Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Το σύστημα των συντεχνιών στην οθωμανική περίοδο

του Κώστα Κυριάκη
Οι συντεχνίες αποτέλεσαν την οικονομική και κοινωνική βάση πάνω στην οποία οργανώθηκε το σύστημα παραγωγής και φορολογίας της Βυζαντινής, αλλά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Σκοπός της λειτουργίας του συστήματος των συντεχνιών, ως ένωση ατόμων που έχουν το δικαίωμα να ρυθμίζουν και να αντιμετωπίζουν συλλογικά ορισμένες πλευρές των παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων τους, είναι (1) η απόληψη των φόρων και η εκτέλεση υπηρεσίας («αγγαρείας»), δηλαδή η συλλογική υποχρέωση έναντι του δημόσιου ταμείου και της κεντρικής εξουσίας, και (2) ο έλεγχος της παραγωγής και της (τεχνικής) γνώσης μέσα από ένα αυστηρά οργανωμένο σύστημα ιεραρχίας και μαθητείας που επέβαλαν (οι συντεχνίες) στα μέλη τους.  Όμως, η αυστηρότητα με την οποία ρυθμιζόταν η οργάνωση της παραγωγής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που αναπτύχθηκαν τόσο στην ευρωπαϊκή ήπειρο όσο και στο εσωτερικό της ίδιας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέβαλαν μια διαφορετική και αυτόχρημα δυναμική αντιμετώπιση της παραγωγικής διαδικασίας, η οποία οδήγησε στις αρχές του 18ου αιώνα το σύστημα των συντεχνιών σε σταδιακή ύφεση.

Βυζαντινή περίοδος
Η κεντρική διοίκηση, στη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, διαμόρφωσε ένα ρυθμιστικό σύστημα ελέγχου της αγοράς (ως τόπου αλλά και τρόπου ανταλλαγής).  Από τη μια, θεσμοθέτησε μια δασμολογική πολιτική της παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων ανταλλαγής, καθορίζοντας τις τιμές και το ποσοστό κέρδους και ταυτόχρονα ‘αστυνομεύοντας’, μέσω αρμόδιων οργάνων, την αγορά.  Από την άλλη, εφάρμοσε το σύστημα των συντεχνιών (Χριστοφιλόπουλος, 1935 & Νειάδας, 1956) στο πεδίο της βιοτεχνίας και του εμπορίου, ελέγχοντας τους παραγωγικούς συντελεστές της αγοράς (Ασδραχάς, 2003: 403 – 404).  Έτσι, ο τομέας της μεταποίησης αποτέλεσε το κατ’ εξοχήν πεδίο κρατικής παρέμβασης στο πλαίσιο της βυζαντινής περιόδου.
Ο κρατικός παρεμβατισμός στον τομέα της μεταποίησης, τόσο σε επίπεδο ελέγχου της αγοράς όσο και των παραγωγικών της συντελεστών, εμφανίζεται περίπου την ίδια χρονική περίοδο και στις μεγάλες δυτικές πόλεις (Nicholas, 1999: 444 – 448), υποστηρίζοντας μια οικονομική αναγκαιότητα σε ορισμένη φάση της οικονομικής ανάπτυξης (Andreades, 2001: 118). 
Στην τελευταία περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι διάφορες και διαφορετικές επαγγελματικές συντεχνίες αναβαθμίζουν τον κοινωνικό και οικονομικό ρόλο, τον οποίο διαδραματίζουν μέσα στα στενά όρια της καταρρέουσας αυτοκρατορίας και προσπαθούν να ανελιχθούν σε ρυθμιστικούς παράγοντες της πολιτικής ζωής του Βυζαντίου (Χατζημιχάλη, 1953: 3). 

Οθωμανική περίοδος
Μέσα στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το σύστημα των συντεχνιών και ο θεσμός των κοινοτήτων θα αποτελέσουν το κρηπίδωμα των οικονομικών και διοικητικών θεσμικών μορφωμάτων της αυτοκρατορίας.[1]  Η οθωμανική εξουσία θα υποστηρίξει το σύστημα των συντεχνιών από τη μια για εισπρακτικούς και φορολογικούς λόγους, και από την άλλη για να μπορέσει να ρυθμίσει την αγορά και την κοινωνική οργάνωση των πόλεων και των χωριών. 
Το σύστημα των συντεχνιών θα αναπτυχθεί παράλληλα με το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα των πόλεων της αυτοκρατορίας και θα λειτουργήσει περιοριστικά ως προς τις επαγγελματικές δραστηριότητες των ατόμων, συνεκτικά, όμως, ως προς την κοινωνική οργάνωση της αυτοκρατορίας.  Ο αυστηρός καθορισμός του κόστους παραγωγής των προϊόντων, η κατανομή των αγορών και ο έλεγχος του εφοδιασμού σε πρώτες ύλες, ο καθορισμός της τελικής τιμής πώλησης των προϊόντων, ο έλεγχος εισόδου και ανέλιξης των μελών κάθε επαγγέλματος και η διατήρηση των κεκτημένων μεθόδων παραγωγής των βιοτεχνικών προϊόντων και των ειδών διατροφής αντανακλούν τόσο την αποφυγή του ανταγωνισμού ανάμεσα στις επαγγελματικές συντεχνίες όσο και την προσπάθεια διαιώνισης αυτού του οικονομικού (και κατ' επέκταση κοινωνικού και πολιτικού) συστήματος (Ασδραχάς, 2003: 410).
Η εσωτερική οργανωτική διάρθρωση των συντεχνιών ήταν αυστηρά καθορισμένη, αρχικά από το εθιμικό δίκαιο και αργότερα από γραπτά καταστατικά, που όριζαν με σαφήνεια τα καθήκοντα και τα δικαιώματα των μελών της συντεχνίας, ρύθμιζαν τις μεταξύ τους σχέσεις και τις σχέσεις της συντεχνίας τόσο προς τις άλλες συντεχνίες όσο και προς την κρατική διοίκηση και, τέλος, ανέφεραν τα τοπικά όρια μέσα στα οποία μπορούσε το κάθε μέλος να αναπτύξει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Οι συντεχνίες σχηματίζονταν στη βάση του κοινού επαγγέλματος, ωστόσο, κάθε επάγγελμα μπορεί να διακρίνεται σε διαφορετικούς κλάδους ειδικότητας έτσι ώστε κάθε διακριτός κλάδος να σχηματίζει ξεχωριστό «ισνάφι», με τα ιδιαίτερα οργανωτικά και εθιμικά του χαρακτηριστικά γνωρίσματα (Λουκάτος, 1992: 196- 197) και κυρίως με τα ευκρινή και σαφή όρια της επαγγελματικής του αρμοδιότητας.[2]
Μολονότι η συντεχνία οργανωνόταν στη βάση της επαγγελματικής εξειδίκευσης, και άρα ανεξάρτητα από το μιλλέτι στο οποίο ανήκαν τα άτομα που τη στελέχωναν, ωστόσο, κατά κανόνα οι συντεχνίες οργανώνονταν είτε σε θρησκευτική βάση (μουσουλμανικές, χριστιανικές ή εβραϊκές) είτε σε τοπική (ανάλογα με τον τόπο προέλευσης των ομότεχνων ή των προϊόντων που εμπορεύονται) (Ασδραχάς, 2003: 404 & 407 – 408).  Ωστόσο, τόσο οι μουσουλμανικές όσο και οι χριστιανικές συντεχνίες δεν παρουσίαζαν ουσιαστικές διαφορές ως προς την οργανωτική τους διάρθρωση: «Οι συντεχνιακές ιεραρχίες [...] διακρίνονται σε δύο επίπεδα: στο επίπεδο του εργαστηρίου και στο επίπεδο της συσσωμάτωσης των επαγγελμάτων, συνήθως αλλά όχι αποκλειστικά ομοειδών. Στο εσωτερικό κάθε επιμέρους επαγγελματικής δραστηριότητας, στο εργαστήρι του βιοτέχνη ή στη διακινούμενη ομάδα εργασίας, οι ιεραρχίες εκδηλώνονται σε τρία επίπεδα που αντιστοιχούν α) στη μαθητεία, β) στην απόκτηση της επαγγελματικής δεξιότητας και γ) στη δυνατότητα αυτόνομης άσκησης του επαγγέλματος [...]» (Ασδραχάς, 2003: 411).[3] Ο διοικητικός και θεσμικός τρόπος οργάνωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτυπώνεται έτσι στην εσωτερική οργάνωση της συντεχνίας, η οποία, από τη μια, εκφράζει τον πατερναλιστικό χαρακτήρα του κρατικού ρυθμιστικού μηχανισμού, με το αλληλέγγυο των μελών της συντεχνίας, την κοινωνική και επαγγελματική τους υποστήριξη[4] αλλά και τον έλεγχο των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, και, από την άλλη, την πατριαρχική οργάνωση και τάξη των κοινωνικών θεσμών της αυτοκρατορίας.
Η κάθετη ιεραρχική δομή του εργαστηρίου (usta, kalfa, cirak) και το σύστημα των συντεχνιών με τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκούσαν στην κοινωνικο - οικονομική ζωή των ατόμων θα αρχίσουν από τον 18° αιώνα να υπονομεύονται από τις νέες οικονομικές συγκυρίες που αναπτύσσονται στη Δύση. Έτσι, τον 18° αιώνα αρχίζουν να παρατηρούνται κάποιες σημαντικές διαφοροποιήσεις στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος ως απότοκα της ανάπτυξης των εμπορικών ανταλλαγών με τη Δύση και της μετάβασης από την οικοτεχνική αυτοκαταναλωτική στη βιοτεχνική καταναλωτική παραγωγή: «[...] τούτο δεν σημαίνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια απότομη εισαγωγή παραδοσιακής βιοτεχνικής τεχνολογίας σε κοινωνίες όπου οι απασχολήσεις άρχιζαν με την κτηνοτροφία και τη γεωργία και τέλειωναν σ' αυτές: σημαίνει πολλαπλασιασμό, ένταση και βελτίωση μιας παραγωγής και μιας δεξιότητας που χάνονται μέσα στο χρόνο» (Ασδραχάς, 2003: 396).  Μέσα σε αυτό το κλίμα οικονομικής ευφορίας οι συντεχνίες οργανώνονται στη βάση της εμπορικής λογικής του κέρδους, αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία κινήσεων και εξωστρέφεια, ενώ ταυτόχρονα ενδυναμώνουν την πολιτική και κοινωνική τους θέση και ισχύ. Ωστόσο, η ανάπτυξη νέων τεχνικών και νέων οικονομικών σχέσεων σε συνδυασμό με την εμμονή στην παράδοση και την άρνηση για νεωτερισμούς, τόσο των μελών των συντεχνιών όσο και της κεντρικής οθωμανικής διοίκησης, θα οδηγήσουν σταδιακά το σύστημα των συντεχνιών σε αποδιάρθρωση προς όφελος των κεφαλαιοκρατικών παραγωγικών σχέσεων.

Βιβλιογραφία
 Andreades, A. M. (2001). Η Οικονομική Ζωή του Βυζαντινού Κράτους. Στο N.H. Baynes & H. St. L. B. Moss (Eds) Βυζάντιο. Εισαγωγή στο Βυζαντινό Πολιτισμό. Αθήνα: Παπαδήμας.
Ασδραχάς, Σ. (2003). Ελληνική Οικονομική Ιστορία ΙΕ΄ - ΙΘ΄ αιώνας (τ. Α΄). Αθήνα: ΕΤΒΑ Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα.
Λουκάτος, Δ. Σ. (1992). Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία. Αθήνα: ΜΙΕΤ.  
Νειάδας, Ε. Β. (1956). Συντεχνιακή οργάνωσις εν Κωνσταντινουπόλει, κατά το «Επαρχιακόν» Λέοντος του Σοφού. Αθήνα.
Nicholas, D. (1999). Η Εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου. Κοινωνία, Διακυβέρνηση και Σκέψη στην Ευρώπη 312 – 1500. Αθήνα: ΜΙΕΤ.
Τοντόροφ, Ν. (1986). Η Βαλκανική Πόλη 15ος - 19ος αιώνας. Κοινωνικο - οικονομική και Δημογραφική Ανάπτυξη. (Μτφρ. Ε. Αβδελά και Γ. Παπαγεωργίου). Αθήνα: Θεμέλιο.
Χριστοφιλόπουλος, Α. (1935). Το Επαρχιακόν Βιβλίον Λεοντος του Σοφού και αι Συντεχνίαι εν Βυζαντίω. Αθήναι.

 



[1] Σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου θα σχηματοποιηθούν άλλες μορφές επαγγελματικής οργάνωσης, όπως ο συνεργατικός συνεταιρισμός της βιοτεχνίας της γούνας στην Καστοριά, η ομοσπονδία «του Κοινού των Ζαγορισίων», οι ομοσπονδίες στα Χάσικα και στα Μαδεμοχώρια της Χαλκιδικής, το «Κοινό του Μελένικου», αλλά και πρωτογενείς μορφές συνεταιριστικής οργάνωσης, όπως τα τσελιγκάτα, οι σερμπιές, τα μιτάτα, τα παραδιάρικα και τα κοινάτα (Κρήτη), οι συνεταιριστικές των ψαράδων (Αγχίαλος, Σωζόπολη κ.ά.), οι συνεργατικές των σφουγγαράδων (Αίγινα, Ύδρα κ.ά.), αλλά και οι συνεργατικές της πλανόδιας εργασίας (Χατζημιχάλη, 1953: 9).

[2]  Πρβλ. π.χ. την αντιδικία ανάμεσα στους «πανάδες» και τους «μανδηλάδες» της Λάρισας για τον ακριβή προσδιορισμό της απασχόλησης και την οριοθέτηση της παραγωγής της κάθε μιας.
[3]  Για την εσωτερική οργάνωση του εργαστηρίου βλ. Τοντόροφ, 1986: 163 -165. Για την εσωτερική διοίκηση μιας χριστιανικής συντεχνίας βλ. Χατζημιχάλη, 1953: 10 - 12.
[4]   Οι συντεχνίες δεν περιορίζονταν μόνο στα στενά συντεχνιακά τους συμφέροντα αλλά είχαν και έντονη κοινωνική δράση. Για την κοινωνική δράση των συντεχνιών και τη σχέση τους με τις Αδελφότητες και τα Αδελφάτα βλ. Χατζημιχάλη, 1953: 4 - 5 & 12 - 14.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Η έννοια της οικουμενικότητας στο Βυζάντιο



Η έννοια της οικουμενικότητας στο Βυζάντιο
του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή

          Με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης από τον Μ. Κωνσταντίνο (324-337 μ.Χ.) το πολιτικό και πολιτιστικό επίκεντρο της οικουμένης μεταφέρεται και πάλι από τη Δύση στην  Ανατολή, εκεί που βρίσκονταν και τα νευραλγικά σημεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 
          Το νέο Imperium Romanum θα συγχωνεύσει σε ένα κράμα τη χριστιανική πίστη και το χριστιανικό ηθικό νόμο, την πνευματική παράδοση του ελληνισμού, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη ρωμαϊκή κρατική οργάνωση, τα οποία θα αποτελέσουν και τη νομική βάση των οικουμενικών αξιώσεων της αυτοκρατορίας[1]. 

Η κληρονομιά της ιδέας της οικουμενικότητας

          «[…] ότι με όλα όσα αναγκάστηκα να κάνω επιδίωκα δύο σκοπούς.  Αφενός ήθελα να συγχωνεύσω τις θρησκευτικές ιδέες όλων των εθνών σε μια ενιαία στάση, αφετέρου να γιατρέψω το σώμα της οικουμένης μας που έπασχε σαν από βαριά αρρώστια και να το κάνω ανθεκτικό»[2].  Τα λόγια αυτά που ανήκουν στον Μ. Κωνσταντίνο, ιδρυτή της Κωνσταντινούπολης και πρώτου βυζαντινού αυτοκράτορα, αλλά όχι και τελευταίου ρωμαίου αυτοκράτορα, εκφράζουν και τη φιλοσοφία της πολιτικής ορθοδοξίας, την οποία θα πρεσβεύει η βυζαντινή αυτοκρατορία σε ολόκληρη τη μακραίωνη ιστορική της διαδρομή.  Η αυτοκρατορία αντιπροσωπεύει τον κόσμο, την οικουμένη, που αποτελεί το ιδεώδες όριο και τέλος της κυριαρχίας της[3], η οποία θεμελιώνεται στη μεταφυσική ιδέα ότι μόνο μια νόμιμη αυτοκρατορία υπάρχει στον κόσμο, αντανάκλαση της ουράνιας. 
          Η "σύλληψη" του τότε πολιτισμένου κόσμου ως οικουμένης δεν ήταν βέβαια καινούργια.  Οι Ρωμαίοι, των οποίων οι Βυζαντινοί ποτέ δεν έπαψαν να πιστεύουν πως είναι οι αυθεντικοί κληρονόμοι και συνεχιστές τους, στηριζόμενοι στη στωϊκή-ελληνιστική ιδέα του κόσμου ως πόλης, στην οποία ανήκουν όλα τα έλλογα όντα, έδωσαν στην έννοια οικουμένη μια πολιτική διάσταση: η οικουμένη είναι ο κόσμος (orbis terrae) στον οποίο και επί του οποίου καλείται η Ρώμη να κυριαρχήσει.  Με αυτή την ιδέα συντάχτηκε και η χριστιανική αντίληψη της οικουμένης: η οικουμένη είναι ο κόσμος στο σύνολό του, στον οποίο πρέπει να διαδοθεί η διδασκαλία του Ευαγγελίου. 
          Ο νέος κόσμος που θα δημιουργηθεί, με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη, θα συνέχεται από τις συνεκτικές δυνάμεις της ορθοδοξίας και της ελληνοφωνίας.  Η αναγνώριση της χριστιανικής εκκλησίας από τον Μ. Κωνσταντίνο και ο προσεταιρισμός του ελληνικού και εξελληνισμένου στοιχείου, που θα στελεχώσει την αυτοκρατορική διοίκηση, θα σχηματίσει τη βάση για την ανάπτυξη του οικουμενικού κράτους της χριστιανοσύνης, ανταποκρινόμενο στις θρησκευτικές και πολιτικές προσδοκίες της ρωμαϊκής ανατολής.
          Παρ' όλα αυτά υφίστανται οι ιδιαιτερότητες των περιοχών που συγκροτούν τη βυζαντινή αυτοκρατορία σε επίπεδο εθνοτήτων, γλωσσών, νοοτροπιών, ηθών και εθίμων, οικονομικής ζωής, θεσμών, παραδοσιακών δομών και ιεραρχιών.  «Η μεγάλη διαφοροποίηση συνιστά έναν από τους βασικούς παράγοντες της όλης εξέλιξης της αυτοκρατορίας»[4].  Έτσι, οι προσπάθειες των κυβερνήσεων να επιβάλουν πολιτική ενότητα και νοοτροπία συμμετοχής, δηλαδή όχι μόνο διοικητική αλλά και ιδεολογική υποταγή βασιζόταν: «α) στην ιδέα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του αυτοκράτορα […], β) στον ελληνικό πολιτισμό […], γ) στη χριστιανική ορθοδοξία[…], δ) στο κοινό δίκαιο […]»[5]. 
          Κεντρικό, επίσης, γνώρισμα της ιδέας της αυτοκρατορίας, όπως αυτή κληροδοτήθηκε από τη ρωμαϊκή παράδοση, είναι, από τη μια, η αιωνιότητα, η Ρώμη είναι urbs aeterna και, από την άλλη, η ασταμάτητη ανακαίνιση και ανανέωση, η renovatio.  Η μεταφορά της αυτοκρατορίας, από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, πήρε την έννοια της ανανέωσης (renovatio Imperii), κληρονομώντας και την aeternitas.  Έτσι, η ρωμαϊκή ιδέα του αιώνιου και αήττητου απόκτησε μια σχεδόν μυστικιστική σημασία για τους πιστούς της, γιατί το χριστιανικό ρωμαϊκό κράτος δεν μπορούσε ποτέ να χαθεί[6] ως εκτελεστικό όργανο του θείου σκοπού.
 
Κυριότερα χαρακτηριστικά στοιχεία του οικουμενικού ρόλου του βυζαντινού κράτους

Το ομόδοξον και ομόγλωσσον

          Η αυτοκρατορική εξουσία της Ρώμης αντλούσε την ισχύ της από το ρωμαϊκό δίκαιο, στο οποίο είχαν υπεισέλθει αρκετοί ελληνιστικοί θεσμοί, την πειθαρχία των στρατιωτών της, την αυτάρκη οικονομίας της, την πολιτισμική της ανωτερότητα - ιδιαίτερα αφού ενσωμάτωσε τον ελληνιστικό κόσμο - και την ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη, που όλοι επιζητούσαν: "civis Romanum sum" αυτοπροσδιορίζονταν οι πολίτες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.  Αυτή ήταν και η μυστική δύναμή της.  Η Constitutio Antoniniana (de civitate) αποτελεί το ρωμαϊκό πρόδρομο του πιο χαρακτηριστικού γνωρίσματος της οικουμενικότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας. 
          Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία προσέγγιζε το θέμα αυτό με διοικητικές διαδικασίες.  Αντίθετα, «το βυζαντινό επίτευγμα στηρίχτηκε σε πνευματικές και πολιτισμικές συνεκτικές δυνάμεις, στη χριστιανική θρησκεία και την ελληνική γλώσσα, οι οποίες δημιούργησαν σταδιακά ένα ομόδοξο και ομόγλωσσο περιβάλλον.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η βυζαντινή πολιτεία κατάφερε να αναπλάσει τη ρωμαϊκή σκέψη για συγχώνευση και αφομοίωση επιδράσεων διαφορετικών κόσμων και πολιτισμικών παραδόσεων και να παγιώσει το ομότροπο, δηλαδή την ουσιαστική και συνειδητή συγκρότηση ενιαίας ανθρώπινης κοινότητας»[7].
          Έτσι, στο Βυζάντιο δημιουργούνται οι ενωτικές εκείνες προϋποθέσεις ενός διασπασμένου και πολύμορφου κόσμου: η ρωμαϊκή κληρονομιά της έννοιας της οικουμένης στη διατύπωση του διοικητικού της συστήματος και ιδιαίτερα στη διοίκηση του στρατού, οι ελληνιστικοί θεσμοί και το ρωμαϊκό δίκαιο στην εσωτερική συγκρότηση του κράτους, αλλά προπαντός η χριστιανική πίστη και η ελληνόγλωσση πνευματική δημιουργία θα αποτελέσουν τις κύριες δυνάμεις που θα συγκροτήσουν ενιαία εθνική συνείδηση μέσα σε μια πολυεθνική οικουμένη.
Η ιδέα της μιας και μοναδικής, πραγματικής και γνήσιας αυτοκρατορίας

          Η ιδέα ότι το Imperium πραγματώνει το έργο της Θείας Πρόνοιας «αποκλείει να υπάρχουν περισσότερες από μια αυτοκρατορίες πάνω στη γη»[8].  Η ύπαρξη, ωστόσο, και άλλων ηγεμόνων έξω από τα όρια της βυζαντινής κυριαρχίας δεν αντιστρατευόταν στις αντιλήψεις των Βυζαντινών την ιδέα της μιας νόμιμης αυτοκρατορίας, επειδή ο βυζαντινός κόσμος έχει μια κάθετη οργάνωση[9] και η βυζαντινή κοινωνία διατήρησε πάντα τη μορφή μιας αξιοκρατικής κοινωνίας, κάτι που εύκολα διαπιστώνεται ακόμη και αν κοιτάξει κανείς την ιεράρχηση των εικονογραφικών προγραμμάτων των εκκλησιαστικών καθιδρυμάτων. 
          Έτσι, «η οικουμένη […] αποτελεί μια τεράστια ιεραρχημένη οικογένεια λαών και ηγεμόνων με επικεφαλής τον "βασιλέα των Ρωμαίων", δηλαδή τον βυζαντινό αυτοκράτορα.  Μετά από αυτόν ακολουθούν με σειρά "συγγενείας", τα "πνευματικά τέκνα" του […], οι "πνευματικοί αδερφοί" (…), οι "φίλοι" του (…) και τέλος οι "δούλοι" του (…).  Όλοι αυτοί, όμως, είναι ολοφάνερα κατώτεροι από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, δεν έχουν καν τον τίτλο του "βασιλέως" (= αυτοκράτορα) και γι' αυτό δεν διασπούν την ιδέα της μιας και μοναδικής, πραγματικής και γνήσιας αυτοκρατορίας»[10].
          Γι' αυτό και στο Βυζάντιο αναπτύχθηκε η έννοια του δίκαιου πολέμου (justum bellum).  Οποιοσδήποτε πόλεμος της αυτοκρατορίας είχε αμυντικό χαρακτήρα και ο στρατός της οικουμενικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προστάτευε την ασφάλεια των πολιτών, επιβάλλοντας την τάξη και την ειρήνη.  Παράλληλα οι διεκδικήσεις, εδαφικές ή οικονομικές, προσέβαλαν την επί της γης ουράνια βασιλεία, που αντιπροσωπεύονταν από τον αυτοκράτορα[11]. 
          Η ρωμαϊκή τάξη και η ρωμαϊκή ειρήνη εμπλουτισμένες με το πανανθρώπινο μήνυμα της νέας θρησκείας ερμηνεύουν έτσι τη βυζαντινή πολιτική της οικουμενικότητας: ο "βασιλεύς-αυτοκράτορας", που είναι η εικόνα του Χριστού επί της γης και με βασιλική εξουσία επί του συνόλου της οικουμένης, αντιπροσωπεύει την ειρήνη.  Κάθε αμφισβήτηση της χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορικής ιδέας πρέπει να τιμωρείται από το νόμο.  Μόνο έτσι μπορεί να πραγματωθεί ο στόχος της βυζαντινής πολιτείας που είναι η σωτηρία της ψυχής των πολιτών με την καθημερινή ηθική άσκηση.

Ο αυτοκράτορας και η αυτοκρατορική εξουσία

          Η θρησκευτική προέλευση της αυτοκρατορικής εξουσίας αποτέλεσε τη βάση των πολιτικών και πολιτειακών θεσμών της βυζαντινής αυτοκρατορίας.  Η πολιτική θεωρία της οικουμενικής μοναρχίας και της διακυβέρνησης του κράτους από τον αυτοκράτορα, τον εκπρόσωπο του Θεού επί της γης, έχει τις ρίζες της σε αντίστοιχες ρωμαϊκές πολιτικές θεωρίες συγχωνευμένες όμως με τη νέα πίστη, τον χριστιανισμό.
          Ενώ παλαιότερα οι αντιλήψεις για τον αυτοκράτορα απόληγαν στην θεοποίησή του, ο χριστιανισμός μεταβάλλει τις αντιλήψεις αυτές και έτσι ο αυτοκράτορας γίνεται "δούλος Θεού", επειδή τον αυτοκράτορα τον εκλέγει ο Θεός και μόνο χάρη σε Αυτόν μπορεί να ασκήσει την εξουσία του.  Είναι ο «αξιωματούχος του Θεού στη γη, είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού»[12].  Τα σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας, η σταυροφόρος σφαίρα, το σκήπτρο και το αυτοκρατορικό στέμμα, είναι τα σύμβολα της θεϊκής προέλευσης της εξουσίας.  Το στέμμα, άλλωστε, στην ιεροτελεστία της στέψης, προσφέρεται ευλογημένο από τον πατριάρχη, που στη γλώσσα των θεσμών σημαίνει πως ο πατριάρχης απονέμει την εξουσία στον αυτοκράτορα και έτσι η διαδικασία εκλογής ερμηνευόταν ως αποκάλυψη της θείας θέλησης. 
          Βέβαια, ο αυτοκράτορας είναι ο εκλεκτός του Θεού αλλά εκλέγεται από τρεις καθεστωτικούς παράγοντες: το Στρατό, τη Σύγκλητο και το Λαό, διατηρώντας έτσι τον ζωτικό νόμο της παλαιάς ρωμαϊκής αριστοκρατίας, που απαιτούσε να καταλάβει τον θρόνο ο άριστος και ο ισχυρότερος.  Έτσι, ο υπερβατικός χαρακτήρας της αυτοκρατορικής εξουσίας και επομένως «η απαλλαγή από κάθε νομική εξάρτηση»[13] περιοριζόταν ουσιαστικά, γιατί έπρεπε η εξουσία του να βασίζεται στον σεβασμό της δικαιοσύνης.  Αυτό απέρρεε τόσο από το πνεύμα της στωικής φιλοσοφίας, ο βασιλιάς ήταν έμψυχος νόμος, όσο και από τη χριστιανική αντίληψη, ότι δηλαδή η διακυβέρνηση της πολιτείας πρέπει να διέπεται από την αρχή της δικαιοσύνης. 
Ο συγκερασμός χριστιανικών και ρωμαϊκών αντιλήψεων για τον αυτοκράτορα και την αυτοκρατορική εξουσία, εμπόδισαν το πολίτευμα να μεταβληθεί σε δεσποτικό και επέτρεψαν να αναπτυχθούν ως θεμελιώδεις αρχές του βυζαντινού πολιτεύματος η δικαιοσύνη, η φιλανθρωπία και η "κατ' οικονομίαν" άσκηση της εξουσίας[14].

Η Κωνσταντινούπολη

          Η Κωνσταντινούπολη αποτελεί για τους Βυζαντινούς οργανική συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης.  Είναι το κέντρο του πολιτισμένου κόσμου που αποβλέπει, υπό την αιγίδα της, να ενώσει το χριστιανικό κόσμο.  Εκεί βρίσκεται, άλλωστε, η έδρα του αυτοκράτορα, του μόνου που φέρει τον τίτλο "αυτοκράτωρ Ρωμαίων" και η έδρα του πατριάρχη που θέλει να είναι "Οικουμενικός".  Η Κωνσταντινούπολη, που από την ίδρυσή της μπήκε κάτω από την προστασία της Παρθένου[15], κατέχει την κορυφή της τάξης των πόλεων, επιβεβαιώνοντας την κάθετη οργάνωση του βυζαντινού κόσμου.  Ο αυτοκράτορας, ο πατριάρχης και η Κωνσταντινούπολη «αποτελούν τις βάσεις της αναμφισβήτητης εξουσίας του βυζαντινού κόσμου πάνω στην οικουμένη»[16].

Κριτική αποτίμηση της ιδέας της οικουμενικότητας

Η πεποίθηση πως η αυτοκρατορία ήταν δημιούργημα θελήσεως του Θεού εξηγεί, τρόπον τινά, την εμμονή των Βυζαντινών στην παράδοση.  Η απολυταρχία θα παραμείνει αμετάβλητη, γιατί παρ' όλο που ο αυτοκράτορας μπορεί να ανατραπεί, δεν μπορεί να ανατραπεί το πολίτευμα.  Τόσο ο βυζαντινός αυτοκράτορας όσο και το βυζαντινό κράτος υπερασπίζονται την πίστη και μάχονται για χάρη του Θεού.
Στην εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου συνδυάζεται η ρωμαϊκή ιδέα της παγκόσμιας αυτοκρατορίας με την ελληνική αντίληψη των "βαρβάρων" με ένα τρίτο στοιχείο που έδωσε σε αυτήν την πολιτική  την αίσθηση ενός σκοπού και μια ηθική θεμελίωση: τη χριστιανική παράδοση.  Η πολιτική οργάνωση του κόσμου αποτελεί μέρος του γενικότερου σχεδίου του Θεού για το σύμπαν.  Όπως η οικουμενική δομή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας είχε ανοίξει το δρόμο για την προέλαση της χριστιανικής πίστης, έτσι και οι "Ρωμαίοι", ο εκλεκτός λαός, επρόκειτο να διαδώσουν την ευαγγελική διδασκαλία σε όλα τα έθνη της γης.  Η "Pax Romana" συνδέθηκε με την "Pax Christiana"[17] και άρα το ιεραποστολικό έργο της εκκλησίας. 
Παράλληλα, οι Βυζαντινοί είχαν θέσει σε εφαρμογή ένα περίπλοκο και επαναλαμβανόμενο διπλωματικό πρότυπο είτε αφομοίωσης των βαρβάρων που τους απειλούσαν, είτε στρέφοντάς τους εναντίον άλλων εχθρών του κράτους.  Πέρα από τα σύνορά τους είχαν δημιουργήσει μια αλυσίδα πελατειακών κρατών που αναγνώριζαν την πρωτοκαθεδρία του βυζαντινού αυτοκράτορα και αποδέχονταν την χριστιανική πίστη, δύο κομβικά σημεία στη "σύλληψη" της οικουμενικής ιδέας.
Η νομισματική πολιτική της βυζαντινής αυτοκρατορίας «αποτελεί εικαστική επίσημη έκφραση της προβολής του αυτοκρατορικού ιδεώδους»[18] και αναφορά στη νόμιμη εξουσία, που θεμελιώνεται σε ένα μεταφυσικό κοσμοείδωλο και επιδιώκει την ειρήνη και την τάξη στην οικουμένη. 
Η πνευματική παράδοση του χριστιανισμού, θρεμμένη και από τη φιλοσοφική εδραίωση της ορθής πίστης, μέσω της διαλεκτικής και αντιρρητικής θεώρησης των προβλημάτων από την ελληνική και ελληνιστική φιλοσοφία, άμβλυναν τη μηδαμινότητα που αισθανόταν ο μεσαιωνικός άνθρωπος από την ίδια την ιδέα της οικουμένης, δηλαδή του απέραντου χώρου και του αιώνιου χρόνου, και λειτουργούσαν έτσι ως κεντρομόλες δυνάμεις των φυγόκεντρων τάσεων. 
Ωστόσο, στις μεγάλες μητροπόλεις της Ανατολής, εκεί όπου η ελληνιστική παράδοση της πόλης θα παραμένει ζωντανή, και γενικά όπου η ελληνική παιδεία θα αντιπαλέψει με το χριστιανισμό θα αναπτυχθούν αιρέσεις και ποικίλες ιδεολογικές ζυμώσεις, που θα υπονομεύσουν το ομόδοξον και ομόγλωσσον του βυζαντινού κράτους προετοιμάζοντας το έδαφος για την αραβική κατάκτηση. 
Η βυζαντινή ιδέα της οικουμενικότητας απέφερε θετικά αποτελέσματα στον τομέα του πνευματικού πολιτισμού: διαφύλαξε για την Ευρώπη το ρωμαϊκό δίκαιο με τη συστηματική καταγραφή του, με τις ιστορίες των χρονογράφων του κατέγραψε όχι μόνο τα κατορθώματα της αυτοκρατορίας αλλά και των γειτονικών λαών, και με την χριστιανική τέχνη, που στηρίχθηκε στο υφολογικό υπόστρωμα της αντικλασικής τεχνοτροπικής τάσης της ύστερης αρχαιότητας, απέδωσε καλύτερα την κοσμοθεωρία της νέας θρησκείας και την έκανε προσιτή στο λαό. 
Με κυρίαρχους, λοιπόν, ιδεολογικούς μηχανισμούς την αυτοκρατορική ιδέα της εξουσίας και το ρωμαϊκό δίκαιο, αλλά και τη χριστιανική πίστη και την ελληνική γλώσσα το Βυζάντιο διατράνωνε την αποκλειστικότητα της ιδέας της ρωμαϊκής οικουμένης. 

Επίλογος

          Η ιδέα της οικουμενικότητας στη βυζαντινή πολιτική ιδεολογία είναι κεντρική αλλά συγχρόνως και διαιρετική.  Η προσήλωση σε αυτήν ή η εγκατάλειψή της - συνήθως πρόσκαιρη - υπαγορεύονται από τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.  Η μια κατεύθυνση αποβλέπει στη συγκέντρωση των εθνικών προσπαθειών στο χώρο που μπορεί το Βυζάντιο να προασπίσει και η άλλη αποβλέπει στην ανασύσταση της ρωμαϊκής οικουμενικής αυτοκρατορίας.  Έτσι, εξηγούνται και οι κοινωνικές, πνευματικές και θρησκευτικές κρίσεις που γνώρισε το Βυζάντιο στην ιστορική του διαδρομή.





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μτφρ. Τ. Δρακοπούλου, Αθήνα 1997.
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, "Ελληνισμός και Βυζάντιο", Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. Ζ', Αθήνα 1978, σ. 6-29.
Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, Πάτρα 1999.
Ευσέβιος, Vita Constantini.
Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, Θεσσαλονίκη 1992.
Ν.Σβορώνος, Η Βυζαντινή Επαρχία, Αθήνα χ.χ.


N. H. Baynes - H. ST. L. B. Moss, Βυζάντιο. Εισαγωγή στο βυζαντινό πολιτισμό, Αθήνα 2001.
H. G. Beck, Η Βυζαντινή Χιλιετία, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα, 1992.
D. Obolensky, Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, τ. Β', μτφρ. Γ. Τσεβρεμές, Θεσσαλονίκη 1991.   












[1] Βλ. Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 8.
[2] Ευσέβιος, Vita Constantini, II, 64.
[3] Βλ.N. H. Baynes - H. ST. L. B. Moss, Βυζάντιο. Εισαγωγή στο βυζαντινό πολιτισμό, Αθήνα 2001, σ. 384 .
[4] Βλ.Ν.Σβορώνος, Η Βυζαντινή Επαρχία, Αθήνα χ.χ , σ.15.
[5] Στο ίδιο, σ. 16.
[6] Βλ. Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, ό.π., σ. 12.
[7] Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, Πάτρα 1999, σ. 29.
[8] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, ό.π., σ. 8.
[9] βλ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μτφρ. Τ. Δρακοπούλου, Αθήνα 1997, σ. 160.
[10] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, ό.π., σ. 5.
[11] βλ. Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, ό.π., σ. 31-32.
[12] Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ό.π., σ. 158.
[13] Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των βυζαντινών, ό.π., σ. 33.
[14] βλ. Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, ό.π., σ. 61.
[15] βλ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ό.π., σ. 161
[16] στο ίδιο, σ. 161.
[17] βλ. D. Obolensky, Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, τ. Β', μτφρ. Γ. Τσεβρεμές, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 447.
[18] Χ. Γάσπαρης, Ν. Νικολούδης, Β. Πέννα, Ελληνική Ιστορία, τ. Β', Βυζάντιο και Ελληνισμός, ό.π., σ. 48.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...