Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Η έννοια της οικουμενικότητας στο Βυζάντιο



Η έννοια της οικουμενικότητας στο Βυζάντιο
του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή

          Με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης από τον Μ. Κωνσταντίνο (324-337 μ.Χ.) το πολιτικό και πολιτιστικό επίκεντρο της οικουμένης μεταφέρεται και πάλι από τη Δύση στην  Ανατολή, εκεί που βρίσκονταν και τα νευραλγικά σημεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 
          Το νέο Imperium Romanum θα συγχωνεύσει σε ένα κράμα τη χριστιανική πίστη και το χριστιανικό ηθικό νόμο, την πνευματική παράδοση του ελληνισμού, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη ρωμαϊκή κρατική οργάνωση, τα οποία θα αποτελέσουν και τη νομική βάση των οικουμενικών αξιώσεων της αυτοκρατορίας[1]. 

Η κληρονομιά της ιδέας της οικουμενικότητας

          «[…] ότι με όλα όσα αναγκάστηκα να κάνω επιδίωκα δύο σκοπούς.  Αφενός ήθελα να συγχωνεύσω τις θρησκευτικές ιδέες όλων των εθνών σε μια ενιαία στάση, αφετέρου να γιατρέψω το σώμα της οικουμένης μας που έπασχε σαν από βαριά αρρώστια και να το κάνω ανθεκτικό»[2].  Τα λόγια αυτά που ανήκουν στον Μ. Κωνσταντίνο, ιδρυτή της Κωνσταντινούπολης και πρώτου βυζαντινού αυτοκράτορα, αλλά όχι και τελευταίου ρωμαίου αυτοκράτορα, εκφράζουν και τη φιλοσοφία της πολιτικής ορθοδοξίας, την οποία θα πρεσβεύει η βυζαντινή αυτοκρατορία σε ολόκληρη τη μακραίωνη ιστορική της διαδρομή.  Η αυτοκρατορία αντιπροσωπεύει τον κόσμο, την οικουμένη, που αποτελεί το ιδεώδες όριο και τέλος της κυριαρχίας της[3], η οποία θεμελιώνεται στη μεταφυσική ιδέα ότι μόνο μια νόμιμη αυτοκρατορία υπάρχει στον κόσμο, αντανάκλαση της ουράνιας. 
          Η "σύλληψη" του τότε πολιτισμένου κόσμου ως οικουμένης δεν ήταν βέβαια καινούργια.  Οι Ρωμαίοι, των οποίων οι Βυζαντινοί ποτέ δεν έπαψαν να πιστεύουν πως είναι οι αυθεντικοί κληρονόμοι και συνεχιστές τους, στηριζόμενοι στη στωϊκή-ελληνιστική ιδέα του κόσμου ως πόλης, στην οποία ανήκουν όλα τα έλλογα όντα, έδωσαν στην έννοια οικουμένη μια πολιτική διάσταση: η οικουμένη είναι ο κόσμος (orbis terrae) στον οποίο και επί του οποίου καλείται η Ρώμη να κυριαρχήσει.  Με αυτή την ιδέα συντάχτηκε και η χριστιανική αντίληψη της οικουμένης: η οικουμένη είναι ο κόσμος στο σύνολό του, στον οποίο πρέπει να διαδοθεί η διδασκαλία του Ευαγγελίου. 
          Ο νέος κόσμος που θα δημιουργηθεί, με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη, θα συνέχεται από τις συνεκτικές δυνάμεις της ορθοδοξίας και της ελληνοφωνίας.  Η αναγνώριση της χριστιανικής εκκλησίας από τον Μ. Κωνσταντίνο και ο προσεταιρισμός του ελληνικού και εξελληνισμένου στοιχείου, που θα στελεχώσει την αυτοκρατορική διοίκηση, θα σχηματίσει τη βάση για την ανάπτυξη του οικουμενικού κράτους της χριστιανοσύνης, ανταποκρινόμενο στις θρησκευτικές και πολιτικές προσδοκίες της ρωμαϊκής ανατολής.
          Παρ' όλα αυτά υφίστανται οι ιδιαιτερότητες των περιοχών που συγκροτούν τη βυζαντινή αυτοκρατορία σε επίπεδο εθνοτήτων, γλωσσών, νοοτροπιών, ηθών και εθίμων, οικονομικής ζωής, θεσμών, παραδοσιακών δομών και ιεραρχιών.  «Η μεγάλη διαφοροποίηση συνιστά έναν από τους βασικούς παράγοντες της όλης εξέλιξης της αυτοκρατορίας»[4].  Έτσι, οι προσπάθειες των κυβερνήσεων να επιβάλουν πολιτική ενότητα και νοοτροπία συμμετοχής, δηλαδή όχι μόνο διοικητική αλλά και ιδεολογική υποταγή βασιζόταν: «α) στην ιδέα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του αυτοκράτορα […], β) στον ελληνικό πολιτισμό […], γ) στη χριστιανική ορθοδοξία[…], δ) στο κοινό δίκαιο […]»[5]. 
          Κεντρικό, επίσης, γνώρισμα της ιδέας της αυτοκρατορίας, όπως αυτή κληροδοτήθηκε από τη ρωμαϊκή παράδοση, είναι, από τη μια, η αιωνιότητα, η Ρώμη είναι urbs aeterna και, από την άλλη, η ασταμάτητη ανακαίνιση και ανανέωση, η renovatio.  Η μεταφορά της αυτοκρατορίας, από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, πήρε την έννοια της ανανέωσης (renovatio Imperii), κληρονομώντας και την aeternitas.  Έτσι, η ρωμαϊκή ιδέα του αιώνιου και αήττητου απόκτησε μια σχεδόν μυστικιστική σημασία για τους πιστούς της, γιατί το χριστιανικό ρωμαϊκό κράτος δεν μπορούσε ποτέ να χαθεί[6] ως εκτελεστικό όργανο του θείου σκοπού.
 
Κυριότερα χαρακτηριστικά στοιχεία του οικουμενικού ρόλου του βυζαντινού κράτους

Το ομόδοξον και ομόγλωσσον

          Η αυτοκρατορική εξουσία της Ρώμης αντλούσε την ισχύ της από το ρωμαϊκό δίκαιο, στο οποίο είχαν υπεισέλθει αρκετοί ελληνιστικοί θεσμοί, την πειθαρχία των στρατιωτών της, την αυτάρκη οικονομίας της, την πολιτισμική της ανωτερότητα - ιδιαίτερα αφού ενσωμάτωσε τον ελληνιστικό κόσμο - και την ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη, που όλοι επιζητούσαν: "civis Romanum sum" αυτοπροσδιορίζονταν οι πολίτες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.  Αυτή ήταν και η μυστική δύναμή της.  Η Constitutio Antoniniana (de civitate) αποτελεί το ρωμαϊκό πρόδρομο του πιο χαρακτηριστικού γνωρίσματος της οικουμενικότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας. 
          Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία προσέγγιζε το θέμα αυτό με διοικητικές διαδικασίες.  Αντίθετα, «το βυζαντινό επίτευγμα στηρίχτηκε σε πνευματικές και πολιτισμικές συνεκτικές δυνάμεις, στη χριστιανική θρησκεία και την ελληνική γλώσσα, οι οποίες δημιούργησαν σταδιακά ένα ομόδοξο και ομόγλωσσο περιβάλλον.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η βυζαντινή πολιτεία κατάφερε να αναπλάσει τη ρωμαϊκή σκέψη για συγχώνευση και αφομοίωση επιδράσεων διαφορετικών κόσμων και πολιτισμικών παραδόσεων και να παγιώσει το ομότροπο, δηλαδή την ουσιαστική και συνειδητή συγκρότηση ενιαίας ανθρώπινης κοινότητας»[7].
          Έτσι, στο Βυζάντιο δημιουργούνται οι ενωτικές εκείνες προϋποθέσεις ενός διασπασμένου και πολύμορφου κόσμου: η ρωμαϊκή κληρονομιά της έννοιας της οικουμένης στη διατύπωση του διοικητικού της συστήματος και ιδιαίτερα στη διοίκηση του στρατού, οι ελληνιστικοί θεσμοί και το ρωμαϊκό δίκαιο στην εσωτερική συγκρότηση του κράτους, αλλά προπαντός η χριστιανική πίστη και η ελληνόγλωσση πνευματική δημιουργία θα αποτελέσουν τις κύριες δυνάμεις που θα συγκροτήσουν ενιαία εθνική συνείδηση μέσα σε μια πολυεθνική οικουμένη.
Η ιδέα της μιας και μοναδικής, πραγματικής και γνήσιας αυτοκρατορίας

          Η ιδέα ότι το Imperium πραγματώνει το έργο της Θείας Πρόνοιας «αποκλείει να υπάρχουν περισσότερες από μια αυτοκρατορίες πάνω στη γη»[8].  Η ύπαρξη, ωστόσο, και άλλων ηγεμόνων έξω από τα όρια της βυζαντινής κυριαρχίας δεν αντιστρατευόταν στις αντιλήψεις των Βυζαντινών την ιδέα της μιας νόμιμης αυτοκρατορίας, επειδή ο βυζαντινός κόσμος έχει μια κάθετη οργάνωση[9] και η βυζαντινή κοινωνία διατήρησε πάντα τη μορφή μιας αξιοκρατικής κοινωνίας, κάτι που εύκολα διαπιστώνεται ακόμη και αν κοιτάξει κανείς την ιεράρχηση των εικονογραφικών προγραμμάτων των εκκλησιαστικών καθιδρυμάτων. 
          Έτσι, «η οικουμένη […] αποτελεί μια τεράστια ιεραρχημένη οικογένεια λαών και ηγεμόνων με επικεφαλής τον "βασιλέα των Ρωμαίων", δηλαδή τον βυζαντινό αυτοκράτορα.  Μετά από αυτόν ακολουθούν με σειρά "συγγενείας", τα "πνευματικά τέκνα" του […], οι "πνευματικοί αδερφοί" (…), οι "φίλοι" του (…) και τέλος οι "δούλοι" του (…).  Όλοι αυτοί, όμως, είναι ολοφάνερα κατώτεροι από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, δεν έχουν καν τον τίτλο του "βασιλέως" (= αυτοκράτορα) και γι' αυτό δεν διασπούν την ιδέα της μιας και μοναδικής, πραγματικής και γνήσιας αυτοκρατορίας»[10].
          Γι' αυτό και στο Βυζάντιο αναπτύχθηκε η έννοια του δίκαιου πολέμου (justum bellum).  Οποιοσδήποτε πόλεμος της αυτοκρατορίας είχε αμυντικό χαρακτήρα και ο στρατός της οικουμενικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προστάτευε την ασφάλεια των πολιτών, επιβάλλοντας την τάξη και την ειρήνη.  Παράλληλα οι διεκδικήσεις, εδαφικές ή οικονομικές, προσέβαλαν την επί της γης ουράνια βασιλεία, που αντιπροσωπεύονταν από τον αυτοκράτορα[11]. 
          Η ρωμαϊκή τάξη και η ρωμαϊκή ειρήνη εμπλουτισμένες με το πανανθρώπινο μήνυμα της νέας θρησκείας ερμηνεύουν έτσι τη βυζαντινή πολιτική της οικουμενικότητας: ο "βασιλεύς-αυτοκράτορας", που είναι η εικόνα του Χριστού επί της γης και με βασιλική εξουσία επί του συνόλου της οικουμένης, αντιπροσωπεύει την ειρήνη.  Κάθε αμφισβήτηση της χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορικής ιδέας πρέπει να τιμωρείται από το νόμο.  Μόνο έτσι μπορεί να πραγματωθεί ο στόχος της βυζαντινής πολιτείας που είναι η σωτηρία της ψυχής των πολιτών με την καθημερινή ηθική άσκηση.

Ο αυτοκράτορας και η αυτοκρατορική εξουσία

          Η θρησκευτική προέλευση της αυτοκρατορικής εξουσίας αποτέλεσε τη βάση των πολιτικών και πολιτειακών θεσμών της βυζαντινής αυτοκρατορίας.  Η πολιτική θεωρία της οικουμενικής μοναρχίας και της διακυβέρνησης του κράτους από τον αυτοκράτορα, τον εκπρόσωπο του Θεού επί της γης, έχει τις ρίζες της σε αντίστοιχες ρωμαϊκές πολιτικές θεωρίες συγχωνευμένες όμως με τη νέα πίστη, τον χριστιανισμό.
          Ενώ παλαιότερα οι αντιλήψεις για τον αυτοκράτορα απόληγαν στην θεοποίησή του, ο χριστιανισμός μεταβάλλει τις αντιλήψεις αυτές και έτσι ο αυτοκράτορας γίνεται "δούλος Θεού", επειδή τον αυτοκράτορα τον εκλέγει ο Θεός και μόνο χάρη σε Αυτόν μπορεί να ασκήσει την εξουσία του.  Είναι ο «αξιωματούχος του Θεού στη γη, είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού»[12].  Τα σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας, η σταυροφόρος σφαίρα, το σκήπτρο και το αυτοκρατορικό στέμμα, είναι τα σύμβολα της θεϊκής προέλευσης της εξουσίας.  Το στέμμα, άλλωστε, στην ιεροτελεστία της στέψης, προσφέρεται ευλογημένο από τον πατριάρχη, που στη γλώσσα των θεσμών σημαίνει πως ο πατριάρχης απονέμει την εξουσία στον αυτοκράτορα και έτσι η διαδικασία εκλογής ερμηνευόταν ως αποκάλυψη της θείας θέλησης. 
          Βέβαια, ο αυτοκράτορας είναι ο εκλεκτός του Θεού αλλά εκλέγεται από τρεις καθεστωτικούς παράγοντες: το Στρατό, τη Σύγκλητο και το Λαό, διατηρώντας έτσι τον ζωτικό νόμο της παλαιάς ρωμαϊκής αριστοκρατίας, που απαιτούσε να καταλάβει τον θρόνο ο άριστος και ο ισχυρότερος.  Έτσι, ο υπερβατικός χαρακτήρας της αυτοκρατορικής εξουσίας και επομένως «η απαλλαγή από κάθε νομική εξάρτηση»[13] περιοριζόταν ουσιαστικά, γιατί έπρεπε η εξουσία του να βασίζεται στον σεβασμό της δικαιοσύνης.  Αυτό απέρρεε τόσο από το πνεύμα της στωικής φιλοσοφίας, ο βασιλιάς ήταν έμψυχος νόμος, όσο και από τη χριστιανική αντίληψη, ότι δηλαδή η διακυβέρνηση της πολιτείας πρέπει να διέπεται από την αρχή της δικαιοσύνης. 
Ο συγκερασμός χριστιανικών και ρωμαϊκών αντιλήψεων για τον αυτοκράτορα και την αυτοκρατορική εξουσία, εμπόδισαν το πολίτευμα να μεταβληθεί σε δεσποτικό και επέτρεψαν να αναπτυχθούν ως θεμελιώδεις αρχές του βυζαντινού πολιτεύματος η δικαιοσύνη, η φιλανθρωπία και η "κατ' οικονομίαν" άσκηση της εξουσίας[14].

Η Κωνσταντινούπολη

          Η Κωνσταντινούπολη αποτελεί για τους Βυζαντινούς οργανική συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης.  Είναι το κέντρο του πολιτισμένου κόσμου που αποβλέπει, υπό την αιγίδα της, να ενώσει το χριστιανικό κόσμο.  Εκεί βρίσκεται, άλλωστε, η έδρα του αυτοκράτορα, του μόνου που φέρει τον τίτλο "αυτοκράτωρ Ρωμαίων" και η έδρα του πατριάρχη που θέλει να είναι "Οικουμενικός".  Η Κωνσταντινούπολη, που από την ίδρυσή της μπήκε κάτω από την προστασία της Παρθένου[15], κατέχει την κορυφή της τάξης των πόλεων, επιβεβαιώνοντας την κάθετη οργάνωση του βυζαντινού κόσμου.  Ο αυτοκράτορας, ο πατριάρχης και η Κωνσταντινούπολη «αποτελούν τις βάσεις της αναμφισβήτητης εξουσίας του βυζαντινού κόσμου πάνω στην οικουμένη»[16].

Κριτική αποτίμηση της ιδέας της οικουμενικότητας

Η πεποίθηση πως η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού εξηγεί, τρόπον τινά, την εμμονή των Βυζαντινών στην παράδοση.  Η απολυταρχία θα παραμείνει αμετάβλητη, γιατί παρ' όλο που ο αυτοκράτορας μπορεί να ανατραπεί, δεν μπορεί να ανατραπεί το πολίτευμα.  Τόσο ο βυζαντινός αυτοκράτορας όσο και το βυζαντινό κράτος υπερασπίζονται την πίστη και μάχονται για χάρη του Θεού.
Στην εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου συνδυάζεται η ρωμαϊκή ιδέα της παγκόσμιας αυτοκρατορίας με την ελληνική αντίληψη των "βαρβάρων" με ένα τρίτο στοιχείο που έδωσε σε αυτήν την πολιτική  την αίσθηση ενός σκοπού και μια ηθική θεμελίωση: τη χριστιανική παράδοση.  Η πολιτική οργάνωση του κόσμου αποτελεί μέρος του γενικότερου σχεδίου του Θεού για το σύμπαν.  Όπως η οικουμενική δομή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας είχε ανοίξει το δρόμο για την προέλαση της χριστιανικής πίστης, έτσι και οι "Ρωμαίοι", ο εκλεκτός λαός, επρόκειτο να διαδώσουν την ευαγγελική διδασκαλία σε όλα τα έθνη της γης.  Η "Pax Romana" συνδέθηκε με την "Pax Christiana"[17] και άρα το ιεραποστολικό έργο της εκκλησίας. 
Παράλληλα, οι Βυζαντινοί είχαν θέσει σε εφαρμογή ένα περίπλοκο και επαναλαμβανόμενο διπλωματικό πρότυπο είτε αφομοίωσης των βαρβάρων που τους απειλούσαν, είτε στρέφοντάς τους εναντίον άλλων εχθρών του κράτους.  Πέρα από τα σύνορά τους είχαν δημιουργήσει μια αλυσίδα πελατειακών κρατών που αναγνώριζαν την πρωτοκαθεδρία του βυζαντινού αυτοκράτορα και αποδέχονταν την χριστιανική πίστη, δύο κομβικά σημεία στη "σύλληψη" της οικουμενικής ιδέας.
Η νομισματική πολιτική της βυζαντινής αυτοκρατορίας «αποτελεί εικαστική επίσημη έκφραση της προβολής του αυτοκρατορικού ιδεώδους»[18] και αναφορά στη νόμιμη εξουσία, που θεμελιώνεται σε ένα μεταφυσικό κοσμοείδωλο και επιδιώκει την ειρήνη και την τάξη στην οικουμένη. 
Η πνευματική παράδοση του χριστιανισμού, θρεμμένη και από τη φιλοσοφική εδραίωση της ορθής πίστης, μέσω της διαλεκτικής και αντιρρητικής θεώρησης των προβλημάτων από την ελληνική και ελληνιστική φιλοσοφία, άμβλυναν τη μηδαμινότητα που αισθανόταν ο μεσαιωνικός άνθρωπος από την ίδια την ιδέα της οικουμένης, δηλαδή του απέραντου χώρου και του αιώνιου χρόνου, και λειτουργούσαν έτσι ως κεντρομόλες δυνάμεις των φυγόκεντρων τάσεων. 
Ωστόσο, στις μεγάλες μητροπόλεις της Ανατολής, εκεί όπου η ελληνιστική παράδοση της πόλης θα παραμένει ζωντανή, και γενικά όπου η ελληνική παιδεία θα αντιπαλέψει με το χριστιανισμό θα αναπτυχθούν αιρέσεις και ποικίλες ιδεολογικές ζυμώσεις, που θα υπονομεύσουν το ομόδοξον και ομόγλωσσον του βυζαντινού κράτους προετοιμάζοντας το έδαφος για την αραβική κατάκτηση. 
Η βυζαντινή ιδέα της οικουμενικότητας απέφερε θετικά αποτελέσματα στον τομέα του πνευματικού πολιτισμού: διαφύλαξε για την Ευρώπη το ρωμαϊκό δίκαιο με τη συστηματική καταγραφή του, με τις ιστορίες των χρονογράφων του κατέγραψε όχι μόνο τα κατορθώματα της αυτοκρατορίας αλλά και των γειτονικών λαών, και με την χριστιανική τέχνη, που στηρίχθηκε στο υφολογικό υπόστρωμα της αντικλασικής τεχνοτροπικής τάσης της ύστερης αρχαιότητας, απέδωσε καλύτερα την κοσμοθεωρία της νέας θρησκείας και την έκανε προσιτή στο λαό. 
Με κυρίαρχους, λοιπόν, ιδεολογικούς μηχανισμούς την αυτοκρατορική ιδέα της εξουσίας και το ρωμαϊκό δίκαιο, αλλά και τη χριστιανική πίστη και την ελληνική γλώσσα το Βυζάντιο διατράνωνε την αποκλειστικότητα της ιδέας της ρωμαϊκής οικουμένης. 

Επίλογος

          Η ιδέα της οικουμενικότητας στη βυζαντινή πολιτική ιδεολογία είναι κεντρική αλλά συγχρόνως και διαιρετική.  Η προσήλωση σε αυτήν ή η εγκατάλειψή της - συνήθως πρόσκαιρη - υπαγορεύονται από τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.  Η μια κατεύθυνση αποβλέπει στη συγκέντρωση των εθνικών προσπαθειών στο χώρο που μπορεί το Βυζάντιο να προασπίσει και η άλλη αποβλέπει στην ανασύσταση της ρωμαϊκής οικουμενικής αυτοκρατορίας.  Έτσι, εξηγούνται και οι κοινωνικές, πνευματικές και θρησκευτικές κρίσεις που γνώρισε το Βυζάντιο στην ιστορική του διαδρομή.





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μτφρ. Τ. Δρακοπούλου, Αθήνα 1997.
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, "Ελληνισμός και Βυζάντιο", Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. Ζ', Αθήνα 1978, σ. 6-29.
Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, Πάτρα 1999.
Ευσέβιος, Vita Constantini.
Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, Θεσσαλονίκη 1992.
Ν.Σβορώνος, Η Βυζαντινή Επαρχία, Αθήνα χ.χ.


N. H. Baynes - H. ST. L. B. Moss, Βυζάντιο. Εισαγωγή στο βυζαντινό πολιτισμό, Αθήνα 2001.
H. G. Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα, 1992.
D. Obolensky, Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, τ. Β', μτφρ. Γ. Τσεβρεμές, Θεσσαλονίκη 1991.   












[1] Βλ. Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 8.
[2] Ευσέβιος, Vita Constantini, II, 64.
[3] Βλ.N. H. Baynes - H. ST. L. B. Moss, Βυζάντιο. Εισαγωγή στο βυζαντινό πολιτισμό, Αθήνα 2001, σ. 384 .
[4] Βλ.Ν.Σβορώνος, Η Βυζαντινή Επαρχία, Αθήνα χ.χ , σ.15.
[5] Στο ίδιο, σ. 16.
[6] Βλ. Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, ό.π., σ. 12.
[7] Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, Πάτρα 1999, σ. 29.
[8] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, ό.π., σ. 8.
[9] βλ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μτφρ. Τ. Δρακοπούλου, Αθήνα 1997, σ. 160.
[10] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, ό.π., σ. 5.
[11] βλ. Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, ό.π., σ. 31-32.
[12] Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ό.π., σ. 158.
[13] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, ό.π., σ. 33.
[14] βλ. Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, ό.π., σ. 61.
[15] βλ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ό.π., σ. 161
[16] στο ίδιο, σ. 161.
[17] βλ. D. Obolensky, Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, τ. Β', μτφρ. Γ. Τσεβρεμές, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 447.
[18] Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, ό.π., σ. 48.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Κωνσταντινούπολη: ο οικιστικός της χαρακτήρας κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο



Κωνσταντινούπολη: ο οικιστικός της χαρακτήρας κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο

του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή
          Ο 4ος μ.Χ. αι. διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη του βυζαντινού κράτους και το αποφασιστικότερο γεγονός για την εξέλιξη αυτή ήταν η προσωπική εκλογή του Μ. Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.) για τη νέα πρωτεύουσα.  Η μεταφορά (translatio) της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην περιοχή της πολίχνης του Βυζαντίου εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διοικητικής μεταρρύθμισης για την ανανέωση (renovatio) και την ανασυγκρότηση (restitutio) των δομών και των θεσμών της αυτοκρατορίας.  Με την ίδρυση της Κων/πολης το πολιτικό και πολιτιστικό επίκεντρο της οικουμένης μεταφέρεται και πάλι από τη Δύση στην Ανατολή, εκεί που βρίσκονταν και τα νευραλγικά σημεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 

1. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός της Κων/πολης κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος μ.Χ. αι.)
          Η εκλογή της τοποθεσίας στην αρχαία αποικία των Μεγαρέων, το Βυζάντιο, είχε μελετηθεί από τον Μ. Κων/νο κατά την τελευταία φάση του αγώνα του ενάντια στον Λικίνιο, και είχε αναγνωριστεί τόσο η σπουδαιότητα όσο και η στρατηγική της σημασία.  Έτσι, μετά τη νίκη του στη Χρυσόπολη της Βιθυνίας, το Σεπτέμβριο του 324 μ.Χ., ο Μ. Κων/νος θεμελίωσε τη νέα πρωτεύουσα[1], το Νοέμβριο του ίδιου έτους, και χάραξε την περιφερειακή της γραμμή[2], για να οργανωθεί ο πολεοδομικός σχεδιασμός και τα οχυρωματικά έργα της νέας πόλης. 
          Η Κων/πολη, κτισμένη στους επτά λόφους[3] του ακραίου σημείου της θρακικής χερσονήσου που βρέχεται από την Προποντίδα, το Βόσπορο και τον Κεράτιο Κόλπο, βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη[4] και πάνω στο θαλάσσιο δρόμο που ενώνει τη Μεσόγειο με τον Εύξεινο Πόντο.  Η τοποθεσία αποτελεί πέρασμα μεγάλων χερσαίων και θαλάσσιων εμπορικών οδών και παράλληλα προσφέρει φυσική οχύρωση: το ευάλωτο στις εχθρικές επιθέσεις δυτικό χερσαίο σύνορό της οχυρώθηκε με ισχυρό προστατευτικό τείχος.[5]
          Το τείχος του Μ. Κων/νου αναπτυσσόταν από την Προποντίδα προς την κοιλάδα του ποταμού Λύκου και κατέληγε στον Κεράτιο Κόλπο.  Η καινούργια πόλη χαράχτηκε πάνω στην παλιά[6], ωστόσο, ο αστικός χώρος επεκτάθηκε δυτικά στα 700 περίπου εκτάρια και είχε σχεδιαστεί για να αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα.  Για την πληθυσμιακή της ενίσχυση μεταφέρθηκαν κάτοικοι περιοχών του ελλαδικού χώρου.  Δόθηκαν ισχυρά κίνητρα όπως το προνόμιο του δωρεάν άρτου και θεαμάτων και οι ανώτερες τάξεις θα γίνονταν κάτοχοι πολυτελών παλατιών.[7]  Ο πληθυσμός της Κων/πολης κατά την εποχή το Μ. Κων/νου μπορεί να υπολογιστεί στη βάση της αννόνης, δηλαδή της δωρεάν διανομής άρτου.  Η ποσότητα σιταριού που αποστελλόταν από την Αίγυπτο ήταν περίπου 80.000 ημερήσιες μερίδες, άρα ο πληθυσμός θα ήταν περίπου διπλάσιος.[8]  Η μεγάλη, όμως, επέκταση της πόλης κατά τον 4ο μ.Χ. αι. εξουδετέρωσε τη σημασία των τειχών του Μ. Κων/νου.[9] 
          Η φυσική διάρθρωση της περιοχής καθόρισε τη θέση των κυριότερων κτιρίων, οδών και πλατειών της.  Η πολεοδομική ανάπτυξη σε 14 ρηγιώνες (διαμερίσματα), όπως η Ρώμη, είχε κριτήριο τους επτά λόφους.  Τα κτίρια στις πλαγιές και στις κορυφές των λόφων ήταν χτισμένα άναρχα πάνω σε πεζούλες και επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσα από ένα πυκνό δίκτυο πλακόστρωτων ανηφορικών μονοπατιών και κλιμάκων.  Τα συμπαγή τους τοιχώματα συχνά διευκόλυναν και την κατασκευή μεγάλων υπόγειων δεξαμενών.[10]  Νοτιοδυτικά της ακρόπολης του αρχαίου Βυζαντίου και εντός των αρχαϊκών τειχών του, στην περιοχή που είχε ήδη ανοικοδομήσει ο Σεπτίμιος Σεβήρος, αναπτύχθηκε το ζωτικό κέντρο της πόλης.  Η κεντρική πλατεία της Αντωνινιάνας, γνωστή ως Τετράστοον, μετά από παρεμβάσεις λειτουργικού και αισθητικού χαρακτήρα επεκτάθηκε και μετονομάστηκε σε Αυγουσταίον.[11]  Στα νοτιοδυτικά της πλατείας βρίσκονταν τα δημόσια λουτρά του Ζεύξιππου, ανάμεσα στον Ιππόδρομο, που επεκτάθηκε, και στο οίκημα της Συγκλήτου.  Στη βόρεια πλευρά του Αυγουσταίου ανοικοδομήθηκε ο ναός της Αγίας του θεού Σοφίας, ενώ στη νότια υψωνόταν η κεντρική πύλη του Μεγάλου Παλατιού: η Χαλκή Πύλη.  Το Μέγα ή Ιερό Παλάτιο της Δάφνης, σύμπλεγμα κτισμάτων, κήπων, στοών και περιπτέρων, εκτείνονταν παράλληλα με τον Ιππόδρομο προς την Προποντίδα.  Στη βορειοδυτική γωνία του Αυγουσταίου βρισκόταν μια λιθόστρωτη περιοχή με το Μίλιον.  Από εκεί άρχιζε η κεντρική οδική αρτηρία, ο δρόμος των Θριάμβων, που ονομάστηκε αργότερα Μέση οδός.  Στο αρχικό της τμήμα υψώνονταν εκατέρωθεν κιονοστοιχίες, που περιέκλειαν στην εσωτερική τους πλευρά στέγαστρα εμπορικών καταστημάτων.  Εκεί λειτουργούσε και η κεντρική αγορά.  Η Μέση οδός κύκλωνε τα λουτρά του Ζεύξιππου και περνώντας από διαδοχικές πλατείες και αγορές έφτανε ως τη νοτιότερη πύλη των τειχών.  Η πρώτη πλατεία που συναντούσε, η οποία αποτελούσε και το δεύτερο κέντρο της πόλης, ήταν ο Φόρος, η ωοειδούς σχήματος αγορά του Κων/νου.[12]  
          Στα οικοδομήματα της Κων/πολης περιλαμβάνονταν ένα θέατρο, ένα αμφιθέατρο, το Έπαρχον, το Πραιτώριο, το Καπιτώλιο, επαύλεις, αριστοκρατικές κατοικίες καθώς και εκκλησίες, που ανεγέρθησαν με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα: η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, η εκκλησία του μάρτυρα Ακακίου και η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.  Οι παλαιοί ναοί της Κων/πολης, που βρίσκονταν στην αρχαία ακρόπολη και ήταν αφιερωμένοι στον Απόλλωνα, στον Ποσειδώνα και στην Αθηνά, δεν καταστράφηκαν[13], ενώ σημαντικός αριθμός έργων τέχνης μεταφέρθηκε από τις ελλαδικές πόλεις για να κοσμήσει τους δρόμους και τις πλατείες της. 

2. Ο οικιστικός χαρακτήρας και η ιδιαιτερότητα της πόλης του Κων/νου
2.1 Οι πρώιμες βυζαντινές πόλεις (4ος μ.Χ. αι. - μέσα 7ου μ.Χ. αι.).
Το σχέδιο δόμησης των πρώιμων βυζαντινών πόλεων περιελάμβανε ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών, τα οποία κατά κανόνα διατηρήθηκαν, παρ' ότι σταδιακά άρχισαν να διαφοροποιούνται κάτω απ' τις νέες συνθήκες που διαμόρφωσαν η χριστιανική θρησκεία και οι βαρβαρικές επιδρομές. Έτσι, ο όρος πόλις προσδιόριζε μία αυτοδιοικούμενη μονάδα που ορίζονταν τόσο από την οικοδομημένη της περιοχή, όσο και από την αγροτική της περιφέρεια, από την οποία τη διαχώριζαν συνήθως οχυρωματικά έργα. Εντός των τειχών και ανάλογα με τη διαμόρφωση του εδάφους, κατασκευάζονταν εκτεταμένα δίκτυα οδών κατά μήκος δύο βασικών λεωφόρων (των ρωμαϊκών cardo και decumanus), που διασταυρώνονταν κάθετα και κατέληγαν στις πύλες της πόλης. Οι βασικές αυτές οδικές αρτηρίες όριζαν και τα κεντρικά σημεία των πόλεων, την αγορά και την κεντρική πλατεία με τα πιο σημαντικά δημόσια κτίρια, το ναό, τις αίθουσες συγκεντρώσεων σε σχήμα βασιλικής, τον Ιππόδρoμo, το θέατρο και τα λουτρά. Κατά μήκος τους συνήθως χτίζονταν και οι αριστοκρατικές κατοικίες.
Την αυτονομία των πόλεων αυτών εξασφάλιζε και μία σειρά από υπηρεσίες και δημόσια έργα, σχετικά με την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών των κατοίκων τους. Για τον σκοπό αυτό κατασκευάζονταν υδρευτικά και αποχετευτικά δίκτυα, υδραγωγεία, δεξαμενές και κεντρικές σιταποθήκες. Εκτός των τειχών κατασκευάζονταν οι χώροι ταφής. Επίσης εκτός των τειχών χτίστηκαν και τα πρώτα μοναστήρια. Το χαρακτήρα των πρώιμων βυζαντινών πόλεων προσδιόριζε σημαντικά και η αισθητική τους άπόψη. Οι δημόσιοι χώροι και τα δημόσια κτήρια διακοσμούνταν επιμελώς με ζωγραφικές παραστάσεις, γλυπτά και σιντριβάνια, και δίνονταν ιδιαίτερη σημασία στον αρχιτεκτονικό τους σχεδιασμό.[14]
2.2 Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της πόλης του Κων/νου
Τα στοιχεία που διαφοροποιούσαν τη φυσιογνωμία της Κων/πολης από τις άλλες πόλεις αφορούσαν, από τη μια, στο ρόλο του παλατιού, που ήταν η καρδιά της πόλης και της αυτοκρατορίας, και από την άλλη, στον ταυτόχρονο χριστιανικό και παγανιστικό της χαρακτήρα. Η νέα πρωτεύουσα εκτός από Νέα Ρώμη φιλοδόξησε να γίνει Νέα Αθήνα καθώς και Νέα Ιερουσαλήμ.
Το Παλάτι[15], ήταν, τόσο αρχιτεκτονικά όσο και πολιτικά, το σημαντικό στοιχείο στη νέα πόλη και όχι το forum ή άλλα δημόσια οικοδομήματα.  Έπαιζε το ρόλο της Ακρόπολης των αρχαϊκών πόλεων.  Παράλληλα, μαζί του συνδεόταν ο Ιππόδρομος, ο οποίος εξελίχτηκε σε χώρο πολιτικού «διαλόγου».
Ως Νέα Ιερουσαλήμ η εκκλησία σταδιακά κατέλαβε εξέχουσα θέση στο πολεοδομικό συγκρότημα, ενώ η κατοικία του επισκόπου οικοδομήθηκε κοντά στα αυτοκρατορικά ανάκτορα. Ο χριστιανισμός άρχισε να κερδίζει έδαφος, διαβλέποντας πως η νέα πόλη θα αποτελούσε πλέον και τη δική του πρωτεύουσα.
Ως Νέα Αθήνα η Κωνσταντινούπολη διεκδίκησε πέρα από την αισθητική και την πνευματική της αίγλη. Αναρίθμητα έργα τέχνης μεταφέρθηκαν από κάθε γωνιά της Ελλάδας για να κοσμήσουν τη νέα πόλη,[16] ενώ ανάμεσα στο Μίλιον και στα χαλκοπρατεία ιδρύθηκε το κέντρο των Γραμμάτων.
Ο σχεδιασμός της νέας πρωτεύουσας βασίστηκε στα πρότυπα των πόλεων της ελληνιστικής περιόδου, χωρίς ωστόσο να ακολουθήσει το ιπποδάμειο σύστημα. Η εσπευσμένη ανάγκη ίδρυσής της[17] δεν επέτρεψε τον προγραμματισμένο σχεδιασμό της και έτσι βιαστικά και άναρχα αναπτύχθηκε μέσα στη ζώνη των 700 εκταρίων, επιδιώκοντας περισσότερο τον εντυπωσιασμό και λιγότερο την οργάνωση. Ο αρμονικός συνδυασμός των ρωμαϊκών, ελληνικών και χριστιανικών στοιχείων την κατέστησε διαφορετική από κάθε άλλη πόλη του βυζαντινού κόσμου.

3. Ρωμαϊκά και Χριστιανικά μνημεία της Κων/πολης
Στην ίδρυση της Κων/πολης, ως ρωμαϊκής πρωτεύουσας, κυριάρχησαν τα ρωμαϊκά πρότυπα στη μνημειακή της αρχιτεκτονική και στην κτηριακή της συγκρότηση.  Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός των μνημειακών της κατασκευών, πέρα από τη μεγαλοπρέπεια, υπογράμμιζε και τη σχέση της με τις ειδωλολατρικές-ρωμαϊκές της καταβολές, υπενθυμίζοντας τη στάση συγκερασμού του ιδρυτή της απέναντι στις θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής.  Τα στοιχεία της παραδοσιακής πολυθεϊστικής θρησκείας επικράτησαν αρχικά στη διαμόρφωση του αισθητικού χαρακτήρα της πόλης, καθώς ο Κωνσταντίνος προσχώρησε στο χριστιανισμό μόλις λίγο πριν το θάνατό του.  Έτσι, οι ειδωλολατρικοί ναοί που υπήρχαν ήδη στην Ακρόπολη, διατηρήθηκαν και δεν παρεμποδίστηκε η ίδρυση νέων, όπως ο ναός προς τιμήν της ρωμαϊκής θεάς Τύχης.  Παγανιστικά αγάλματα θεοτήτων του ρωμαϊκού πανθέου υψώθηκαν σε κεντρικά σημεία της πόλης, καθώς και αγάλματα αυτοκρατόρων, τα οποία έχαιραν ανάλογων τιμών.
Αν και σε περιορισμένο αριθμό, ο Μ. Κων/νος ενσωμάτωσε στη δομή της πόλης του στοιχεία από τη νέα θρησκεία, κυρίως εκκλησίες[18], ανοίγοντας το δρόμο στη μελλοντική επικράτησή της.  Συμβολικό της νέας τάξης ήταν το γεγονός πως το Παλάτι συνδεόταν με το Ναό της Αγίας Σοφίας.[19]  Πλησίον του Ιερού Παλατίου ανεγέρθησαν ο ναός της Αγίας Ειρήνης[20] και η οικία του επισκόπου.  Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της προσέγγισης αποτελούσε το χρυσό αντίγραφο του σταυρού[21], που τοποθετήθηκε σε υψηλό βάθρο τριών κιόνων και δέσποζε στο σταυροδρόμι της Μέσης οδού, στο Φιλαδέλφειον.

4. Ελληνικά και ελληνιστικά στοιχεία που προσδιόρισαν το χαρακτήρα της Κων/πολης
Τη σχέση της Κων/πολης με το ελληνικό και ελληνιστικό στοιχείο προσδιόρισε ευθύς εξαρχής η επιλογή της τoπoθεσίας στη θέση της αρχαϊκής μεγαρικής αποικίας. Το Βυζάντιο, αν και τελούσε υπό ρωμαϊκή κατοχή, διατηρούσε στις βασικές του δομές στοιχεία κληροδοτημένα από το ελληνικό του παρελθόν. Κυρίως η παράδοση και η γλώσσα συνέστησαν το πνευματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η οργάνωση και η κοινωνική συγκρότηση της πόλης του Κων/νου.
Πολυμορφική και πολυδιάστατη η νέα πόλη, αναζήτησε τους παράγοντες που θα της εξασφάλιζαν συνοχή και συνέχεια πέρα από τη χριστιανική θρησκεία και στον ελληνισμό. Ήδη, με την χρήση της ελληνιστικής Κοινής ως του κατ' εξοχήν γλωσσικού οργάνου επικοινωνίας, το ελληνικό στοιχείο κατάφερε σταδιακά να επικρατήσει, απομονώνοντας τη λατινική σε γλώσσα της επίσημης αυτοκρατορικής τελετουργίας. 
Η ελληνιστική περίοδος επηρέασε την οικιστική οργάνωση της πόλης. Το σύστημα της κατασκευής κεντρικών λεωφόρων με κιονοστοιχίες και με δευτερεύοντες δρόμους κυκλοφορίας στηρίχθηκε στα σχέδια των ακμαζουσών πόλεων της ελληνιστικής περιόδου (π.χ. Αλεξάνδρεια, Aντιόχεια).  Οι κατασκευές επίσης των πολυτελών επαύλεων προέκυπτε ως συνέχεια της συνήθειας που αναπτύχθηκε στα ελληνιστικά βασίλεια, μέσα από την άνοδο της τάξης των αριστοκρατών. Σε αυτήν την περίοδο ανάγεται και η θρησκευτική πρακτική της προσωπολατρείας.[22]
Σταδιακά, η γεωγραφική θέση της πόλης ευνόησε την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου στο χώρο της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, διαφοροποιώντας τον χαρακτήρα της από εκείνον της προγενέστερης δυτικής πρωτεύουσας.

Επίλογος
       Το νέο Imperium Romanum, όπως αποτυπώνεται και στην αρχιτεκτονική του μορφή, θα συγχωνεύσει σε ένα κράμα τη χριστιανική πίστη και τον χριστιανικό ηθικό νόμο, την πνευματική παράδοση του ελληνισμού, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη ρωμαϊκή κρατική οργάνωση που θα αποτελέσουν και τη νομική πλατφόρμα των οικουμενικών αξιώσεων της αυτοκρατορίας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Πέννα Β., «Ο δημόσιος, οικονομικός και κοινωνικός βίος των Βυζαντινών», στο: Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι : από την αρχαιότητα έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια, τ. β΄, Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στον βυζαντινό και μεταβυζαντινό κόσμο (Πάτρα 1999): 17-204.
Πέννα Β., «Βυζαντινοί θεσμοί», στο: Ελληνική ιστορία, τ. β΄, Βυζάντιο και Ελληνισμός (Πάτρα 1999): 21-33.
Mango C., Βυζάντιο.  Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Μτφ. Δ. Τσουγκαράκης. Αθήνα: 2002 (γ΄έκδ.).
Tomlinson R., From Mycenae to Constantinople.  The evolution of the ancient city. London – New York 1992.





[1] Αποκλείοντας τις υπόλοιπες υποψήφιες πόλεις: Ναϊσσό, Νικομήδεια, Σερδική, Θεσσαλονίκη, Χαλκηδόνα, μετά από χρησμό που έλαβε από το μαντείο των Δελφών.
[2] Σύμφωνα με την πανάρχαια ρωμαϊκή τελετή της οριοθεσίας (limitatio et comsecratio) κατά την οποία ο αυτοκράτορας με το ξίφος στο χέρι όριζε βήμα προς βήμα την περίμετρο της πόλης.  Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση ο ίδιος ο αυτοκράτορας αποκάλυψε πως ακολουθούσε Κάποιον που του υποδείκνυε τη θέση χάραξης της νέας γραμμής των τειχών.
[3] Ο Μ. Κων/νος ήθελε η μεταφορά της πρωτεύουσας να συνδυάζει και τις αναλογίες του τοπίου.  Η Ρώμη ήταν επίσης χτισμένη σε επτά λόφους (septimontium).  Από εδώ και ο χαρακτηρισμός της Κων/πολης ως επτάλοφος.
[4] Ο αυτοκρατορικός θυρεός με τον δικέφαλο αετό συμβόλιζε χαρακτηριστικά αυτή τη θέση: η Κων/πολη στο μεταίχμιο της Ανατολής και της Δύσης.
[5] Βλ. Β. Πέννα, «Βυζαντινοί θεσμοί», στο: Ελληνική ιστορία, τ. Β΄, Βυζάντιο και Ελληνισμός (Πάτρα 1999): 25
[6] Την οχύρωση της πόλης συμπλήρωναν τα χαμηλά παραθαλάσσια τείχη που κτίστηκαν από τον Μ. Κων/νο και κάλυπταν την προστασία της πόλης σε αχτίνα 12 χλμ. στον Κεράτιο, στην Προποντίδα και στο Βόσπορο και είχαν εσοχές για τις πύλες, είτε των λιμένων είτε άλλες. 
[7] Ακριβώς όπως στη Ρώμη.
[8] Βλ. C. Mango, Βυζάντιο.  Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφ. Δ. Τσουγκαράκης (Αθήνα 2002): 96
[9] Έναν αιώνα περίπου αργότερα ο Θεοδόσιος Β’ (408-450 μ.Χ.), ο οποίος θα χαράξει και τα τελικά όρια της πόλης, κατασκεύασε τα Μακρά Τείχη, τα οποία εκτείνονταν από τη Σηλυβρία της Προποντίδας μέχρι τον Εύξεινο Πόντο.
[10] Για να έρθει το νερό στο λόφο που βρισκόταν το παλάτι και τα λουτρά του Ζεύξιππου, έπρεπε να διοχετευτεί σε ένα επίπεδο ανώτερο από αυτό της πόλης.  Αυτό έγινε προς το τέλος του 4ου αι. μ.Χ. με το υδραγωγείο του Βάλεντα, στο: R. Tomlinson, From Mycenae to Constantinople. The evolution of the ancient city (London-New York 1992) : 220
[11] Προς τιμήν της Αυγούστας Ελένης, μητέρας του αυτοκράτορα.  Πάνω σε πορφυρή στήλη δέσποζε και το άγαλμά της.
[12] Χαρακτηριστικά στοιχεία της οι δυο αψίδες θριάμβου και το μεγαλοπρεπές ορειχάλκινο άγαλμα του αυτοκράτορα πάνω σε κίονα από πορφυρίτη λίθο στο κέντρο κυκλικής διώροφης κατασκευής.  Η απεικόνιση του Μ. Κων/νου με ακτινωτό διάδημα στο κεφάλι παρέπεμπε σε παραστάσεις του θεού Ήλιου και υπενθύμιζε την θεϊκή του υπόσταση.
[13] «Ο Κων/νος τόνισε πολύ λίγο στο οικοδομικό του πρόγραμμα τη χριστιανική θρησκεία», στο: C. Mango, βλ. παραπ.: 96.
[14] στο ίδιο: 77-79.
[15] Η καταγωγή του ανάγεται στα ανάκτορα της Ρώμης και στα ανάκτορα του Γαλέριου στη Θεσσαλονίκη, στο: R. Tomlinson, βλ. παραπ.: 216.
[16] Για παράδειγμα το άγαλμα της Αθηνάς του Φειδία, τον Κίονα με τα περιελισσόμενα φίδια από τους Δελφούς κ.ά.
[17] R. Tomlinson, βλ. παραπ.: 218.  Όπου αναφέρεται πως μεγάλο μέρος της Κων/πολης ήταν κατασκευασμένο από υλικά σε δεύτερη χρήση.
[18] Η πρώιμη πόλη διέθετε εκκλησίες, αλλά δεν σώζεται καμία από αυτές. 
[19] Στον περίβολο νοτιοανατολικά του Παλατιού.  Το όνομα ανακαλούσε την Αθηνά, θεά της Σοφίας, στο: R. Tomlinson, βλ. παραπ.: 216.
[20] Κτίστηκε στην περιοχή της αρχαίας πόλης πριν το 337, οπότε και χειροτονήθηκε εκεί ο επίσκοπος της Κων/πολης
[21] Τον σταυρό ισχυρίστηκε ότι είδε ο αυτοκράτορας σε όραμά του το 310, παραμονή της νίκης του στη γέφυρα της Μουλβίας.
[22] Κατάλοιπο της λατρείας που αποδίδονταν στους ελληνιστικούς βασιλείς, η αυτοκρατορική λατρεία διατηρήθηκε ως θεσμός και εκφράστηκε μέσα από την ανέγερση μνημείων και αγαλμάτων προς τιμήν των αυτοκρατόρων.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...