Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρυγώντας τον ξένο μόχθο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρυγώντας τον ξένο μόχθο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Φιλοσοφία και Ποίηση

Φιλοσοφία και Ποίηση

του Πέτρου Βράιλα- Αρμένη

 

Κόρες κι οι δύο του Ουρανού, ο υπέροχος Έρωτας

σε μια μέρα τις δημιούργησε, και την όψη τους

ωραία έκανε με λάμψη θεϊκή

που κάθε εκλεκτή ψυχή την κάνει να τις ποθεί.

η μια ανακαλύπτει την αλήθεια, η άλλη την ενδύει

με ωραίες μορφές και ουράνια λάμψη.

 

Αργά προχωρεί, και ένα προς ένα τα πέπλα

που καλύπτουν το μυστήριο της δημιουργίας

λύνει η φιλοσοφία. η άλλη στους ουρανούς

προσηλώνει τολμηρή το βλέμμα, και εμπνευσμένο

υψώνει ένα άσμα που δημιουργεί έναν κόσμο καινούριο

και πιο πιστό στο θεϊκό του πρότυπο.

 

Ω, ευτυχής όποιος σφιχταγκαλιασμένες

να προσεγγίζουν τις βλέπει στην ύψιστη περιοχή.

αλλά ακόμα πιο ευτυχής, αν του επιτραπεί,

με την αλήθεια που σχήμα δίνει στην αιώνια ομορφιά,

να υψώσει στην ψυχή του για τις θεϊκές αδελφές

έναν ναό, μια λατρεία, έναν μόνον έρωτα.

 

[Μετάφραση από τα Ιταλικά: Γεράσιμος Γ. Ζώρας]

 

Αλεβεβάν, 1 (Ιανουάριος – Μάρτιος 1990), σ. 13


Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Εν εσπέρα [1917]

Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα
των χρόνων με το δείχνει. Aλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Aλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,
μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.

Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά —
βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.

 

Κωνσταντίνος Καβάφης



Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Θυμήσου, σώμα...

 Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ' εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ' ετρέμανε μες στη φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες - πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

 Κ. Π. Καβάφης

Body #1, Lorenzo Belenguer (2016)

 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Αν νοσταλγώ

του Κώστα Ουράνη


 
Αν νοσταλγώ - δεν είναι εσάς, αγάπες περασμένες,
              και τις στιγμές τις ευτυχείς μαζί σας που έχω ζήσει!
           - Τα ρόδα σας τα μάρανα στα χέρια μου και τώρα
               μέσα στης Μνήμης το παλιό βιβλίο τα 'χω κλείσει.
 
Μα είναι κάποιες άγνωστες, περαστικές γυναίκες,
που μια στιγμή σταυρώσανε το βλέμμα τους μαζί μου!
- Τέτοιες, που μείναν ο γλυκύς κι ανέφικτός μου πόθος,
ενώ - ποιος ξέρει! - θ' άλλαζαν για πάντα τη ζωή μου!...
 
Αν νοσταλγώ - δεν είναι εσάς, πόλεις που έχω ζήσει,
πόλεις που σας εγνώρισα και που σας έχω αφήσει,
μα 'κείνες, ταξιδεύοντας, που αντίκρισα ένα βράδυ
κι είδα - μακριά - τα φώτα τους τ' άπειρα να χορεύουν
(που ήταν σαν να με φώναζαν, που ήταν σαν να μου γνεύουν!)
και που το πλοίο προσπέρασε, πλέοντας στο σκοτάδι...

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

"Κάτι που έμεινε"

                                                                του Κλείτου Κύρου

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δύο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ʼρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πώς τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της.
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα

– Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και ʽσύ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε
Δες έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Μάσκες του Κώστα Ουράνη





Για να 'μαι ευχάριστος σε όλους,

-κι ακόμα και στον εαυτό μου-

έκρυψα πάντοτες με μάσκες

που αρέσουνε το πρόσωπο μου

.

κι άλλαξα τόσες στη ζωή μου,

που τώρα πια να μη μπορώ

τ’ αληθινό το πρόσωπο μου

να πω ποιο είναι μήτ’ εγώ!

.

Έτσι, ο θάνατος σα θα 'ρθει,

δε θα 'ναι η στέρηση μεγάλη:

θ’ αφήσω μιαν ανυπαρξία

για να περάσω σε μιαν άλλη ...
Pablo Picasso, Head of a woman, 1907

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Ο Οιδίπους


Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορό.

 
Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισί της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μόλο που ακουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.
[1895]

Κ. Π. Καβάφης

(από τα Αποκυρηγμένα)
 
Πίνακας: Moreau, Oedipus and the Sphinx (1864)

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017

Πάψετε πιά (Κώστας Ουράνης)


Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στις τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!


Τι; Πάλι να γυρίσουμε στην βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;


Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θάναι
και να μη νοιώθουμε καμμιά λαχτάρα ν’ ανατέλλει;
Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;


Η τόλμη αφού μας έλλειψε – και θα μας λείπει πάντα! –
να βγούμε μόνοι απ’τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κ’ ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους
μ’ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων –


κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,
μα και μπορούν στη φόρα τους να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά, που με το μέτωπο ν’αγγίξουμε τ’ αστέρια!..
Κώστας Ουράνης, 1944

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Μπέρτολτ Μπρεχτ: Απολαύσεις

Το πρωί το πρώτο βλέμμα απ’ το παράθυρο

Το βιβλίο το παλιό που ξαναβρίσκεις

Πρόσωπα ενθουσιασμένα

Χιόνι, η αλλαγή των εποχών

Η εφημερίδα

Το σκυλί

Η διαλεκτική

Μπάνιο, κολύμπι

Παλιά μουσική

Άνετα παπούτσια

Κατανόηση

Νέα μουσική

Γράψιμο, φυτά

Ταξίδια

Τραγούδια

Και να 'σαι φίλος μ’ όλους.

 

 
μτφ. Πέτρος Μάρκαρης

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ


«Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…»
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

 
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατέλειωτη γη.

Κάτι που θα κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά.
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιο τρόπο που, ως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ Σκεφτήτε Εγώ.
Ένα καράβι Να σας πάρει, Καίσαρ Να μας πάρει
Ένα καράβι, που πολύ μακριά θα τ οδηγώ.

Μιά μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιό απομακρυσμένες
κι εγώ σ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
γιά τους αστερισμούς ή γιά τα κύματα
γιά τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει.
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουϊσκυ.

Και μιά γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
μιά γριά σ ένα πολύβουο καφενείο
μιά αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μιά βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιάς Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δήτε ίσως τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωμάτινο πεζό μνήμα,
δε θα ναι ποιητικώτερο και πι όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντας τα να με οικτείρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθήτε.
Κι όπως εγώ για έν αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθήτε.
Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού, Κέδρος, 1982
(πρώτη έκδοση, Ο Κύκλος,1933)

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Ποίημα για τον Λάζαρο


Πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι, Λάζαρε.
ό,τι κι αν γίνει, σφάλματα Αθήνας, Βάρκιζας, βάσης, ηγεσίας,
όσο κι αν λυσσάξουν να μη γυρίσει η σελίδα απ’ το ημερολόγιο
έστω κι αν τα νησιά μας αδειάσουνε τουρίστες με πατριώτες
έστω κι αν μόλις πάει ν’ ανοίξει ο ουρανός ένας λοχαγός τον κλείσει
δε γίνεται, με χρόνια με καιρούς…

Μπορεί να περάσουνε πολλοί χειμώνες παγωμένοι στα ξόδια συντρόφων
χρόνια «τάξης και ασφάλειας», καλοζωισμένων αντρόγυνων,
παιδιών σαν μπουρεκάκια
μα πάλι κάτι θάχει μείνει, μια ξεχασμένη φράση, παλιό σύνθημα,
λίγες νότες καλά κρυμμένες από θεριό τραγούδι του βουνού,
κάποιοι θαμμένοι κάλυκες, ένας κόκορας, μια κάνη που θα γίνουνε
περίστροφο,
σκόρπια άτομα ηλίου, χρήσιμα για την αλυσιδωτή σύντηξη.

Και τότε, Λάζαρε, αλίμονο, θάβγει πια ο Κριτής με την τραγιάσκα,
οπότε μας βλέπω να περνάμε όλοι σε εξάδες κάτω απ’ το μπαλκόνι του
να ζυγιστούμε. ποιητές, πατεράδες, έμποροι, φοιτητές, εργάτες,
στραβοί-κουτσοί
να κριθούμε για ό,τι θάχουμε δώσει, ό,τι είπαμε, πότε κιοτέψαμε,
πόσους πήραμε στο λαιμό μας, τι πίναμε, τι τρώγαμε τόσο χρόνια.
Τότε –ευτυχώς κι αλίμονο- δε θάχει πια άλλη σωτηρία
για όλους εμάς τους μπαγαπόντες της επανάστασης.  

Γιάννης Καρατζόγλου, ΔΞΘ, Θεσσαλονίκη 1975

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...