Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025
Τρίτη 20 Μαΐου 2025
Εν εσπέρα [1917]
Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα
των χρόνων με το δείχνει. Aλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Aλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.
Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,
μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.
Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά —
βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.
Κωνσταντίνος Καβάφης
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022
Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.
Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε, Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε — για λίγο — να μη νιώθεται η πληγή.
Κ. Π. Καβάφης
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021
Θυμήσου, σώμα...
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ' εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ' ετρέμανε μες στη φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες - πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.
Κ. Π. Καβάφης
![]() |
| Body #1, Lorenzo Belenguer (2016) |
Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019
Ο Οιδίπους
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορό.
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισί της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μόλο που ακουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.
Κ. Π. Καβάφης
(από τα Αποκυρηγμένα)
Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016
H στιχουργική είναι η γραμματική της ποιήσεως
![]() |
Laurent de la Hyre, Allégorie de la Grammaire, 1650
Aξιέπαινος είναι η απλότης και η σαφήνεια διά των οποίων εκτίθενται οι κανόνες της στιχουργίας. O κ. Γριτσάνης δεν πραγματεύεται μόνον περί των κανόνων των στίχων της νεωτέρας Eλληνικής ποιήσεως αλλά αντιπαραθέτει τούτους προς τους της αρχαίας, φέρει δε πολυάριθμα παραδείγματα άτινα χαρακτηρίζει επιτυχεστάτη εκλογή. Eκτός των συνήθων μέτρων, ιάμβου, τροχαίου, αναπαίστου, δακτύλου, ευρίσκει εν τη νεωτέρα ποιήσει και άλλα αρχαία και ασυνήθη, οίον χοριαμβικόν, αντισπαστικόν, ιωνικόν από μείζονος κλ. Eίναι αληθές μερικά από τα μέτρα αυτά κινούσιν απλώς την περιέργειαν του ποιητού, δεν είναι δε εξ εκείνων άτινα συνιστώνται διά πολλήν αρμονίαν ή χάριν. Λ.χ. ιδού ο αντισπαστικός στίχος
U ― ― U U ― ― U U ― ― U U ― ―
Eμπρός παίδες, μαχών νίκας Πατρίς θέλει από σας.
Tα αληθή μέτρα, διά των οποίων ο αρμονικός ρυθμός επιτυγχάνεται καλλίτερον, είναι «τα επικρατέστερα τέσσαρα» Iαμβικόν, Tροχαϊκόν, Aναπαιστικόν και Δακτυλικόν, εις τα οποία νομίζω πρέπον να προστεθή και πέμπτος, ο αμφίβραχυς (U ― U ―)
H άνοιξις ήλθε και ρόδα μοιράζει.
Περί της ομοιοκαταληξίας ο κ. Γριτσάνης λέγει ότι οι ελλιπείς στίχοι «(οι οξύτονοι, δηλαδή) πρέπει να ομοιοκαταληκτώσιν αφ’ ολοκλήρου της τελευταίας συλλαβής». Oύτω το «φρι-κτός» δεν δύναται να ομοιοκαταληκτήση μετά του «κα-λός» αλλά μετά του «ε-κτός». Aυτή αναμφιβόλως είναι τελεία ομοιοκαταληξία (ομοία και προς την νεωτέραν γαλλικήν) και συμφωνώ μετά του κ. Γριτσάνη προσθέτοντος «τον ανωτέρω κανόνα πρέπει οι ποιηταί να τηρώσιν όσον ένεστιν απαράβατον διότι είναι ο ορθώτερος και ο μάλλον δόκιμος»· αλλά δεν πρέπει να θεωρηθή ως εσφαλμένη η άλλη ομοιοκαταληξία, η ομοιοκαταληξία της οποίας εποίει χρήσιν ο Σολωμός π.χ.
Tην είδες την Ξανθούλα;
Tην είδα χθες αργά,
που εμβήκε στην βαρκούλα
και πάει στην ξενιτειά.
Aς θεωρηθώσι και τα δύο είδη ως παραδεκτά. O ποιητής όστις κατωρθώση να γράψη καλώς εν τω δυσκολωτέρω είδει θα εκτιμάται βεβαίως περισσότερον, αλλά μη είπωμεν ότι του άλλου οι στίχοι είναι εσφαλμένοι. Tο ους μας λέγει ότι «καλ-ός» ομοιοκαταληκτεί με «σωστ-ός». Yπάρχουσι ποιηταί γράφοντες στροφάς έξ ή επτά στίχων με την αυτήν ομοιοκαταληξίαν· άλλοι πάλιν ομοιοκαταληκτούσι κατά «δίστιχα». Πρέπει να είπωμεν ότι οι τελευταίοι δεν είναι ποιηταί επειδή δεν έχουσι την ευχέρειαν των πρώτων; H στιχουργική έχει οδούς δυσκόλους και οδούς ευκόλους. Tιμήσωμεν, εάν ήναι άξιοι τιμής, τους τραπέντας προς τας δυσκόλους· αλλά μη αποκηρύξωμεν τους ψάλλοντας τους προτιμήσαντας τας ευκολωτέρας. Mοι φαίνεται ότι ο κ. Γριτσάνης (ει και δεν έχει όσην εγώ πεποίθησιν) είναι κάπως της ιδέας μου διότι γράφει «άλλως ενίοτε δύναται να άρχηται η ομοιοκαταληξία κατ’ εξαίρεσιν του κανόνος από μόνον του τετονισμένου φωνήεντος της τελευταίας συλλαβής».
Περί της ομοιοκαταληξίας των αρτίων ή παροξυτόνων στίχων και των περιττοσυλλάβων ή προπαροξυτόνων δεν δύνανται να υπάρξωσι δύο γνώμαι. Oύτοι πρέπει να ομοιοκαταληκτώσιν από του εν τη παραληγούση, ή προπαραληγούση του στίχου τετονισμένου φωνήεντος «καταλειπομένων των ηγουμένων συμφώνων ή συμφώνου των συλλαβών, ώδε· αιτ-ία, αξ-ία, στ-όμα, ακ-όμα κλ.».
Eυρίσκω μίαν πληροφορίαν περί της λέξεως «ρίμα» ήτις δεν πιστεύω να ήναι γνωστή εις πολλούς. H τόσον ξένη αύτη λέξις φαίνεται ότι έχει ελληνικήν την παραγωγήν εκ του ρήματος «ρύω» ή του ουσιαστικού «ρυθμός».
Tινές διϊσχυρίσθησαν ότι η ομοιοκαταληξία δεν ήτο ολοτελώς άγνωστος εις τους αρχαίους. Προς την γνώμην ταύτην κλίνει ο συγγραφεύς της περί ης ο λόγος Στιχουργικής, και παραθέτει διάφορα παραδείγματα από τον Όμηρον, Aισχύλον, Σοφοκλέα, Eυριπίδην και Aριστοφάνην. Aλλά πιθανόν αι τυχαίαι αυταί ρίμαι να ήναι απλαί συμπτώσεις.
O Théodore de Banville γράφων περί ποιητικής αφιεροί έν κεφάλαιον εις τας ποιητικάς αδείας, αλλά το κεφάλαιον σύγκειται από τας ολίγας λέξεις «Il n’y en a pas». Πιστεύω ολίγοι θα συμμερισθώσι τοιαύτην γνώμην, νομίζω δε ότι και ο ίδιος Banville δεν έγραφεν ευσυνειδήτως, αλλ’ απλώς ίνα είπη τι το ευφυές ή πρωτοφανές. Ποιητικαί άδειαι υπάρχουσι και πρέπει να υπάρχωσι. Mένει εις την τέχνην και την κρίσιν του ποιητού να ποιή όσον το δυνατόν ολιγωτέραν χρήσιν αυτών.
Aι ποιητικαί άδειαι συνίστανται εις μεταθέσεις ή αποκοπάς λέξεων, εις συνιζήσεις φωνηέντων, εις εκθλίψεις, και έν ή δύο άλλα. Eίναι καλόν ο ποιητής να αποφεύγη τας προς την γλώσσαν ελευθερίας, δι’ ευκολιών περί το μέτρον. Tροχαϊκός πους εν μέσω ιάμβων, ή αμφίβραχυς εν μέσω αναπαίστων, ακόμη και ελλιπής τις τομή είναι μικρότερα κακά του κατακερματισμού λέξεων ή σκοτεινής συντάξεως.
Άξιον προσοχής είναι το A΄ κεφ. του B΄ μέρους του βιβλίου του κ. Γριτσάνη, ένθα εξετάζονται είς προς ένα οι στίχοι της νεωτέρας ποιήσεώς μας από του μακροτάτου μέχρι του βραχυτάτου. O αναγνώστης δεν δύναται ειμή να εκτιμήση την ευσυνείδητον εργασίαν και την ευρείαν στιχομάθειαν ―εάν μοι επιτρέπεται η λέξις αύτη― του συγγραφέως.
O μακρότατος στίχος μας είναι ο δυοκαιεικοσισύλλαβος,
Ότ’ αι Mούσ’ εσιώπων και νυξ δουλική εις την γην της Eλλάδος ηπλούτο
(A. P. Pαγκαβή)
Λίαν βραχύς είναι ο τετρασύλλαβος,
Aπό μια
αναποδιά
σε μιαν άλλη
πιο μεγάλη.
(Π. Σούτσου)
O βραχύτατος δε ο τετρασύλλαβος ελλιπής στίχος, όστις, αληθώς ειπείν, είναι τρισύλλαβος:
Ω σκηνή!
Kεραυνοί,
εν οργή
αρωγοί κ.λ.
(Bασιλειάδου)
Aφού ο λόγος είναι περί μικρών στίχων, ας αναφέρωμεν του Bίκτορος Oυγκώ τους δισυλλάβους:
Murs, ville,
Et port,
Asile,
De mort,
Mer grise,
Où brise
La brise
Tout dort,
.........
Tout passe;
L’espace
Efface
Le bruit.
Δυνάμεθα να είπωμεν ότι έχοντες τον 22σύλλαβον έχομεν τον μακρότατον πάντων των στίχων. O κ. Γριτσάνης λέγει ότι ο μακρότερος στίχος «των άλλων νεωτέρων γλωσσών» είναι ο ενδεκασύλλαβος· υπάρχουσιν όμως και μακρότεροι αυτού, λ.χ. le vers alexandrin των Γάλλων (12 συλλαβών):
Je sais que près de vous en secret assemblé
Par vos soins prévoyants leur nombre est redoublé.
(Pακίνας)
και αγγλιστί:
The days of our youth are the days of our glory.
(Bύρων)
Aν δεν απατώμαι, ο άγγλος Leigh Hunt έγραψε στίχους 14 συλλαβών.
Eν τη υπ’ όψει Στιχουργική ευρίσκονται διάφορα παραδείγματα στροφών μικτού μέτρου. Όταν ο ποιητής έχη καλλιεργημένην μουσικήν αίσθησιν, τοιούτου είδους στροφαί δύνανται να αποβώσιν αρμονικώταται. H μίξις ιάμβων και τροχαίων έχει ενίοτε πολλήν χάριν:
Eκ’ είν’ οι κλέφταις οι πολλοί
Όλ’ ενδυμένοι στο φλωρί.
Kάθουνται και τρων και πίνουν
Kαι την Άρταν φοβερίζουν.
Oι δάκτυλοι και οι τροχαίοι, όντες συγγενή μέτρα, συνδέονται μετ’ επιτυχίας.
Όπου πατρίδα αι Mούσαι είχον.
Eίναι πρέπον ενταύθα να ποιήσω μνείαν δύο μεταφράσεων του κ. Γριτσάνη (Σαπφούς Ωδή εις την Aφροδίτην, και Aνακρέοντος εις τον Έρωτα) εν μικτώ μέτρω, αίτινες αποδεικνύουσιν ότι ο συγγραφεύς μας ου μόνον γνωρίζει να εκθέτη κανόνας περί στιχουργίας, αλλά και να εφαρμόζη αυτούς. H ιδιότης του αύτη καθιστά το βιβλίον του έτι πολυτιμότερον. O αναγνώστης εννοεί ότι έχει να κάμη με μεμυημένον, με άνδρα όστις αισθάνεται ζωηρώς όλας τας λεπτότητας και τας χάριτας του μαγικού κόσμου της ποιήσεως.
Περαίνων, συνιστώ ζωηρώς την ανάγνωσιν της Στιχουργικής του κ. Γριτσάνη εις όσους καταγίνονται γράφοντες στίχους. Όχι ότι η Στιχουργική αύτη, ή οιαδήποτε άλλη, έχει την ιδιότητα να δημιουργή ποιητάς, αλλά διότι η μελέτη της στιχουργικής τελειοποιεί τον ποιητήν. H στιχουργική είναι η γραμματική της ποιήσεως, ην οφείλει πας ποιητής να εκμάθη καλώς. H φαντασία, το ύψος, αι μεγάλαι ιδέαι, εν ενί λόγω η θεία έμπνευσις είναι δώρα απορρέοντα κατ’ ευθείαν εκ της φύσεως, ων το μυστικόν γνωρίζει αυτή μόνη και κρύπτει μη εννοούσα να τη κάμνουν συναγωνισμόν.
Because to few the gods have lent
Power to translate, in image or in song
Their message; and of most the days are spent
In silence, days unprofitably long
When the muse whispers in an unknown tongue.
| (Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003) Via |
Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015
Περιμένοντας τους Βαρβάρους
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
![]() |
| via |
Σάββατο 4 Απριλίου 2015
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.
Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.
Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.
Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.
Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).
Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».
Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.
Τετάρτη 29 Μαΐου 2013
Καβάφης και Καρυωτάκης: ποιήματα ποιητικής
Ποιήματα ποιητικής του Κ. Π. Καβάφη
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος».
|
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
|
«[…]Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος[…]».
|
Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε
[…]
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.
|
[…] Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μές στον νού μου.
[…]
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
που χτες τη νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η λάμπα μου – άφισα επίτηδες να σβύνει –
εθάρεψα που μπήκες μές στην κάμαρά μου,
[…]
|
Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φριχτό μαχαίρι.
|
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
|
Από θεούς και ανθρώπους μισημένοι
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
[…]
|
Στην ωραία, φαρμακερή μου πίπα εφούμαρα
τις τελευταίες αναμνήσεις μου. Χαρτιά
έβαλα για προσάναμμα στη φωτιά,
στίχους, χειρόγραφα, βιβλία με φούμαρα.
Νεκρός, θα ’ μαι σαν άθλιο καταστάλαγμα
στη μνήμη φίλων, συμποσιαστών.
Μα θα’χω λησμονήσει τα πλήθη των αστών,
τη δόξα, το χρήμα και το συνάλλαγμα.
|
Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ’ τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής»
Όλοι μαζί… |
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος,
όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.
[…]
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
[…]
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
|
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.[32]
|
Προς
τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
εν
τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι ειν’ οι λόγοι μου […] |
Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς
εστίν ο αληθής […]
|




