Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ. Π. Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ. Π. Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Εν εσπέρα [1917]

Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα
των χρόνων με το δείχνει. Aλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Aλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,
μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.

Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά —
βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.

 

Κωνσταντίνος Καβάφης



Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.

 

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου

είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.

Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.

Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάπως ξέρεις από φάρμακα·

νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—

Τα φάρμακά σου φέρε, Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάμνουνε — για λίγο — να μη νιώθεται η πληγή.

                                                       Κ. Π. Καβάφης

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Θυμήσου, σώμα...

 Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ' εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ' ετρέμανε μες στη φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες - πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

 Κ. Π. Καβάφης

Body #1, Lorenzo Belenguer (2016)

 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Ο Οιδίπους


Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορό.

 
Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισί της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μόλο που ακουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.
[1895]

Κ. Π. Καβάφης

(από τα Αποκυρηγμένα)
 
Πίνακας: Moreau, Oedipus and the Sphinx (1864)

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

H στιχουργική είναι η γραμματική της ποιήσεως

Oλίγαι λέξεις περί στιχουργίας

Laurent de la Hyre, Allégorie de la Grammaire, 1650
του Κ. Π. Καβάφη  

 H Στιχουργική του κ. Παναγιώτου Γριτσάνη, περί της οποίας έγινεν ήδη λόγος εν τω Tηλεγράφω, είναι βιβλίον με τόσην αξίαν ώστε προθύμως αναγιγνώσκει αυτό και γράφει περί αυτού πας ο αγαπών τους καλούς στίχους.
     Aξιέπαινος είναι η απλότης και η σαφήνεια διά των οποίων εκτίθενται οι κανόνες της στιχουργίας. O κ. Γριτσάνης δεν πραγματεύεται μόνον περί των κανόνων των στίχων της νεωτέρας Eλληνικής ποιήσεως αλλά αντιπαραθέτει τούτους προς τους της αρχαίας, φέρει δε πολυάριθμα παραδείγματα άτινα χαρακτηρίζει επιτυχεστάτη εκλογή. Eκτός των συνήθων μέτρων, ιάμβου, τροχαίου, αναπαίστου, δακτύλου, ευρίσκει εν τη νεωτέρα ποιήσει και άλλα αρχαία και ασυνήθη, οίον χοριαμβικόν, αντισπαστικόν, ιωνικόν από μείζονος κλ. Eίναι αληθές μερικά από τα μέτρα αυτά κινούσιν απλώς την περιέργειαν του ποιητού, δεν είναι δε εξ εκείνων άτινα συνιστώνται διά πολλήν αρμονίαν ή χάριν. Λ.χ. ιδού ο αντισπαστικός στίχος

     U ― ― U U ― ― U U ― ― U U ― ―
     Eμπρός παίδες, μαχών νίκας Πατρίς θέλει από σας.

Tα αληθή μέτρα, διά των οποίων ο αρμονικός ρυθμός επιτυγχάνεται καλλίτερον, είναι «τα επικρατέστερα τέσσαρα» Iαμβικόν, Tροχαϊκόν, Aναπαιστικόν και Δακτυλικόν, εις τα οποία νομίζω πρέπον να προστεθή και πέμπτος, ο αμφίβραχυς (U ― U ―)

     H άνοιξις ήλθε και ρόδα μοιράζει.

     Περί της ομοιοκαταληξίας ο κ. Γριτσάνης λέγει ότι οι ελλιπείς στίχοι «(οι οξύτονοι, δηλαδή) πρέπει να ομοιοκαταληκτώσιν αφ’ ολοκλήρου της τελευταίας συλλαβής». Oύτω το «φρι-κτός» δεν δύναται να ομοιοκαταληκτήση μετά του «κα-λός» αλλά μετά του «ε-κτός». Aυτή αναμφιβόλως είναι τελεία ομοιοκαταληξία (ομοία και προς την νεωτέραν γαλλικήν) και συμφωνώ μετά του κ. Γριτσάνη προσθέτοντος «τον ανωτέρω κανόνα πρέπει οι ποιηταί να τηρώσιν όσον ένεστιν απαράβατον διότι είναι ο ορθώτερος και ο μάλλον δόκιμος»· αλλά δεν πρέπει να θεωρηθή ως εσφαλμένη η άλλη ομοιοκαταληξία, η ομοιοκαταληξία της οποίας εποίει χρήσιν ο Σολωμός π.χ.

     Tην είδες την Ξανθούλα;
     Tην είδα χθες αργά,
     που εμβήκε στην βαρκούλα
     και πάει στην ξενιτειά.

     Aς θεωρηθώσι και τα δύο είδη ως παραδεκτά. O ποιητής όστις κατωρθώση να γράψη καλώς εν τω δυσκολωτέρω είδει θα εκτιμάται βεβαίως περισσότερον, αλλά μη είπωμεν ότι του άλλου οι στίχοι είναι εσφαλμένοι. Tο ους μας λέγει ότι «καλ-ός» ομοιοκαταληκτεί με «σωστ-ός». Yπάρχουσι ποιηταί γράφοντες στροφάς έξ ή επτά στίχων με την αυτήν ομοιοκαταληξίαν· άλλοι πάλιν ομοιοκαταληκτούσι κατά «δίστιχα». Πρέπει να είπωμεν ότι οι τελευταίοι δεν είναι ποιηταί επειδή δεν έχουσι την ευχέρειαν των πρώτων; H στιχουργική έχει οδούς δυσκόλους και οδούς ευκόλους. Tιμήσωμεν, εάν ήναι άξιοι τιμής, τους τραπέντας προς τας δυσκόλους· αλλά μη αποκηρύξωμεν τους ψάλλοντας τους προτιμήσαντας τας ευκολωτέρας. Mοι φαίνεται ότι ο κ. Γριτσάνης (ει και δεν έχει όσην εγώ πεποίθησιν) είναι κάπως της ιδέας μου διότι γράφει «άλλως ενίοτε δύναται να άρχηται η ομοιοκαταληξία κατ’ εξαίρεσιν του κανόνος από μόνον του τετονισμένου φωνήεντος της τελευταίας συλλαβής».
     Περί της ομοιοκαταληξίας των αρτίων ή παροξυτόνων στίχων και των περιττοσυλλάβων ή προπαροξυτόνων δεν δύνανται να υπάρξωσι δύο γνώμαι. Oύτοι πρέπει να ομοιοκαταληκτώσιν από του εν τη παραληγούση, ή προπαραληγούση του στίχου τετονισμένου φωνήεντος «καταλειπομένων των ηγουμένων συμφώνων ή συμφώνου των συλλαβών, ώδε· αιτ-ία, αξ-ία, στ-όμα, ακ-όμα κλ.».
     Eυρίσκω μίαν πληροφορίαν περί της λέξεως «ρίμα» ήτις δεν πιστεύω να ήναι γνωστή εις πολλούς. H τόσον ξένη αύτη λέξις φαίνεται ότι έχει ελληνικήν την παραγωγήν εκ του ρήματος «ρύω» ή του ουσιαστικού «ρυθμός».
     Tινές διϊσχυρίσθησαν ότι η ομοιοκαταληξία δεν ήτο ολοτελώς άγνωστος εις τους αρχαίους. Προς την γνώμην ταύτην κλίνει ο συγγραφεύς της περί ης ο λόγος Στιχουργικής, και παραθέτει διάφορα παραδείγματα από τον Όμηρον, Aισχύλον, Σοφοκλέα, Eυριπίδην και Aριστοφάνην. Aλλά πιθανόν αι τυχαίαι αυταί ρίμαι να ήναι απλαί συμπτώσεις.
     O Théodore de Banville γράφων περί ποιητικής αφιεροί έν κεφάλαιον εις τας ποιητικάς αδείας, αλλά το κεφάλαιον σύγκειται από τας ολίγας λέξεις «Il n’y en a pas». Πιστεύω ολίγοι θα συμμερισθώσι τοιαύτην γνώμην, νομίζω δε ότι και ο ίδιος Banville δεν έγραφεν ευσυνειδήτως, αλλ’ απλώς ίνα είπη τι το ευφυές ή πρωτοφανές. Ποιητικαί άδειαι υπάρχουσι και πρέπει να υπάρχωσι. Mένει εις την τέχνην και την κρίσιν του ποιητού να ποιή όσον το δυνατόν ολιγωτέραν χρήσιν αυτών.
     Aι ποιητικαί άδειαι συνίστανται εις μεταθέσεις ή αποκοπάς λέξεων, εις συνιζήσεις φωνηέντων, εις εκθλίψεις, και έν ή δύο άλλα. Eίναι καλόν ο ποιητής να αποφεύγη τας προς την γλώσσαν ελευθερίας, δι’ ευκολιών περί το μέτρον. Tροχαϊκός πους εν μέσω ιάμβων, ή αμφίβραχυς εν μέσω αναπαίστων, ακόμη και ελλιπής τις τομή είναι μικρότερα κακά του κατακερματισμού λέξεων ή σκοτεινής συντάξεως.
     Άξιον προσοχής είναι το A΄ κεφ. του B΄ μέρους του βιβλίου του κ. Γριτσάνη, ένθα εξετάζονται είς προς ένα οι στίχοι της νεωτέρας ποιήσεώς μας από του μακροτάτου μέχρι του βραχυτάτου. O αναγνώστης δεν δύναται ειμή να εκτιμήση την ευσυνείδητον εργασίαν και την ευρείαν στιχομάθειαν ―εάν μοι επιτρέπεται η λέξις αύτη― του συγγραφέως.
     O μακρότατος στίχος μας είναι ο δυοκαιεικοσισύλλαβος,

     Ότ’ αι Mούσ’ εσιώπων και νυξ δουλική εις την γην της Eλλάδος ηπλούτο
     (A. P. Pαγκαβή)

Λίαν βραχύς είναι ο τετρασύλλαβος,

     Aπό μια
     αναποδιά
     σε μιαν άλλη
     πιο μεγάλη.
     (Π. Σούτσου)

     O βραχύτατος δε ο τετρασύλλαβος ελλιπής στίχος, όστις, αληθώς ειπείν, είναι τρισύλλαβος:

     Ω σκηνή!
     Kεραυνοί,
     εν οργή
     αρωγοί κ.λ.
     (Bασιλειάδου)

     Aφού ο λόγος είναι περί μικρών στίχων, ας αναφέρωμεν του Bίκτορος Oυγκώ τους δισυλλάβους:

     Murs, ville,
     Et port,
     Asile,
     De mort,
     Mer grise,
     Où brise
     La brise
     Tout dort,
     .........
     Tout passe;
     L’espace
     Efface
     Le bruit.

     Δυνάμεθα να είπωμεν ότι έχοντες τον 22σύλλαβον έχομεν τον μακρότατον πάντων των στίχων. O κ. Γριτσάνης λέγει ότι ο μακρότερος στίχος «των άλλων νεωτέρων γλωσσών» είναι ο ενδεκασύλλαβος· υπάρχουσιν όμως και μακρότεροι αυτού, λ.χ. le vers alexandrin των Γάλλων (12 συλλαβών):

     Je sais que près de vous en secret assemblé
     Par vos soins prévoyants leur nombre est redoublé.
     (Pακίνας)

και αγγλιστί:

     The days of our youth are the days of our glory.
     (Bύρων)

     Aν δεν απατώμαι, ο άγγλος Leigh Hunt έγραψε στίχους 14 συλλαβών.
     Eν τη υπ’ όψει Στιχουργική ευρίσκονται διάφορα παραδείγματα στροφών μικτού μέτρου. Όταν ο ποιητής έχη καλλιεργημένην μουσικήν αίσθησιν, τοιούτου είδους στροφαί δύνανται να αποβώσιν αρμονικώταται. H μίξις ιάμβων και τροχαίων έχει ενίοτε πολλήν χάριν:

     Eκ’ είν’ οι κλέφταις οι πολλοί
     Όλ’ ενδυμένοι στο φλωρί.
     Kάθουνται και τρων και πίνουν
     Kαι την Άρταν φοβερίζουν.

Oι δάκτυλοι και οι τροχαίοι, όντες συγγενή μέτρα, συνδέονται μετ’ επιτυχίας.

     Όπου πατρίδα αι Mούσαι είχον.

     Eίναι πρέπον ενταύθα να ποιήσω μνείαν δύο μεταφράσεων του κ. Γριτσάνη (Σαπφούς Ωδή εις την Aφροδίτην, και Aνακρέοντος εις τον Έρωτα) εν μικτώ μέτρω, αίτινες αποδεικνύουσιν ότι ο συγγραφεύς μας ου μόνον γνωρίζει να εκθέτη κανόνας περί στιχουργίας, αλλά και να εφαρμόζη αυτούς. H ιδιότης του αύτη καθιστά το βιβλίον του έτι πολυτιμότερον. O αναγνώστης εννοεί ότι έχει να κάμη με μεμυημένον, με άνδρα όστις αισθάνεται ζωηρώς όλας τας λεπτότητας και τας χάριτας του μαγικού κόσμου της ποιήσεως.
     Περαίνων, συνιστώ ζωηρώς την ανάγνωσιν της Στιχουργικής του κ. Γριτσάνη εις όσους καταγίνονται γράφοντες στίχους. Όχι ότι η Στιχουργική αύτη, ή οιαδήποτε άλλη, έχει την ιδιότητα να δημιουργή ποιητάς, αλλά διότι η μελέτη της στιχουργικής τελειοποιεί τον ποιητήν. H στιχουργική είναι η γραμματική της ποιήσεως, ην οφείλει πας ποιητής να εκμάθη καλώς. H φαντασία, το ύψος, αι μεγάλαι ιδέαι, εν ενί λόγω η θεία έμπνευσις είναι δώρα απορρέοντα κατ’ ευθείαν εκ της φύσεως, ων το μυστικόν γνωρίζει αυτή μόνη και κρύπτει μη εννοούσα να τη κάμνουν συναγωνισμόν.
 
     Because to few the gods have lent
     Power to translate, in image or in song
     Their message; and of most the days are spent
     In silence, days unprofitably long
     When the muse whispers in an unknown tongue.

(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003) Via

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Περιμένοντας τους Βαρβάρους


— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                            

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις. 
https://pandoxeio.files.wordpress.com/2013/01/cebaceb1ceb2ceaccf86ceb7cf82-cf80ceb5cf81ceb9cebcceadcebdcebfcebdcf84ceb1cf82-cf84cebfcf85cf82-ceb2ceb1cf81ceb2ceaccf81cebfcf85cf82.jpg
via

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ

Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.
Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ,  ξ έ ν ο ς  π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και  π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη. 
Κ. Π. Καβάφης 

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Καβάφης και Καρυωτάκης: ποιήματα ποιητικής



Καβάφης και Καρυωτάκης: ποιήματα ποιητικής
του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή
Η λειτουργική χρήση της ποίησης, σε εποχές που τα κοινωνικά οράματα και ιδανικά μοιάζουν να είναι οροθετημένα από τις υλικές αναζητήσεις, είναι από περιοριστική έως ανύπαρκτη.  Ο ποιητής, από εσωτερική αναγκαιότητα, καλείται να προσπαθήσει να ξαναχαράξει το πλαίσιο της τέχνης του, να της δώσει μορφή και όγκο, και να καταδείξει τη σχέση της ποίησης με την περιβάλλουσα πραγματικότητα: σχέση όσμωσης ή άπωσης.  Η σχέση αυτή θεματοποιείται στα ποιήματα ποιητικής.  Σε αυτά, ο ποιητής, με λόγο κρυπτικό ή αποκαλυπτικό, αισθητοποιεί κανόνες της τέχνης του, χορδίζει ιδέες και στοχασμούς του γύρω από το ποιητικό φαινόμενο και ορίζει την οργανική θέση του ίδιου στο κοινωνικό σώμα. 
          Ο Καβάφης, πολύ νωρίς, είχε συνειδητοποιήσει την ύπαρξη αυτού του θεματικού κέντρου της ποίησής του: «όταν κατέτασσε τα ποιήματά του σε θεματικά κεφάλαια, ένα απ’ αυτά  είχε τον εύγλωττο τίτλο “Η Τέχνη μας” και περιελάμβανε τίτλους ποιημάτων όπως “Το Καλαμάρι” ή “Το Πρώτο Σκαλί”».[1]  Περίπου το ένα τρίτο του συνολικού καβαφικού έργου «γδέρνεται και ματώνεται»[2] πάνω σε θέματα ποίησης και τέχνης.  Από την άλλη, και στο έργο του ετέρου «παρακμία» των ελληνικών γραμμάτων, του Καρυωτάκη, έχει επισημανθεί πως περισσότερα από τα μισά ποιήματά του μπορούν να θεωρηθούν ποιήματα ποιητικής.[3]  Και, φυσικά, δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο αυτό το στατιστικό δεδομένο, αλλά ως το αποτέλεσμα της αγωνίας των δύο ποιητών για το ρόλο της τέχνης και τη θέση του καλλιτέχνη στην εποχή τους, σε κάθε εποχή. 

Ποιήματα ποιητικής του Κ. Π. Καβάφη

Τα ποιήματα ποιητικής του Καβάφη[4] θα μπορούσαν να καταταχθούν σε τρεις κύκλους: στον πρώτο κύκλο ανήκουν όσα αξιολογούν γενικά την τέχνη και τη σημασιοδοτούν θετικά («Το Πρώτο Σκαλί»).  Στο δεύτερο κύκλο ανήκουν όσα αναφέρονται στην τεχνική των ποιημάτων («Εκόμισα εις την Τέχνην») και στον τρίτο κύκλο όσα ασχολούνται με τις πηγές της έμπνευσης («Καισαρίων»).  Οι δυο τελευταίοι κύκλοι μπορεί να είναι ομόκεντροι. 
«Το Πρώτο Σκαλί»
          Στο χρονολογικό πίνακα σύνθεσης ποιημάτων που είχε καταρτίσει ο Καβάφης[5] φέρει τον τίτλο «Το Τελευταίο Σκαλί» και ημερομηνία σύνθεσης Φεβρουάριος [18]95.  Το ποίημα δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Το Πρώτο Σκαλί» το Δεκέμβριο του 1899 στο Αιγυπτιακόν Ημερολόγιον.[6] 
          Πρόκειται για έναν ιστορικοφανή διάλογο ανάμεσα στο συρακούσιο βουκολικό ποιητή του 3ου π.Χ. αι. Θεόκριτο και στο φανταστικό μαθητευόμενο ποιητή Ευμένη.  Ο τελευταίος εξομολογείται τις δυσκολίες και τις προόδους του πρώτου ξεκινήματος της τέχνης του στο Θεόκριτο:

«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος».

Ο Θεόκριτος τον ενθαρρύνει λέγοντάς του πως ο δημιουργός κατατάσσεται σ’ ένα επίπεδο ανώτερο από τους άλλους ανθρώπους:

Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.


Γι’ αυτό:

«[…]Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος[…]».

Έτσι, ο τεχνίτης, που δεν είναι τυχοδιώκτης, αλλά είναι ειλικρινής και επιμελής, πολιτογραφείται πολίτης στων ιδεών την πόλη και αυτό δεν είναι λίγο, αλλά (του) εξασφαλίζει μεγάλη δόξα (στ.18-24).  Με αυτή την επωδό, που επαναλαμβάνει για δεύτερη φορά ο Θεόκριτος,[7] φανερώνεται η υψηλή συνείδηση που έχει για την τέχνη και η θετική της αξιολόγηση.[8]
          Το θέμα του πρώτου σκαλιού, «δηλαδή, το θέμα του καλλιτέχνη που κοπιάζει, που δεν είναι ευχαριστημένος από τους καρπούς των κόπων του, που απελπίζεται, κι ενός δασκάλου που παραινεί»[9] φαίνεται να είναι μια έμμονη ιδέα στον πρώιμο Καβάφη,[10] που «εκφράζει φανερά την εμπειρία του […] από τις πρώτες μακριές περιπλανήσεις στο λαβύρινθο της τέχνης».[11]

«Πολύ σπανίως»
          Στις 13 Δεκεμβρίου του 1911[12] ο Καβάφης γράφει το «Πολύ σπανίως», που θα δημοσιευτεί τον Ιανουάριο του 1913 στο αλεξανδρινό περιοδικό Νέα Ζωή.
          Το ποίημα χωρίζεται οπτικά σε δυο μέρη: α’ μέρος, στίχοι 1-6, όπου βρίσκεται το θέμα του κυρτού και σακατεμένου από τα χρόνια και τις καταχρήσεις[13] γέροντα,[14] και το β’ μέρος, στίχοι 7-11, όπου βρίσκεται το θέμα της έκτασης των καλλιτεχνικών ελπίδων και προσδοκιών του ποιητικού υποκειμένου στο μέλλον:

Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε
[…]
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

          Τα δυο μέρη ενοποιεί η ιδέα της διαιώνισης μέσω του καλλιτεχνήματος, που κεντρίζεται από ένα ηδονικό/αισθησιακό κίνητρο[15] και εκφράζεται με όρους λυρισμού.  Ο ίδιος ο Καβάφης είχε επανειλημμένα επισημάνει πως ο τίτλος αποτελεί ένα σχόλιο στο ποίημα,[16] γιατί «πολύ σπανίως» βρίσκονται ποιητές τόσο σπουδαίοι που το έργο τους με τη λάμψη της πρώτης συγκίνησης συνεχίζει να επιζεί στις ψυχές των μεταγενέστερων.  Η μελέτη του μερτικού που (θα) έχει ο ποιητής στα νιάτα είναι ο όρος που τον εμψυχώνει για να συνεχίσει τον ανάντη δρόμο της τέχνης. 

«Καισαρίων»
          Το ποίημα παραδίδεται σε δυο μορφές.  Η πρώτη είναι του Δεκεμβρίου του 1914 και φέρει τον τίτλο «Πτολεμαίου Καίσαρος».  Η οριστική μορφή είναι του 1918 με τον τίτλο «Καισαρίων».  Πρόκειται για ιστοριογενές ποίημα, που μπορεί να διαβαστεί συμπληρωματικά με το προγενέστερο «Αλεξανδρινοί Βασιλείς» (1912).[17] 
          Ο αφηγηματικός άξονας του ποιήματος, χωρίζεται σε δυο ενότητες: α’ ενότητα, στίχοι 1-14, που πάλι χωρίζεται σε δυο μέρη, στίχοι 1-10 και 11-14, και β’ ενότητα, στίχοι 15-30.  Στην πρώτη ενότητα παρατηρείται ένα ουδέτερο πεζολογικό βάδισμα.  Στη δεύτερη κυριαρχεί ένας λυρισμός που εκδηλώνεται με έναν πληθωρισμό επιθέτων, πρωτοφανέρωτο στην ποίηση του Καβάφη. 
          Το ποίημα φανερώνει αναλυτικά την τεχνική της έμπνευσής του, την εξωποιητική, δηλαδή ιστορική, αφορμή του: 

[…] Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μές στον νού μου.
[…]
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
που χτες τη νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η λάμπα μου – άφισα επίτηδες να σβύνει –
εθάρεψα που μπήκες μές στην κάμαρά μου,
[…]

          Έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση οραματική,[18] όπου ο ερωτικός/αισθησιακός και ο ιστορικός οραματισμός συγχέονται και αναδύονται από ένα πλήθος συγκεκριμένων λεπτομερειών που δημιουργούν μια «ιδιότυπη υποβολή»: την απόλαυση της αναπόλησης.[19]  Έτσι, η τέχνη παύει να είναι σκοπός και γίνεται μέσο ηδονής. 
         
«Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ.»
          Το ποίημα γράφτηκε τον Αύγουστο του 1918 με τον τίτλο «Μαχαίρι».  Εκδόθηκε σε μονόφυλλο τον Ιούνιο του 1921 με τον τίτλο «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ.». 
          Οπτικά το ποίημα χωρίζεται σε δυο μέρη: α’ μέρος, στίχοι 1-6, και β’ μέρος, στίχοι 7-9.  Πρόκειται για ιστορικοφανή μονόλογο:

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φριχτό μαχαίρι.

          Κι εδώ το θέμα των γηρατειών.  Μόνο που τώρα το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει: «δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά», που σημαίνει απλά: κανέναν λόγο υπομονής ή ελπίδας.  Έτσι, καταφεύγει και πάλι στην ποίηση, που προσωποποιείται:

Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
 
«Εν Φαντασία και Λόγω», λοιπόν, η τέχνη κατορθώνει να ναρκώσει – για λίγο – το άλγος του πόνου, που προκαλεί η ροή του χρόνου.  Η τέχνη δηλαδή ως νηπενθές φάρμακο.  Για λίγο, όμως, γράφει ο ποιητής, γνωρίζοντας πια, πλούσιος από το ταξίδι, πως τέχνη και ζωή βρίσκονται σε διάσταση.  Έτσι, η τέχνη γίνεται μια διαμεσολάβηση της ζωής. 

Ποιήματα ποιητικής του Κ. Γ. Καρυωτάκη
Σε ένα καθοριστικό για την ποίηση του Καρυωτάκη δοκίμιο ο Τ. Άγρας[20] είχε επισημάνει την ύπαρξη τουλάχιστον τεσσάρων θεματικών κύκλων «στο «νεοαστικό» ρεαλισμό του σατιρικού Καρυωτάκη»[21]: α) γραφειοκρατικός ρεαλισμός, β) φιλολογικός ρεαλισμός, γ) μισανθρωπία και μισογυνισμός και δ) πολιτική σάτιρα.  Στο δεύτερο θεματικό κύκλο του φιλολογικού ρεαλισμού κατατάσσονται περίπου τα μισά ποιήματά του. 
«Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων»
          Περίπου την ίδια εποχή, γύρω στα 1920, που ο Καβάφης διαπιστώνει τη διάσταση ανάμεσα στη τέχνη και στη ζωή, ο Καρυωτάκης «άδει» τη θλιβερή του «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων».  Το ποίημα ανήκει στη δεύτερη ποιητική του συλλογή Νηπενθή και είναι γραμμένο το 1920 (οριστική μορφή 1923). 
          Το ποίημα ανοίγει με τους στίχους:

Από θεούς και ανθρώπους μισημένοι
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
[…]

που αναφέρεται εμφατικά στον μαρασμό του ποιητικού λόγου και τον ξεπεσμό ή την εκδίωξη των ποιητών τόσο από την ανθρώπινη όσο και από την θεία κοινωνία.
          Με ειρωνική και σατιρική διάθεση το ποιητικό υποκείμενο διατυπώνει την πεποίθησή του πως οι ποιητές είναι άδοξοι, κυρίως όσοι «ανάξια στιχουργούνε» δοσμένοι σε μια «τραγική απάτη» πως κάπου, ίσως, η Δόξα τους καρτερεί, μα ήδη τους έχει σκεπάσει βαρύ το έρεβος της ανωνυμίας και η καταφρόνια του κόσμου.  Έτσι, διαπιστώνεται και η αναστολή της τέχνης, και δη της ποίησης, ως κοινωνικής λειτουργίας.

«Όλοι μαζί …»[22] - «Σταδιοδρομία»[23]
          Τα ποιήματα αυτά βρίσκονται στη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες (1927) και έχουν περιληφθεί στο μέρος με τις Σάτιρες.
          Η «Σταδιοδρομία» μπορεί να φωτιστεί από τη μετάφραση του ποιήματος του Carco: «Ainsi jai dans ma belle pipe…», που περιλαμβάνεται στην ίδια ποιητική συλλογή:

Στην ωραία, φαρμακερή μου πίπα εφούμαρα
τις τελευταίες αναμνήσεις μου.  Χαρτιά
έβαλα για προσάναμμα στη φωτιά,
στίχους, χειρόγραφα, βιβλία με φούμαρα.

Νεκρός, θα ’ μαι σαν άθλιο καταστάλαγμα
στη μνήμη φίλων, συμποσιαστών.
Μα θα’χω λησμονήσει τα πλήθη των αστών,
τη δόξα, το χρήμα και το συνάλλαγμα.

          Και στα δυο ποιήματα το ποιητικό υποκείμενο σατιρίζει με καυστικότητα τους τρόπους («παίρνουμε πόζα») και τα ήθη («αφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά / και τη γραβάτα μας») των προνομιούχων - όχι όμως ανεύθυνων πια ανθρώπων - που αυτοτιτλοφορούνται ποιητές, με μοναδική τους φιλοδοξία – σκοπός ζωής – την αναζήτηση της ιδανικής ρίμας, μέσα σε βιβλία που μεταποιούν τα αισθήματα σε χάρτινα κατασκευάσματα, αφήνοντας «να φύγουν τα χρόνια» («Σταδιοδρομία»).[24] 
          Οι συντεχνιακές συναναστροφές, η ματαιοδοξία (: Τα λόγια μου θα’χουν ουσία, / η σιωπή μου μια σημασία) και η πλήρης υιοθέτηση ενός τρόπου συμπεριφοράς αποδεκτού από το συνάφι[25] – παρόλο που η δουλειά εξουθενώνει και η πείνα θριαμβεύει (: Την ψυχή και το σώμα πάλι / στη δουλειά θα δίνω, στην πάλη.)-  ξεκόβει και περιθωριοποιεί τους ποιητές από τα επείγοντα κοινωνικά και πραγματικά προβλήματα της εποχής.  Η αλλαγή τόνου, ειρωνική / σαρκαστική, στο τέλος[26] των ποιημάτων φανερώνει «ότι κατά βάθος οι ποιητές έχουν επίγνωση της ματαιότητας και της κοινωνικής απόρριψης»[27] της τέχνης τους: 

Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ’ τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής»

Όλοι μαζί…



«[Είμαστε κάτι…]»
          Το ποίημα βρίσκεται στη δεύτερη σειρά των Ελεγειών, αν και θα μπορούσε να βρίσκεται στις Σάτιρες.[28]
          Με αυτό αισθητοποιείται το ποιητικό αδιέξοδο, το φτάσιμο της ποίησης στα όρια της σιγής και έτσι ο ποιητικός λόγος αυτοακυρώνεται αφενός γιατί δεν μπορεί να αρθρωθεί και αφετέρου γιατί απαξιώνεται.[29]  Ο λόγος εκφέρεται σε πρώτο πληθυντικό αποκαλύπτοντας τόσο ατομικές όσο και συλλογικές πτυχές της διάχυτης αίσθησης διάλυσης του ποιητικού λόγου[30]:

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες.  Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.
[…]
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
[…]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

          Το ποιητικό υποκείμενο εκδιώχνεται από τα πράγματα και καταφεύγει στην ποίηση για να αντισταθεί, δηλαδή η ποίηση λειτουργεί τόσο ως απάντηση όσο και ως πρόκληση σε ό,τι περιφρονούσε[31]:

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.[32]

Εν κατακλείδι
Ο Καβάφης με την τεχνική της αναπόλησης διαμορφώνει μια ποίηση της νοσταλγίας στην οποία η μνήμη μεταποιείται σε τέχνη και άρα απαθανατίζει τον παρελθόντα χρόνο, διασώζοντας το λόγο από τη φθορά.  Αντίθετα, ο Καρυωτάκης διαπιστώνει τη ματαιότητα της τέχνης, που δεν μπορεί να μεταποιήσει τη μνήμη σε λόγο, καθώς αυτοακυρώνεται από τα υπαρξιακά αδιέξοδα, από την κοινωνική αδιαφορία και από την αίσθηση του κοσμικού τίποτα, που βιώνει το υποκείμενο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Τ. Άγρας, «Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες», στο Γ. Π. Σαββίδης (επιμ.), Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά, Αθήνα: ΝΕΒ 1991.
Ε. Γαραντούδης, «Η ποίηση του Κ. Γ. Καρυωτάκη», στο: Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αι.) Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (19ος και 20ος αι.), Πάτρα: ΕΑΠ 2000.
Γ. Δάλλας, Σπουδές στον Καβάφη, Αθήνα: Ερμής 1987.
Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: Γνώση 2000 (ζ΄έκδ.).
Κ. Θ. Δημαράς, Σύμμικτα, Γ΄, Περί Καβάφη, Αθήνα: Γνώση 1992.
Β. Λεοντάρης, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», στο Γ. Π. Σαββίδης (επιμ.), Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά, Αθήνα: ΝΕΒ 1991.
Β. Λεοντάρης, Καβάφης ο έγκλειστος, Αθήνα: Έρασμος 1985.
Χ. Παπάζογλου, Παρατονισμένη Μουσική, Αθήνα: Κέδρος 1988.
Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τ. Α’, Αθήνα : Ερμής 1985.
Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τ. Β΄, Αθήνα: Ερμής 1987.
Γ. Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, Αθήνα: Νεφέλη 1989.
Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, τ. Α΄, Αθήνα: Ίκαρος 1992 (στ΄ έκδ.).
Α. Φραντζή, στο Καρυωτάκης και Καρυωτακισμός, Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1998.


[1] Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τ. Α’, Αθήνα : Ερμής 1985, σ. 283.
[2] Β. Λεοντάρης, Καβάφης ο έγκλειστος, Αθήνα: Έρασμος 1985.
[3] Α. Φραντζή, στο Καρυωτάκης και Καρυωτακισμός, Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Ιδρυτής: Σχολή Μωραϊτη) 1998, σ. 132.
[4] Βλ. πρόχειρα τον πίνακα τίτλων ποιημάτων ποιητικής του Κ. Π. Καβάφη στο: Γ. Π. Σαββίδης, ό.π., σ. 308-311.
[5] Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τ. Β΄, Αθήνα: Ερμής 1987, σ. 67-85, ιδ. σ. 76.
[6] Ο Καβάφης οροθετούσε την ώριμη ποιητική του παραγωγή με αφετηρία το έτος 1911.  Ξεχώριζε 24 ποιήματα γραμμένα προ του 1911 ως σύνδεσμο ανάμεσα στα αποκηρυγμένα και στο κύριο σώμα του έργου του (δηλαδή τα υπόλοιπα 129 ποιήματα που είχε δημοσιεύσει από το 1911 ως το 1932, το όλον 154 ποιήματα).  Ένα από αυτά είναι και «Το Πρώτο Σκαλί» που δεν περιλήφθηκε σε καμία από τις δέκα συλλογές που είχε κυκλοφορήσει ο ίδιος κατά τα 20 τελευταία χρόνια της ζωής του, βλ. Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τ. Α΄, ό.π., σ. 181.
[7] Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι / τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα (στ. 14-15 και 25-26): μοναδικό παράδειγμα στο έργο του Καβάφη επανάληψης επωδού δυο στίχων.
[8] Κ. Θ. Δημαράς, Σύμμικτα, Γ΄, Περί Καβάφη, Αθήνα: Γνώση 1992, σ. 91.
[9] Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, τ. Α΄, Αθήνα: Ίκαρος 1992 (στ΄ έκδ.), σ. 384.
[10] Το 1886 ο Καβάφης γράφει το ποίημα «Ο ποιητής και η Μούσα».  Σε αυτό ο ποιητής παραπονιέται:

Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;

Μάταιοι ειν’ οι λόγοι μου […]


για να του αποκριθεί η Μούσα (δίκην Θεόκριτου):

Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά.  Ο κόσμος τον οποίον

οράς εστίν ο αληθής […]

[11] Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, τ. Α΄, ό.π., σ. 383
[12] Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τ. Β΄, ό.π., σ. 82
[13] Για τη χρήση της λέξης «καταχρήσεις»  στο συγκεκριμένο ποίημα, βλ. Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τ. Β΄, σ. 269-270.
[14] Το θέμα του γέρου στην ποίηση του Καβάφη είναι γνωστό και από προηγούμενα ποιήματά του, π.χ. «Ένας γέρος» (1894), «Οι ψυχές των γερόντων» (1898).
[15] Άλλοι δημιουργοί στο έργο του Καβάφη κεντρίζονται από διαφορετικά κίνητρα, π.χ. ο Δάμωνας στο «Συνοδεία του Διονύσου»: μελετά / την αμοιβή του από των Συρακουσών / τον βασιλέα, ενώ ο ανώνυμος ποιητής στο «Ούτως Εκείνος» εργάζεται από φιλοδοξία.
[16] Γ. Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τ. Β΄, ό.π., σ. 269-270.
[17] Τα ποιήματα αυτά είναι ομόκεντρα, δηλαδή αναφέρονται στο έτος 31 π.Χ., με τα ποιήματα: «Το τέλος του Αντώνιου» (1907), «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» (1910), «Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια» (1924) και «Εν δήμω της Μικράς Ασίας» (1926).
[18] Για τους μηχανισμούς της τεχνικής του οραματισμού στον «Καισαρίωνα» βλ. Γ. Δάλλας, Σπουδές στον Καβάφη, Αθήνα: Ερμής 1987, σ. 80-86.
[19] Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: Γνώση 2000 (ζ΄έκδ.), σ. 603.
[20] Τ. Άγρας, «Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες», στο Γ. Π. Σαββίδης (επιμ.), Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά, Αθήνα: ΝΕΒ 1991, σ. 190-219.
[21] Γ. Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, Αθήνα: Νεφέλη 1989, σ. 80.
[22] Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περ. Νέα Γράμματα, Α, 1, Ιανουάριος 1924, σ. 6-7.
[23] Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στη Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος, 20 Νοεμβρίου 1927, μαζί με τη «Μικρή Ασυμφωνία εις Α μείζον», τα μόνα ποιήματα για τα οποία ο Καρυωτάκης έλαβε κάποια αμοιβή.
[24] Στη συλλογή Νηπενθή (1921) στις «Στροφές» ο Καρυωτάκης γράφει: είκοσι χρόνια παίζοντας / αντί χαρτιά βιβλία, / είκοσι χρόνια παίζοντας / έχασα τη ζωή.
[25] Ο σαρκασμός του Καρυωτάκη για το ποιητικό συνάφι σημασιοδοτεί αρνητικά την ποίηση σε αντίθεση με την θετική της σημασιοδότηση στην ποίηση του Καβάφη.
[26] Η αλλαγή τόνου γίνεται φανερή και στη νοηματική δομή των ποιημάτων, αν συγκριθεί π.χ. το τέλος της «Σταδιοδρομίας»: Θα φύγουν[= ενν. τα χρόνια], και θα’ναι η καρδιά μου / σα ρόδο που επάτησα χάμου με το προγενέστερο «Μίσθια δουλειά», όπου η ελπίδα υπάρχει ακόμα: Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες / άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα. / Μόνο είδα, φεύγοντας πρωί, στην πόρτα μου τολύπες / τα ρόδα, και γυρίζοντας έκοψα μια γιρλάντα.
[27] Ε. Γαραντούδης, «Η ποίηση του Κ. Γ. Καρυωτάκη», στο: Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αι.) Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (19ος και 20ος αι.), Πάτρα: ΕΑΠ 2000, σ. 220.
[28] Γ. Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, ό.π., σ. 79.
[29] Β. Λεοντάρης, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», στο Γ. Π. Σαββίδης (επιμ.), Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά, Αθήνα: ΝΕΒ 1991, σ. 260-265.
[30] Πρβλ. ακόμη και το στιχουργικό ξεχαρβάλωμα του λόγου, στο: Χ. Παπάζογλου, Παρατονισμένη Μουσική, Αθήνα: Κέδρος 1988, σ. 172.
[31] Χ. Παπάζογλου, στο ίδιο, σ. 220.
[32] Πρβλ. Η σκέψις, τα ποιήματα, / βάρος περιττό στο «[Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα…]».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...