστ αφηγείται στα παιδιά του τις εφευρέσεις, τα πάθη και τα παθήματα του πατέρα του, τους καυγάδες του με τον οπισθοδρομικό (back to the trees) αδερφό του, την ανακάλυψη της μαγείας του έρωτα, την αδιάκοπη πάλη τους για προσαρμογή και τέλος, την τελετουργική πατροκτονία και τη συμβολική πατροφαγία του Έντουαρντ, του σπουδαιότερου πιθηκάνθρωπου της πλειστοκαίνου. Η αφήγηση των γεγονότων εμπλουτίζεται με συζητήσεις και στοχασμούς για τη σχέση φυσικού και τεχνητού στην ανθρώπινη ζωή (23 – 24), για την ομορφιά της λογικής σκέψης (46), για τη σχέση εκπαίδευσης και εξειδίκευσης (51 – 58), για τις εναλλακτικές προτάσεις στην επιστημονική σκέψη (93), για τις δυνατότητες της διαισθητικής σκέψης (123), για τον κόσμο των ονείρων που πηγαίνουμε όταν πεθάνουμε (126 – 127), για την κυριαρχία (131) κ.ά. 

Ιδιαίτερα μου άρεσε (και γέλασα πολύ) το 8ο κεφάλαιο, στο οποίο περιγράφονται οι περιπέτειες των ταξιδιών του θείου Ίαν,  και το κεφάλαιο 13, όπου περιγράφεται λυρικά – ειρωνικά ο έρωτας. 

Σημειώνω μια φράση – κλειδί νομίζω του έργου:
     «Κάντε σκοπό της ζωής σας, παιδιά μου, ν’ αφήσετε φεύγοντας τον κόσμο λίγο καλύτερο απ’ ό,τι τον βρήκατε και να δώσετε στους απογόνους σας μεγαλύτερα πλεονεκτήματα από αυτά που είχατε εσείς» (156).
Μια ακόμη παράγραφος, με προσωπικό ενδιαφέρον:
     «Χρειαζόμαστε ηρεμία. Χωρίς ανάπαυλα και προσήλωση δεν γίνεται δημιουργική δουλειά, ούτε πνευματική ανάπτυξη ούτε πολιτισμός» (73).
Και, τέλος, αντιγράφω –όπως συνηθίζω- την εναρκτήρια πρόταση του βιβλίου:
     «Όταν οι άνεμοι από τον βορρά φυσούσαν μανιασμένα, θυμίζοντάς μας ότι οι πολικοί πάγοι εξακολουθούσαν να κατεβαίνουν, συνηθίζαμε να μαζεύουμε όλα μας τα αποθέματα από χαμόκλαδα και σπασμένα δέντρα μπροστά στη σπηλιά, ν’ ανάβουμε μια δυνατή φωτιά και να λέμε στον εαυτό μας πως όσο νότια κι αν φτάσουν αυτή τη φορά, ακόμα και στην Αφρική, θα μπορέσουμε να τους αντιμετωπίσουμε και να τους νικήσουμε». 

Η μετάφραση επιτυχημένη. Οι πρόλογοι των Πράτσετ (στην αγγλική έκδοση) και Βερκόρ (στη γαλλική έκδοση) ενημερωτικοί και κατατοπιστικοί, καθώς και το αναλυτικό επίμετρο από την Κόλογκνατ. Το γλωσσάρι (181 – 182) χρήσιμο. Γενικά, πολύ προσεγμένη έκδοση, όπως μας έχουν συνηθίσει οι εκδόσεις Άγρα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...