Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Για το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη

Τα γεγονότα της ηρωικής πράξης και πρώτης τής αντίστασης του ελληνικού λαού ενάντια στο ναζιστή επιδρομέα είναι γνωστά.  Τα μεσάνυχτα της 30ης προς 31ης Μαΐου οι Γλέζος και Σάντος κατέβασαν τη ναζιστική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης.  Ωστόσο, τελευταία υπάρχει, κυρίως από τους φασίστες συμμάχους των ναζί, μια αμφισβήτηση αυτής καθαυτής της πράξης.
Εδώ θα επικαλεστώ τη μαρτυρία του αστυνομικού διευθυντή (Επίτιμος Α΄ Υπαρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων) Σ. Κουβά, γνωστών φρονημάτων, ο οποίος σε μια σειρά άρθρων του στο περιοδικό Αστυνομικά Χρονικά, το 1971, καταφέρεται με απίστευτο μένος και σφοδρότητα ενάντια στο ΚΚΕ.  Ωστόσο, στη σ. 373, στο τχ. Αυγούστου, 423, αναφέρεται στην ηρωική πράξη του κατεβάσματος της ναζιστικής σημαίας από τους Γλέζο-Σάντο, χωρίς να αμφισβητεί καθόλου το γεγονός αυτό καθαυτό, γράφοντας απλά ότι την περίοδο εκείνη ο Γλέζος πραγματοποίησε την πράξη αυτή, «εμφορούμενος από τα εθνικά ιδανικά της ΕΟΝ και το πνεύμα αντιστάσεως της 4ης Αυγούστου» [sic!!!].  Κι αυτή η μαρτυρία, λοιπόν, όπως η μαρτυρία Μανιαδάκη, κινείται προς τον τόπο της διαστρέβλωσης, χωρίς ωστόσο να αμφισβητεί την πράξη αυτή καθαυτή. 

Λέτε να μπορούσε να αμφισβητήσει την πράξη αυτή καθαυτή, μέσα από την πρόσβαση που είχε στα αρχεία της Ασφάλειας, και να μην το έκανε; 

Οι φασίστες σύμμαχοι των ναζί, σήμερα, αμφισβητούν την ηρωικότητα της πράξης, συναρθρώνοντας τις διαφορετικές αφηγήσεις και τονίζοντας ότι ήταν αδύνατο η ναζιστική σημαία να κυμάτιζε στον ιστό της, αφού όλοι οι στρατοί κάνουν υποστολή με τη δύση του ήλιου κττ.  Επομένως, από κάποιο κουτί που θα ήταν διπλωμένη η σημαία θα την έκλεψαν [sic!!!] και λοιπές νοητικές ασυναρτησίες, κυρίαρχο στοιχείο του φασιστικού ιδεολογικού λόγου. Διαπιστώνει, λοιπόν, κανείς ότι υπάρχει μια κλιμάκωση στο χώρο της άκρας δεξιάς για το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη: από τη διαστρέβλωση στην αμφισβήτηση (του ηρωισμού) της πράξης αυτής καθαυτής (κλιμάκωση, η οποία εκτός των άλλων φανερώνει "αποκλίνοντα χαρακτηριστικά και συμφέροντα" ανάμεσα στους συγγενικούς χώρους της άκρας δεξιάς και των φασιστών).   Η κλιμάκωση στην παρούσα συγκυρία προφανώς και δεν είναι τυχαία.  Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι είναι φυσικό οι φασίστες σύμμαχοι των ναζί να εκλαμβάνουν το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη ως προσωπική προσβολή...και, έτσι, να προσπαθούν να ακυρώσουν την ατιμωτική για αυτούς πράξη είτε με τη διαστρέβλωση είτε με την αμφισβήτησή της.

P.S. Η παρατήρηση του Κουβά μπορεί να έχει ως αφετηρία της μια 'μακροσκελή επιστολή' του Μ. Γλέζου στο περιοδικό Νεολαία, 18 (69): 576, 3-2-1940 στη στήλη αλληλογραφία, η οποία απέσπασε τα θερμά συγχαρητήρια της σύνταξης του περιοδικού και την ενθάρρυνση να στείλει πρωτότυπα κείμενα στο περιοδικό. 

 

  

   

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Βόλος, Μεταμορφώσεις του Αστικού (1830 - 1950)



ΒΟΛΟΣ - ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ (1830-1950)
του Κώστα Κυριάκη

Εισαγωγή
                   Η σύγχρονη, από τον 19ο αι. ως τα μέσα του 20ου αι., διαδρομή του Βόλου ταυτίζεται με αυτήν του αστικού κινήματος στην Ελλάδα.  Αυτή την προοδευτική εξέλιξη του αστικού κέντρου, μέσα από τις αντίστοιχες κοινωνικές και πνευματικές ζυμώσεις, καταγράφω συνοπτικά σε αυτή την εργασία.

Η δημιουργία της νέας πόλης
Για τέσσερις περίπου αιώνες, ο Βόλος διατηρεί αμετάβλητη την μεσαιωνική του μορφή, ενάντια στις απαιτήσεις του λιμανιού, λόγω της αδράνειας των οθωμανικών δομών.  Η πόλη του Βόλου απαρτίζεται από δυο μέρη.  Το ένα είναι η οθωμανική καστροπολιτεία - με δυο πύλες, μια προς τη θάλασσα και μια προς την ενδοχώρα - όπου βρίσκονται συγκεντρωμένα κατοικίες περιτριγυρισμένες από ψηλούς μαντρότοιχους, στρατώνες, το τζαμί, το σχολείο, η συναγωγή, ο λουτρώνας και μερικές αποθήκες.  Το δεύτερο είναι το "τσαρσί" ή τα "Παλαιά Μαγαζεία", το οποίο βρίσκεται στην ακτή έξω από το κάστρο και που από το 1830 έχει πάρει διαστάσεις πολυάσχολης συνοικίας.  Εκεί συγκεντρώνονται οι εμπορικές συναλλαγές της περιοχής, το τελωνείο, τα μαγαζιά, τα χάνια, τα εργαστήρια και οι αποθήκες.
Η άνοδος του διεθνούς εμπορίου στη Θεσσαλία, είχε ως επακόλουθο την ανεπάρκεια του ήδη υπάρχοντος λιμανιού, πρόβλημα το οποίο και έδωσε το έναυσμα για την ίδρυση μιας νέας πόλης.  Η λύση του προβλήματος έρχεται από την ιδιωτική πρωτοβουλία και όχι από την οθωμανική διοίκηση.  Το 1841, επωφελούμενοι από τις αρχόμενες οθωμανικές μεταρρυθμίσεις, "28 Θετταλομάγνητες και λοιποί έμποροι" ζητούν από το σουλτάνο την άδεια ανέγερσης μιας νέας πόλης στην παραλία ανατολικά του Κάστρου.  Πέντε χρόνια αργότερα εκδίδεται οικοδομική άδεια για 120 αποθήκες.  Ο συνοικισμός των Ελλήνων εμπόρων που δημιουργείται, τα "Νέα Μαγαζεία", είναι μια χρηστική συνοικία αποβάθρας με τακτική γεωμετρική διάταξη, που απλώνεται σε μήκος 1.000 μ. πάνω στην ακτή.  Το 1850 έχουν ήδη ανεγερθεί 80 μαγαζιά και αποθήκες πάνω στην παραλία.  Νέοι οικιστές προσελκύονται στην πόλη και μέχρι το 1856 έχουν προστεθεί κατοικίες, σχολείο, εκκλησία, καφενεία, ξενοδοχεία κλπ.  Η πόλη παρουσιάζει τώρα τρία διαφορετικά πρόσωπα.  "Παλαιά Μαγαζεία", "Νέα Μαγαζεία" και Κάστρο διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού τους, τη λειτουργία και την οργάνωση του χώρου τους.  Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης η απουσία δημόσιων χώρων και ενιαίου κέντρου[1].
Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 θα σημάνει την εξέλιξη του Βόλου σε πεδίο έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας  και θα μετατρέψει την πόλη, στις αρχές του 20ου αι., στο δεύτερο βιομηχανικό κέντρο της χώρας μετά τον Πειραιά, γεγονός το οποίο θα αλλάξει άρδην τόσο το κοινωνικό σκηνικό όσο και το αστικό τοπίο.

Βιομηχανία - οικονομική ζωή
          Από την ίδρυση της νέας πόλης και μετά, η πόλη του Βόλου γνώρισε σταδιακή οικονομική ανάπτυξη, η οποία, σε συνδυασμό με την επικείμενη απελευθέρωση, δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες μόνιμης εγκατάστασης και άρα ευοίωνες προοπτικές για την πληθυσμιακή της εξέλιξη.  Η προνομιακή γεωγραφική της θέση και η επικοινωνία του λιμανιού της με λιμάνια της Ευρώπης και της Ανατολής, καθώς και το ευρωπαϊκό προφίλ που της προσέδιδε η ύπαρξη ξένων ναυτιλιακών εμπορικών πρακτορείων και προξενείων, αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για το βιομηχανικό θαύμα που ακολούθησε. 
          Στην προ απελευθέρωσης περίοδο, αξίζει να σημειωθούν οι περιπτώσεις των επιχειρηματιών Χρίστου Αποστολίδη, ιδιοκτήτη μεταλλείου χρωμίου στο Τσαγκλί των Φαρσάλων, αδελφών Γκλαβάνη, ιδιοκτητών αλευρόμυλου, Αριστείδη Μουσούρη, ιδιοκτήτη ατμόμυλου, καθώς επίσης η χαλβαδοποιία Τσούγκου.
         Στην μεταπελευθερωτική περίοδο, και συγκεκριμένα στην αρχή της περιόδου αυτής, μια σειρά από δημόσια έργα (σιδηροδρομική σύνδεση Βόλου με Πήλιο και ενδότερη Θεσσαλία, κατασκευή του λιμανιού, διευθέτηση χειμάρρων, πολεοδομικό σχέδιο) σε συνδυασμό με την δημιουργία πιστωτικών οργανισμών, με αποτέλεσμα τη μείωση των επιτοκίων, δημιούργησαν νέες συνθήκες και προοπτικές ανάπτυξης, που οδήγησαν στο μετασχηματισμό της εμπορικής πόλης σε βιομηχανική.
Την περίοδο αυτή, ιδρύονται στον Βόλο οι τράπεζες Ηπείρου-Θεσσαλίας (1882), των αδελφών Κοσμαδόπουλου (1885), Αθηνών (1894), Εθνική (1897), κ.α.  Ως απόρροια του γενικότερου προσανατολισμού της κρατικής πολιτικής προς την ανάπτυξη της γεωργίας, αντικείμενο των περισσοτέρων βιομηχανικών επιχειρήσεων είναι η κατασκευή αγροτικών μηχανών και η επεξεργασία γεωργικών προϊόντων.  Σημαντικότερες επιχειρήσεις της περιοχής την εποχή εκείνη είναι η καπνοβιομηχανία των αδελφών Ματσάγγου (200 εργάτες, 25 ίπποι), το εργοστάσιο μάλλινων υφασμάτων του Οίκου Παπαγεωργίου (250 εργάτες, 60 ίπποι), το υφαντουργείο Μουρτζούκου και Αδελφών Λεβή και Σία (14 εργάτες, 56 ίπποι), τα εργοστάσια γεωργικών μηχανημάτων Μ.Κ. Σταματόπουλου και Υιών (237 εργάτες, 250 ίπποι) και Γκλαβάνη-Καζάζη (80-90 εργάτες, 60 ίπποι).  Μεγάλης σημασίας σε πανελλήνια κλίμακα υπήρξε η τσιμεντοβιομηχανία Βόλου "Όλυμπος" των Α. Αποστολίδη και Α. Χρυσοχοϊδη, η οποία μετέπειτα συγχωνεύθηκε στην Ανώνυμη Γενική Εταιρεία Τσιμέντων "Ηρακλής", ενώ άξιο αναφοράς είναι και το πλινθοκεραμοποιείο των αδελφών Σπυρίδωνα και Νικολέτου Τσαλαπάτα[2].
Αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη συμμετοχή των γυναικών , συνήθως πολύ νεαρής ηλικίας, στον δευτερογενή τομέα, μέσω της απασχόλησής τους στους κλάδους της καπνοβιομηχανίας και της υφαντουργίας, καθώς επίσης ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου οι 15.000 πρόσφυγες από τα παράλια της Μ. Ασίας που εγκαταστάθηκαν στο Βόλο[3].  Οι πρόσφυγες όχι μόνο προσέφεραν φθηνά εργατικά χέρια, αλλά δραστηριοποιήθηκαν τόσο στο εμπόριο όσο και στην ταπητουργία, ιδρύοντας δικές τους εταιρείες, συνεχίζοντας την παράδοση των προσφύγων στον τομέα αυτό.
Το 1923 ο εμπορικός και βιομηχανικός κόσμος του Βόλου κατέγραφε με ενθουσιασμό τη ζωτικότητα που παρουσίαζε η οικονομική κίνηση της περιοχής τους στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα.  Το προστατευτικό δασμολόγιο της ίδιας χρονιάς, το οποίο εφαρμόστηκε πλήρως τρία χρόνια αργότερα, δε δημιούργησε προοπτικές για την ανάπτυξη της χώρας, ενώ, αντίθετα, ευνόησε την ίδρυση πολυάριθμων μικρών επιχειρήσεων.  Οι δασμοί έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα τα εγχώρια προϊόντα να προσφέρονται σε υψηλότερες από το κανονικό τιμές, καθιστώντας αδύνατη την απορρόφησή τους από την εσωτερική αγορά.  Η κρατική πολιτική δεν προωθούσε την ανάπτυξη υγιούς βιομηχανίας, ενώ το ενδιαφέρον της παρέμενε σταθερό στην ανάπτυξη της γεωργίας, η οποία αποτελούσε την πρωταρχική πηγή πλούτου της χώρας, στάση η οποία και έδινε το στίγμα των προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής του κράτους.   
Στη δεκαετία του 1930 οι ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνθηκαν και ο δυναμισμός του Βόλου άρχισε να μειώνεται.  Αίτια: η συγκέντρωση των βιομηχανιών στο πολεοδομικό συγκρότημα Αθήνας-Πειραιά και η μεγάλη έκταση της καταναλωτικής αγοράς της περιοχής αυτής, το υψηλό κόστος μεταφοράς των πρώτων υλών και στη συνέχεια των προϊόντων στις περιοχές κατανάλωσης, στη διαφορά τιμής της καύσιμης ύλης, των υλικών κατασκευής και ανταλλακτικών με την οποία επιβαρύνονταν οι επαρχιακές βιομηχανίες, το υψηλό κόστος εργασίας, τα μεγάλα επιτόκια, το συγκεντρωτικό κράτος.  Ο υδροκεφαλισμός της πρωτεύουσας και οι γνωστές συνέπειές του στην οικονομία της χώρας βρίσκονται ήδη προ των πυλών.
         
Τοπική πολιτική σκηνή
Στα μέσα του περασμένου αιώνα, παράλληλα σχεδόν με την ίδρυση της πόλης του Βόλου, ξεκίνησε η διαδικασία του σχηματισμού των τοπικών πόλων εξουσίας από του ίδιους τους οικιστές της.  Η ένταξη του Βόλου στο ελληνικό κράτος (1881) βρίσκει την κατάσταση σε ό,τι αφορά την ανάληψη της τοπικής εξουσίας ήδη διαμορφωμένη.  Τα τοπικά πολιτικά κόμματα είναι δύο, προϊόντα και τα δύο της  συσπείρωσης επιχειρηματιών της περιοχής.  Ηγέτης του ενός, ο Γεώργιος Καρτάλης, έμπορος με οικογενειακές επιχειρήσεις στην Αίγυπτο, υποστηρικτής του Χαρίλαου Τρικούπη, σε εθνικό πολιτικό επίπεδο.  Στην αντίπερα όχθη, ο Νικόλαος Κοκωσλής, επίσης έμπορος και ιδιοκτήτης μεταξουργείου στα Λεχώνια, υποστηρικτής του  Θεόδωρου Δηλιγιάννη.  Και οι δύο συμμαχίες των Καρτάλη και Κοκωσλή με τους  Τρικούπη και Δηλιγιάννη αντίστοιχα, ήταν αποτέλεσμα συμφερόντων και όχι γνήσιας πολιτικής ταύτισης.  Ο Καρτάλης διετέλεσε δήμαρχος ως το 1891, ενώ στη συνέχεια και για μια τετραετία την σκυτάλη της δημαρχίας πήρε ο διάδοχος του Κοκωσλή, Αλέξανδρος Τοπάλης, ο οποίος με τη σειρά του την παρέδωσε στον υποψήφιο του καρταλικού κόμματος, Ιωάννη Αργύρη.
          Μετά τον πόλεμο του 1897 οι συνθήκες άλλαξαν. Η μέχρι τότε παντοδύναμη τοπική άρχουσα τάξη κλονίζεται.  Η συρροή των κολίγων στην πόλη, η ίδρυση των πρώτων βιομηχανικών επιχειρήσεων και η συγκέντρωση ξένων εργατών στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας θα οδηγήσουν στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις.  Εκφραστής της λαϊκής δυσαρέσκειας ο δικηγόρος Γεώργιος Λαναράς, θέτει υποψηφιότητα το 1899 για τη δημαρχία με αντίπαλο τον Νικόλαο Γεωργιάδη, κοινό υποψήφιο της καρταλικής και τοπαλικής παράταξης, οι οποίες μπροστά στον κίνδυνο αποκλεισμού τους από την τοπική εξουσία συνασπίζονται.  Ο Γεωργιάδης κερδίζει τις εκλογές και διατελεί δήμαρχος τις δύο επόμενες τετραετίες.  Τον Γεωργιάδη διαδέχεται ο Ιωάννης Καρτάλης, το 1907, αλλά η δημαρχία του διακόπτεται τον επόμενο κιόλας χρόνο από τον αιφνίδιο θάνατό του.
Μία νέα ανερχόμενη οικονομική δύναμη που δεν δείχνει διατεθειμένη να μείνει έξω από το τοπικό πολιτικό γίγνεσθαι είναι οι βιομήχανοι.  Και πάλι κοινό υποψήφιο αναζητούν οι δύο παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις του τόπου, τον οποίο και βρίσκουν στο πρόσωπο του Κώστα Γκλαβάνη, γνωστού βιομήχανου της πόλης.  Η δημαρχία Γκλαβάνη έχει διάρκεια δεκαεπτά συνεχή έτη, από το 1908 έως το 1925.  Στην εκλογική αναμέτρηση του 1925, κυρίαρχοι υποψήφιοι ήταν οι Κώστας Καρτάλης, της γνωστής οικογενείας, και Σπύρος Σπυρίδης, υποστηριζόμενος από την κυβέρνηση Βενιζέλου.  Νικητής αναδείχθηκε ο Σπυρίδης, ο οποίος και κατηγορήθηκε για εξαγορά των ψήφων των προσφύγων.  Διάδοχος του Σπυρίδη στη δημαρχία αναδείχθηκε ο Κώστας Καρτάλης, τον οποίο με τη σειρά του διαδέχτηκε ο Κωστής Σπυρίδης έως το 1938, ο οποίος και "έκλεισε οριστικά τον κύκλο της συμμετοχής των εκπροσώπων των πρώτων οικιστών  της πόλης στην τοπική εξουσία κατά την προπολεμική περίοδο"[4].  Μεταπολεμικά, τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα άλλαξαν το τοπικό πολιτικό σκηνικό και ο Βόλος ακολούθησε τις πολιτικές διακυμάνσεις της υπόλοιπης χώρας.

Εργατικές οργανώσεις[5]
Η ψήφιση μιας σειράς εργατικών νόμων κατά την περίοδο 1910-1914 και η τροποποίηση και κατάλληλη συμπλήρωσή τους στο Μεσοπόλεμο, συνοδεύτηκε από απόπειρες πολιτικής χειραγώγησης των εργατικών οργανώσεων αλλά και βίαιης καταστολής.
          Στα τέλη του 1908, ιδρύεται το Εργατικό Κέντρο Βόλου, στους κόλπους του οποίου συγκαταλέγονται δημοτικιστές, διανοούμενοι, συνδικαλιστές κ.ά.  Ωστόσο, η διδασκαλία της δημοτικής στο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Βόλου, υπό την καθοδήγηση του Αλέξανδρου Δελμούζου, σε συνδυασμό με την υποστήριξη του Κέντρου σε απεργιακές κινητοποιήσεις, ξεσήκωσαν την μήνιν των συντηρητικών κύκλων και οδήγησαν τόσο στο κλείσιμο του Παρθεναγωγείου, όσο και στην διάλυση του Εργατικού Κέντρου στα τέλη του 1911.  Ένα χρόνο αργότερα ιδρύεται η Πανεργατική Ένωση Βόλου, και το 1918 μεσολαβεί η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚΕ) και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ).  Το 1919, η Πανεργατική Ένωση διασπάται και ιδρύεται από τους διαφωνούντες με τους χειρισμούς της διοίκησης της το Εργατικό Κέντρο, με πρόεδρο τον Α. Καράμπελα.   Στις 15 Φεβρουαρίου 1921 οργανώνεται από τους εναπομείναντες στην  Ένωση διαδήλωση κατά της αύξησης της τιμής του ψωμιού, η οποία ακολουθείται από βίαια επεισόδια ("Φεβρουαριανά").   Μετά τα Φεβρουαριανά, δημιουργούνται τρεις κατηγορίες εργατών: οι "υγιείς", οι "εκμεταλλευταί της εργατικής ιδέας" και οι "παραπλανηθέντες από επιτηδείους".   Η Πανεργατική Ένωση θεωρείται υπεύθυνη για τα επεισόδια και στις αρχές του 1922 διαλύεται, για να την διαδεχτεί, το 1924, το Πανεργατικό Κέντρο Βόλου που ενοποίησε προσωρινά όλα τα σωματεία της πόλης.  Η εκλογή του Αλέκου Καποδίστρια στην θέση του Γενικού Γραμματέα θα οδηγήσει, το 1926, τα σωματεία "Αλληλεγγύη" και "Ομόνοια" στην επανασύσταση του Εργατικού Κέντρου του 1919.  Στο Πανεργατικό Κέντρο θα υπαχθεί και η Καπνεργατική Ένωση.  Οι συντηρητικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις συσπειρώνονται στο Εργατικό Κέντρο, ενώ τα εναπομείναντα στο Πανεργατικό Κέντρο σωματεία ιδρύουν το 1928 την Εργατική Ένωση.  Το 1930 ιδρύονται τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα (ΑΕΣ), το Εργατικό Κέντρο-ΓΣΕΕ και το Εργατικό Κέντρο-ΑΕΣ.  Κυρίαρχα στοιχεία, η διάσπαση αλλά και η μαχητικότητα από άποψη κρατικής καταστολής.  Το 1932 διαλύεται η Καπνεργατική Ένωση με δικαστική απόφαση, μετά την μαζικότερη καπνεργατική απεργία, ενώ μεταξύ 1934-1935 δεκαεννέα οργανώσεις διαλύονται για προληπτικούς λόγους.  Τη γενική απεργία της 13ης Μαίου 1936, ακολούθησε στις 2 Ιουνίου, η μαζικότερη διαδήλωση των μεσοπολεμικών χρόνων.  Η άνοδος του Ι. Μεταξά στην εξουσία τον Αύγουστο του 1936 βρίσκει όλες τις εργατικές ενώσεις υποχρεωτικά ενταγμένες στο Εργατικό Κέντρο.
          Ο "φόβος" του Βενιζέλου για "σύμπηξη κοινού μετώπου εργατών-αγροτών με σκοπό την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξεως θα υλοποιούνταν κατά μια έννοια στη δεκαετία του 1940"[6].

 

 Πνευματική ζωή
Τα πολιτιστικά δρώμενα του Βόλου και της ευρύτερης περιοχής του σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα, όπως ήταν φυσικό, από τις εξελίξεις στην ιστορική του διαδρομή. 
          Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 συνέτεινε αποφασιστικά στην πληθυσμιακή ανάπτυξη του Βόλου.  Έτσι, ο πληθυσμός της πόλης, από τέσσερις χιλιάδες που ήταν το 1881, αυξήθηκε σταδιακά, με αποκορύφωμα το 1916, οπότε και είχε δεκαπλασιαστεί.  Στερούνταν, ωστόσο, κοινής καταγωγής, παράδοσης και πολιτιστικής ταυτότητας.  Ώσπου να καλυφθούν τα κενά, τόσο λόγω της αλλαγής του τρόπου μεταφοράς όσο και των ιστορικών συγκυριών, το πληθυσμιακό σκηνικό είχε μεταβληθεί.  Οι σεισμοί του 1945-1955, αλλά κυρίως το φαινόμενο της αστυφιλίας που έπληξε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο τις δεκαετίες του '60 και του '70, δεν επέτρεψαν στο Βόλο να έχει μόνιμο γηγενή πληθυσμό μακροχρόνια.  Αποτέλεσμα αυτού, οι αλλεπάλληλες  εναλλαγές πολιτιστικών φαινομένων και τάσεων, χωρίς όμως διάρκεια και συνέχεια.
          Αρχικά ανθούν στο Βόλο τα ιστορικά μελετήματα με σημαντικότερους δημιουργούς τους Περικλή Αποστολίδη, Δημήτριο Τσοποτό, Ρήγα Καμηλάρη, Νικόλαο Γεωργιάδη και πλήθος άλλων.  Στις αρχές του 20ου αι. την ποιητική παραγωγή εκπροσωπούν οι Νικόλαος Μαργωμένος, Αγησίλαος Ηλιόπουλος, Ιωάννης Παπαγιάννης, Μήτσος Θώμος και Φάνης Μιράνας, και λίγο αργότερα οι επίγονοι του παλαμισμού Δημήτρης Κασσαβέτης, Κούλα Γιοκαρίνη, Φαίδων Μακρής και ο Κώστας Κακλαντζής, ενώ στην περίοδο της κατοχής και στα μετασεισμικά χρόνια την σκυτάλη παίρνουν ο Λευτέρης Ραφτόπουλος με τις συλλογές του "Καλοσύνη",  "Εφτά Πληγές", "Αποστασία" και "Διάττοντες" και οι  Γιάννης Φάτσης, Παυσανίας Γκάλιος, Μιχάλης Μπάστας και Νίκος Μπαζιάνος, αντίστοιχα. Στην πεζογραφία, ενδιαφέρον, αρχικά, παρουσιάζει ο παπαδιαμαντικός Θωμάς Επιφανειάδης, ενώ αργότερα κυριαρχούν οι Μενέλαος Λουντέμης, Ηλίας Λεφούσης, Παναγιώτης Κατσιρέλος και Χρήστος Παπαζήσης.  Αξίζει να αναφερθούν τρεις πεζογράφοι από τις Σποράδες, οι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και Παύλος Νιρβάνας, οι οποίοι ξεχώρισαν για το λογοτεχνικό τους έργο.
          Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει για τον Κώστα Αθανασάκη, ιδρυτή του "Συλλόγου Φιλοτέχνων Βόλου" που κυριαρχεί από τη δεκαετία του 20 στην πνευματική και πολιτιστική ζωή του Βόλου, καθώς επίσης και στους πολύτιμους συνεργάτες και συνεχιστές του έργου του Άρη Βεκιαρέλλη, Τάκη Οικονομάκη, Ι. Παπαευσταθίου, Γρίσπο, Γκέσκο, Κοσμαδόπουλο και Βυτωρόπουλο.  Με σκοπό την προώθηση των στόχων του συλλόγου, τον Αύγουστο του 1926 εκδίδεται το περιοδικό λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "Φιλότεχνος", το οποίο αποτελεί υπόδειγμα περιοδικού τέχνης, και ξεφεύγοντας από την συντηρητική παράδοση κατάφερε να δώσει με το δυναμισμό και τα οράματά του μια νέα ώθηση στο τοπικό πολιτιστικό γίγνεσθαι της εποχής του.
          "Οι Φίλοι των Γραμμάτων", ένας νέος καλλιτεχνικός σύλλογος ιδρύεται το 1936, με πρωτεργάτη τον Γιάννη Σιαφλέκη και συνεργάτες τους Νίκο Παπαφραγκή, Κίτσο Μακρή, Τάκη Οικονομάκο κ.ά.  Στο επίσημο βήμα έκφρασης του συλλόγου, την "φιλολογική σελίδα" της εφημερίδας  "Η Θεσσαλία", παρουσιάστηκε η αφρόκρεμα του πνεύματος του Βόλου.
          Στον χώρο του θεάτρου, επίσης, ξεχώρισαν οι προαναφερθέντες Αθανασάκης και Βεκιαρέλλης, με την ανάπτυξη του Δημοτκού Θεάτρου Βόλου, στην μουσική σκηνή, κυρίαρχες μορφές υπήρξαν η Αννέτα Τσολάκη και ο Βασίλης Κόντης, ενώ στον τομέα της ζωγραφικής, στον Βόλο έζησαν και δημιούργησαν οι Σπ. Κόκκινος, Νικήτας Γρίσπος, Σπ. Βυτωράτος.  Αξίζει επίσης να σημειωθεί το πέρασμα από τον Βόλο των ευρύτερα γνωστών ζωγράφων Τζιόρτζιο  Ντε Κίρικο και Θεόφιλου.  Επίσης, παράλειψη θα ήταν να μην αναφερθεί η προσφορά του Αλέξανδρου Δελμούζου, μέσα στο πλαίσιο της πνευματικής ανάπτυξης του τόπου, με την λειτουργία του Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου και το ρηξικέλευθο εκπαιδευτικό του πρόγραμμα[7].

Επίλογος
Ο Βόλος αποτέλεσε τον θρίαμβο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας έτσι ώστε η ανάπτυξη της πόλης να αποτελέσει το έναυσμα για να γίνει το δεύτερο βιομηχανικό κέντρο μετά τον Πειραιά.  Μετά το 1920, ο Βόλος, με τη συνεισφορά των προσφύγων της Μ. Ασίας απέκτησε μια εντελώς νέα φυσιογνωμία, που ωστόσο συνεχίζει να διατηρεί την έντονη παρουσία της ιδιωτικής κοινωνίας των αστών και "το δημόσιο χώρο μόνιμα ελλειμματικό"[8].




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(και μερικά βιβλία που συμβουλεύτηκα επιπρόσθετα)

Λ. Αποστολάκου, "Οι εργατικές οργανώσεις", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 30-37.
Αί. Δημόγλου, "Η τοπική πολιτική σκηνή", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 18-21.
Αίγλη Δημόγλου (επιμ.), Βόλος, ένας αιώνας. Από την ένταξη στο ελληνικό κράτος (1881) έως τους σεισμούς (1955), Βόλος 1999.
Α. Κονταξή, "Μικρασιάτες πρόσφυγες", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 43-46.
Κ. Λιόντης (επιμ.), "Βόλος. Τόποι και πρόσωπα.", Επτά Ημέρες (εφ. Καθημερινή), 30/01/1994.
Θ. Μαλούτας (επιμ.), Βόλος, αναζήτηση της κοινωνικής ταυτότητας, Θεσσαλονίκη 1995.
Γ. Μουγογιάνη, "Μεσοπόλεμος: κοινωνία και τέχνη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 38-42.
Α. Πρασσά, "Το βιομηχανικό θαύμα και η κάμψη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ.  10-16.
Γ. Παναγιώτου, "Τα γράμματα στο Βόλο", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 24-29.
Β. Παναγόπουλος (επιμ.), "Τα αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος", Ε Ιστορικά, τχ. 36 (22/06/2000).
Δ. Τσοποτός, Ιστορία του Βόλου, Βόλος 1991.
Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 6-9.




[1] Βλ. Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 6-9.
[2] Βλ. Α. Πρασσά, "Το βιομηχανικό θαύμα και η κάμψη", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σ.  14.
[3] Βλ. Α. Κονταξή, "Μικρασιάτες πρόσφυγες", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 43-46.
[4] Αί. Δημόγλου, "Η τοπική πολιτική σκηνή", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σ. 21.
[5] Βλ. Λ. Αποστολάκου, "Οι εργατικές οργανώσεις", Ε Ιστορικά, τχ. 66 (18/01/2001), σσ. 30-37.
[6] Στο ίδιο, σ. 37.
[7] Βλ. Β. Παναγόπουλος (επιμ.), "Τα αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος", Ε Ιστορικά, τχ. 36 (22/06/2000).
[8] Β. Χαστάογλου, "Βόλος, η δημιουργία της νέας πόλης", .ό.π., σ. 9.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Πολιτικά προγράμματα της Μεγάλης Ιδέας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα



Πολιτικά προγράμματα της Μεγάλης Ιδέας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα

του Κώστα Κυριάκη
Η Μεγάλη Ιδέα

            Με τον τεχνικό όρο Μεγάλη Ιδέα εκφράστηκε η εθνική πολιτική του ελληνικού κράτους στην περίοδο 1844-1922, η οποία «κατέτεινε στην ενσωμάτωση εντός των ορίων του ελληνικού βασιλείου των εξωελλαδικών πληθυσμών που μιλούσαν ελληνικά και κατοικούσαν σε εδάφη που ήταν συνδεδεμένα με την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού»[1].  Η Μεγάλη Ιδέα δηλαδή, ως σύστημα πολιτικής πρακτικής, ήταν η διατύπωση των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων - το όραμα της "εθνικής ολοκλήρωσης" - που εκπορεύονταν από το ευρύτερο διεθνές συστημικό περιβάλλον της εποχής και από τη μακροϊστορική προϋπόθεση του οικουμενικού και συνθετικού χαρακτήρα του ελληνικού πολιτισμού.
          Η σαγήνη των εθνικών οραμάτων στην εποχή του ρομαντισμού στην Ευρώπη και η συνακόλουθη ιδεολογία του αλυτρωτικού εθνικισμού δεν αφήνει ανεπηρέαστο το ελληνικό βασίλειο.  Τα στενά όρια τού ανεξάρτητου κράτους υποβάλλουν από πολύ νωρίς την αντίληψη πως η μακροπρόθεσμη οικονομική και δημογραφική βιωσιμότητά του εξαρτιόταν και από εδαφικές αναπροσαρμογές[2], οι οποίες θεμελιώνονταν στο ιδεολογικό μόρφωμα που είχε τη μακρινή καταγωγή του στον πολιτισμικό εθνικισμό του Herder,[3] προσδιορίζοντας έτσι τη Μεγάλη Ιδέα υπερεθνικά και πολιτισμικά.
          Σε αυτό το πλαίσιο, συγκροτήθηκαν τρεις κεντρικές κατευθύνσεις - τρία πολιτικά προγράμματα - της μεθοδολογίας της Μεγάλης Ιδέας: α) η επαναστατική μέθοδος που έθετε ως στόχο την ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, β) η εσωτερική ανάπτυξη του ελληνικού κράτους και γ) η εσωτερική διάβρωση του κατακτητή από τον κατακτημένο.  Κάθε μια από αυτές τις "συλλήψεις" εκφράζεται και με αντίστοιχες κρίσεις, όπως ο Κριμαϊκός πόλεμος, η έλευση του Γεωργίου, η ένωση των Επτανήσων και η κρητική επανάσταση, η κρίση του 1875-1878[4]. 

Τα πολιτικά προγράμματα της Μεγάλης Ιδέας

Το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο
          Στο νότιο τμήμα της βαλκανικής χερσονήσου εγκαθιδρύθηκε για πρώτη φορά στα 1833 ένα εθνικά –σχετικά- ομοιογενές κράτος που  στηριζόταν στην εθνική συνείδηση και όχι στην υποταγή όλων των υπηκόων σε κάποιον ηγεμόνα.  Το κράτος αυτό μάλιστα αντιλαμβανόταν εξαρχής τον εαυτό του ως προοίμιο μιας ευρύτερης εδαφικά κρατικής οντότητας, τα όρια της οποίας παρέμεναν ασαφή.  Ωστόσο, ως κράτος εθνικό ήταν ή επιδιωκόταν να γίνει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.
Το εγχείρημα ήταν δύσκολο.  "Η επιβολή φιλελεύθερων θεσμών στην παραδοσιακή, κατακερματισμένη και ολιγαρχική κοινωνία (…) διεύρυνε την απόσταση μεταξύ κράτους και κοινωνίας και συντήρησε το αίσθημα ότι το κράτος συνιστούσε ξένο και απειλητικό σώμα, που κρατούσε δέσμια την κοινωνία"[5].  Έτσι, αυτή η εσωτερική αντινομία ανάμεσα στην πολιτική εξουσία, η οποία επιδίωκε να είναι η μοναδική νόμιμη πηγή άσκησης πολιτικής, και στην κοινωνία, η οποία παρέμενε έντονα παραδοσιακή, εκφράστηκε με το πολιτικό ερώτημα της μορφής που θα είχε το ελληνικό κράτος[6].
          Η συνταγματική εξέγερση του 1843[7] δημιούργησε ένα ολοκληρωμένο σύνολο κοινοβουλευτικών θεσμών - καθολική ψηφοφορία, εκλογές, κόμματα, εναλλαγή στην εξουσία ύστερα από εκλογικούς αγώνες - που "αντί να μετασχηματίσουν (…) την κοινωνία στην οποία ενοφθαλμίστηκαν, κάμφθηκαν από αυτήν και έγιναν μηχανισμοί μέσα από τους οποίους οι παραδοσιακές πρακτικές (…) διατηρήθηκαν"[8].  Το σύγχρονο κράτος απέτυχε να ενοποιήσει την κοινωνία και έτσι ο αλυτρωτισμός "απέμεινε η μόνη ψυχολογική και πολιτισμική δύναμη"[9] που προσέφερε ικανές ιδεολογικές διεξόδους άμβλυνσης των αποτελεσμάτων της κοινωνικής διάσπασης.
          Η νέα εθνικιστική ιδεολογία "καθιστώντας την ενασχόληση με τα εξωτερικά ζητήματα το πρωταρχικό μέλημα της ελληνικής πολιτικής, αποσπούσε την προσοχή από τα εσωτερικά προβλήματα και δημιουργούσε την συγκινησιακή διέξοδο για την εκτόνωση των κοινωνικών πιέσεων επάνω στις δομές και τους θεσμούς της ελληνικής κοινωνίας.  Ο πόθος για την πολιτική πραγματοποίηση του ενιαίου της ελληνικής φυλής γινόταν τροχοπέδη για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, τα οποία εξαρτιόταν από την εκπλήρωση των εθνικών οραμάτων, αναβάλλοντας τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.  Έτσι, "δυσχέραινε την προσαρμογή της κρατικής λειτουργίας στα πρότυπα της οργανωμένης και αποτελεσματικής διοίκησης"[10]. Προβάλλοντας έναν κοινό εθνικό στόχο πέρα από τα στενά σύνορα του ελληνικού βασιλείου, η Μεγάλη Ιδέα αποστερούσε τις εσωτερικές κοινωνικές διαμάχες από την αναγκαία ιδεολογική νομιμότητα και απάλλασσε την παγιωμένη τάξη πραγμάτων από σοβαρές αμφισβητήσεις"[11].  Παράλληλα λειτουργούσε ως πεδίο συνάντησης και ενοποίησης μιας κοινωνίας υποκείμενης σε παραδοσιακές διατοπικές και κοινωνικές αντιθέσεις, θέτοντας σε νέα βάση τη συναίσθηση της νεοελληνικής ταυτότητας.

Η διαμάχη αυτοχθόνων - ετεροχθόνων
        
          Η πολιτική διάσπαση του ελληνικού κράτους στο χώρο (ελεύθεροι-αλύτρωτοι) αλλά κυρίως στην ελλαδική κοινωνία (αυτόχθονες-ετερόχθονες), η οποία αναφάνηκε κατά τη διάρκεια της συζήτησης του Συντάγματος του 1844, και ειδικότερα του άρθρου 3, που αφορούσε στον καθορισμό των ιδιοτήτων του έλληνα πολίτη, είχε μεν τις ρίζες της στα χρόνια της Επανάστασης, αλλά εντάθηκε κατά τη δεκαετία 1833-1844, γεγονός που συνδέεται με την κατάληψη θέσεων και αξιωμάτων στο νεοσύστατο κράτος.
          Η νίκη του αυτοχθονισμού περιορίστηκε μόνο στη σχετική ψηφοφορία, γιατί κατά τη διάρκεια της συζήτησης, στην αγόρευση του προβεβλημένου ετερόχθονα Ιωάννη Κωλέττη, γεννιέται ο όρος Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή η προοπτική της πολιτικής και γεωγραφικής ενοποίησης του ελληνισμού.  Ο Κωλέττης πέτυχε "στο πλαίσιο μιας κατεξοχήν διχαστικής συζήτησης (…) να ανακαλέσει όλα εκείνα τα ενοποιητικά οραματικά στοιχεία που συνέδεαν τους ελληνικούς πληθυσμούς εντός και εκτός του ελληνικού κράτους"[12], εκφράζοντας το απελευθερωτικό ιδεώδες του έθνους.


Η σημασία του όρου Μεγάλη Ιδέα
          Για την Μεγάλη Ιδέα ως όρο της πολιτικής φιλολογίας κατέχουμε τη ληξιαρχική πράξη γέννησης: η αγόρευση του Κωλέττη στην Εθνοσυνέλευση στις 14 Ιανουαρίου 1844.  Ο όρος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τρέχουσα έκφραση της εποχής[13], ωστόσο με τη χρησιμοποίησή του από τον Κωλέττη αποκτά ένα νόημα ασαφές και πολυσήμαντο, γίνεται ένας όρος-σύνθημα, "όπου συναιρούνται οι ποικίλες εκφάνσεις και αποκρύπτονται οι νοηματικές αντιθέσεις"[14].  Η Μεγάλη Ιδέα θα λειτουργήσει για ολόκληρο τον 19ο αι. με τρόπο δυναμικό: θα αποτελέσει την ψυχοκινητική ιδεολογική αναφορά του νεαρού κράτους.  

Προοπτικές του βασιλείου – Τα πολιτικά προγράμματα της Μεγάλης Ιδέας
          Η εξωελλαδική προοπτική του νεοσύστατου βασιλείου καθίσταται ως η βασική παράμετρος άσκησης εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.  Το πολιτικό πρόταγμα της εδαφικής επέκτασης θα παραμείνει στο κέντρο της πολιτικής διαπάλης παίρνοντας τη μορφή διλήμματος ανάμεσα στην άμεση πολεμική σύγκρουση ή στην προτεραιότητα της οικονομικής και διοικητικής ανασυγκρότησης.
Η ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας   
          Η υιοθέτηση του προτάγματος της άμεσης εφαρμογής επεκτατικής πολιτικής, τόσο από τον θρόνο όσο και από ευρύτερα λαϊκά στρώματα, έθετε ως στόχο την πολιτική και γεωγραφική ενοποίηση των ελληνικών πληθυσμών έτσι ώστε να συμπεριληφθούν στα όρια ενός εθνικού κράτους, του οποίου το εδαφικό πρότυπο εφοδίαζε η βυζαντινή αυτοκρατορία των χρόνων της Μακεδονικής δυναστείας.
          Με απελευθερωτικό σύνθημα το σύνθημα της αυτοκρατορίας[15] και ορίζοντας ως εθνικό κέντρο την Κωνσταντινούπολη, η οποία παράμενε στη λαϊκή συνείδηση σύμβολο θρησκευτικό και ενοποιητικό, ο προορισμός του ελληνικού έθνους, του ελληνικού κράτους και του ελληνικού θρόνου "ταυτίζονταν πλήρως μεταξύ τους"[16].  Παράλληλα με ιδεολογικό όχημα τον αλυτρωτισμό, το ελληνικό κράτος πέτυχε "την απαραίτητη νομιμοποίηση στο πεδίο των διεθνών σχέσεων για την εφαρμογή επεκτατικής πολιτικής"[17].  Τέλος, ο εξελληνισμός της Ανατολής και η μετακένωση της δυτικής παιδείας σε αυτήν αναφέρεται στο περιεχόμενο της "ιστορικής αποστολής" του ελληνικού έθνους υποδηλώνοντας την άμεση σχέση του νεοελληνικού κράτους με την ελληνική αρχαιότητα.
Το πρόταγμα της ανασύστασης της βυζαντινής αυτοκρατορίας έμελλε να καταρρεύσει με τα Ηπειροθεσσαλικά (1854) και κυρίως μετά την έκβαση του Κριμαϊκού πολέμου (1854-56) που ανέδειξε πως "η βεβαιότητα της εκπλήρωσης (της Μεγάλης Ιδέας) συνυπάρχει με την επίγνωση της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να κάνει οτιδήποτε για την προώθησή της"[18] και πως η υλοποίησή της σκοντάφτει στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. 
          Τόσο η αποτυχία της Οθωνικής πολιτικής στον Κριμαϊκό πόλεμο όσο και το δόγμα της "οθωμανικής ακεραιότητας" που διατυπώθηκε από τις μεγάλες δυνάμεις δημιούργησε ένα κλίμα αντιμεγαλοϊδεατισμού σύμφωνα με το οποίο στο πρόταγμα της Μεγάλης Ιδέας το ελληνικό κράτος δολοφονούσε το μέλλον του.  Η κριτική, ωστόσο, δεν ήταν απόλυτη (κυρίως είχε αντιοθωνική σκοπιμότητα).  Έτσι, το περιεχόμενο του όρου θα προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες (άλλωστε πρόκειται για όρο-λάστιχο).
Η εσωτερική ανάπτυξη του βασιλείου
          Η έλευση της νέας δυναστείας στην Αθήνα και η ένωση των Επτανήσων μετατόπισε το κέντρο βάρους της Μεγάλης Ιδέας προς τη "λιγότερο δημοφιλή προοπτική της βαθμιαίας εκπλήρωσης των εθνικών πόθων"[19].  Σε αυτή την προοπτική το δίλημμα που είχε εμφανιστεί ήδη από τη γέννηση της Μεγάλης Ιδέας[20], ανάμεσα στην εσωτερική ανάπτυξη του ελληνικού κράτους και τον απελευθερωτικό του προορισμό, αποκτούσε σαφήνεια γιατί πια "οι δύο διαφορετικές πολιτικές μπόρεσαν να ιδωθούν ως δύο αλληλοαποκλειόμενες πορείες"[21].
          Η εγκατάσταση του Γεωργίου στην Αθήνα σηματοδότησε και την "αναπροσαρμογή" του εθνικού κέντρου.  Η Αθήνα γινόταν η οριστική πρωτεύουσα ενός σύγχρονου κράτους και αποτελούσε νησίδα ρήξης με το παρελθόν.  Το κράτος θα φρόντιζε για την εσωτερική του ανασυγκρότηση, απέχοντας από απελευθερωτικές ενέργειες για τη λύση του εθνικού ζητήματος και παράλληλα θα αναδείκνυε τον εκπολιτιστικό του προορισμό, ο οποίος ήταν ο φωτισμός της Ανατολής.  Αυτός ο θεωρητικός πυρήνας της Μεγάλης Ιδέας, που ενυπήρχε ήδη από την πρώτη διατύπωσή της, δηλαδή "η αναβίωση των κλασσικών [sic] ελληνικών ιδεωδών και της παιδείας ως μέσο ανατροπής και εξάλειψης της τουρκικής παρουσίας"[22] ήταν, ίσως, από τα μόνα στοιχεία της σκέψης του Διαφωτισμού που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τους φορείς της Μεγάλης Ιδέας.
          Η νέα ελλαδική λογική που έβλεπε πως "οι εθνικές επιδιώξεις μπορούσαν να διατυπωθούν με βάση τις ελλαδικές ανάγκες"[23] κατίσχυσε κατά τη διάρκεια της κρητικής επανάστασης[24], με την υπερίσχυση της φιλειρηνικής τάσης που υπαγόρευε η εξάρτηση από τις μεγάλες δυνάμεις, η συνείδηση της ελλαδικής ανεπάρκειας και η ανάπτυξη του εθνικισμού των άλλων βαλκανικών κρατών. 
Η εσωτερική διάβρωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας
Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 η Κωνσταντινούπολη παρουσιάζει μια οικονομική ευρωστία που ενισχύεται από μια ανάλογη πνευματική άνθηση.  Εκεί θα χαραχτεί και η διάκριση ανάμεσα στο επιθυμητό και στο εφικτό.  Θα δοθεί η "ομογενική απάντηση στην ελλαδική Μεγάλη Ιδέα"[25].  Αυτή η προοπτική είχε ήδη διαγραφεί από τα τέλη του Κριμαϊκού πολέμου και είχε αποτελέσει βαθιά τομή στις σχέσεις ελεύθερων και αλύτρωτων Ελλήνων.  Στην εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης Νεολόγος δημοσιεύεται η διακήρυξη της Μεγάλης Ιδέας του ελληνικού έθνους εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή η διάδοση της ελληνικής παιδείας και του ελληνικού πολιτισμού σε όλη την Ανατολή με την προστασία του οθωμανικού κράτους.
          Η διακήρυξη προέβλεπε ότι σε πρώτη φάση θα βελτιωνόταν η θέση των χριστιανών στην οθωμανική αυτοκρατορία, σε δεύτερη θα χειραφετούταν το ελληνικό στοιχείο και σε τρίτη φάση η ελληνοτουρκική συνεργασία θα δημιουργούσε φράγμα στον Πανσλαβισμό.  Ωστόσο, η ελληνική γλώσσα δεν ήταν πια εθνικό όργανο και ταξική σύμβαση "σύμβολο ένταξης σε μια ανερχόμενη αστική τάξη χωρίς ρητή εθνική αποκλειστικότητα"[26] γιατί οι εθνικές αστικές τάξεις που εμφανίστηκαν στα Βαλκάνια αμφισβητούσαν την ελληνική υπερεθνικότητα.  Έτσι, το νέο ελληνοοθωμανικό σχήμα σήμαινε την προοπτική συγκυριαρχίας Ελλήνων και Τούρκων, δηλαδή ουσιαστικά την ενσωμάτωση των Ελλήνων στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό και όχι την διάβρωση της αυτοκρατορίας εκ των ένδον[27].
          Οι κρίσεις του 1875-1878 και του 1885 που οδήγησαν σε ανάλογες ρυθμίσεις του Ανατολικού Ζητήματος από τις μεγάλες δυνάμεις, δεν είχαν ικανοποιήσει τους Έλληνες που συνειδητοποιούσαν ότι δεν ήταν οι μοναδικοί κληρονόμοι της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα κερδισμένα εδάφη δεν είχαν προέλθει από ένοπλη σύγκρουση αλλά είχαν παραχωρηθεί με διπλωματική μεσολάβηση: Επτάνησα (1864), Θεσσαλία και Άρτα (1881).  Παρόλα αυτά και λόγω του Κρητικού Ζητήματος (1896-1897), το οποίο διερχόταν νέα φάση κρίσης, και λόγω της δράσης διαφόρων "εθνικών" εταιρειών, η Ελλάδα θα εμπλέξει - με την αγαστή σύμπνοια κυβέρνησης και αντιπολίτευσης - σε έναν πόλεμο με την Τουρκία.  Η ήττα του 1897 θα αποτελέσει κλονισμό για τις συνειδήσεις και οι ιδεολογικές ανακατατάξεις που θα επακολουθήσουν της ήττας δεν θα επιφέρουν ωστόσο ανατροπές ή επαναστάσεις γιατί το αλυτρωτικό όραμα θα εξακολουθεί να κυριαρχεί. 

Το ιδεολογικό αίτημα της Μεγάλης Ιδέας
          Μέσα από αυτά τα πολιτικά προγράμματα της Μεγάλης Ιδέας εκδηλώθηκε αντίστοιχα το ιδεολογικό αίτημα της εθνικής ενότητας που εκφράστηκε με την πολιτική θεωρία του εθνικού κέντρου. Το αίτημα της ενότητας ήταν η πιο μαχητική διεκδίκηση του μεγαλοϊδεατικού προγράμματος και διατυπώθηκε αμέσως μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, ως απαίτηση για την ενότητα της ελληνικής εκκλησίας[28].
          Στη συνέχεια το αίτημα της ενότητας στο εσωτερικό τοποθετείται ως το κρηπίδωμα της επίτευξης των εξωτερικών εθνικών επιδιώξεων, προικοδοτώντας έτσι το θεσμό της μοναρχίας, το οποίο υπαγορεύεται (και) από τους συστημικούς παράγοντες που ορίζονται από τα δεδομένα της διεθνούς ζωής της εποχής (π.χ. το κλίμα της Ευρωπαϊκής Παλινόρθωσης) και υπονομεύουν τις εκδοχές του φιλελεύθερου πολιτικού βίου. 
          Η ανάδυση του ρομαντικού εθνικισμού που υποκαθιστά τον δημοκρατικό εθνικισμό δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση του νεοελληνικού ιστορισμού, που έχει διαφορετική στάση απέναντι στο Βυζάντιο, θεωρώντας το κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, πετυχαίνοντας έτσι μια ενότητα του ελληνισμού στο χώρο και στο χρόνο με διττό αποτέλεσμα: από τη μια δημιουργείται ένας ιδεολογικός συγκερασμός, ελληνισμού και χριστιανισμού, που βρίσκεται στη βάση της νεοελληνικής συνείδησης και από την άλλη ο πολιτικός κλασικισμός του ευρωπαϊκού ουμανισμού απολιτικοποιείται.

Επίλογος: Διλήμματα του Ελληνισμού
          Σε ολόκληρο τον 19ο αι. αυτό που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία είναι η απόσταση ανάμεσα στα όνειρα και την πραγματικότητα.  Κεντρική αδυναμία της ήταν να θέσει στόχους πραγματοποιήσιμους.  Το δίλημμα ανάμεσα στην εσωτερική ανάπτυξη και τον απελευθερωτικό αγώνα παρέμεινε άλυτο ως το τέλος.
          Αυτό το δίλημμα που εκφράστηκε με την πολιτική θεωρία του εθνικού κέντρου, δηλαδή Αθήνα ως κράτος νεωτερικό και σύγχρονο ή Κωνσταντινούπολη ως πολυεθνικό μοντέλο αυτοκρατορίας[29], έκρυβε μέσα του ένα δεύτερο δίλημμα, δηλαδή το ερώτημα αν η "εσωτερική ανάπτυξη θα θεμελιωνόταν σε μια οικονομία νεωτερική, κεφαλαιοκρατική (…) ή θα στηριζόταν στο (…) εμπορευματικό πρότυπο που βασιζόταν στις διεθνείς συγκυρίες"[30]. 
          Έτσι, η Μεγάλη Ιδέα θα διατηρήσει για τους Έλληνες, ως το τέλος, την αοριστία της, ενώ για τους Ευρωπαίους θα φαίνεται ως παράλογη επιθυμία[31].  Παρόλα αυτά θα λειτουργήσει "ως ο κατεξοχήν ομογενοποιητικός παράγοντας στο ελληνικό βασίλειο"[32] απορροφώντας στο ακέραιο "τον προορισμό ολόκληρου του έθνους"[33].






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δερτιλής Γ. Β. & Κωστής Κ., Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (18ος – 20ος αιώνας), Αθήνα – Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλα 1991.

Κιτρομηλίδης Μ. Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφρ. Στέλλα Νικολούδη, Αθήνα: ΜΙΕΤ 1996.  

Μαρκέτος, Σ. Νεοελληνικός Διαφωτισμός και Ιδεολογικά Ρεύματα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (195 – 214). Στο Γ. Μαργαρίτης, Σ. Μαρκέτος, Κ. Μαυρέας, & Ν. Ροτζώκος, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τ. Γ’, Πάτρα 1999. 

Πολίτης Α., Ρομαντικά χρόνια, Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα: Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού – Μνήμων 1998.

Σκοπετέα Έ. , Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα: Πολύτυπο 1988.


ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


 Γραφή, 2002



[1] Μ. Π. Κιτρομηλίδης, εφημερίδα "Τα Νέα", 17/03/2001.
[2] Βλ. Μ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι Πολιτικές και Κοινωνικές Ιδέες, μτφρ. Σ.
   Νικολούδη, Αθήνα: ΜΙΕΤ 1996, σ.491.
[3] Βλ. στο ίδιο, σ. 496.
[4] Ε. Σκοπετέα, Το "πρότυπο βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην
  Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα: Πολύτυπο 1988, σ. 270.
[5] Μ. Π. Κιτρομηλίδης,, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι Πολιτικές και Κοινωνικές Ιδέες, ό.π., σ. 508.
[6] Α. Πολίτης, Ρομαντικά Χρόνια, Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα:
  Ε.Μ.Ν.Ε.-Μνήμων 1998, σ. 66.
[7] Αλλά αργότερα και του 1862.
[8] Μ. Π. Κιτρομηλίδης,, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι Πολιτικές και Κοινωνικές Ιδέες, ό.π., σ. 508-509
[9] στο ίδιο, σ. 509.
[10] Σ. Μαρκέτος (1999). Νεοελληνικός Διαφωτισμός και Ιδεολογικά Ρεύματα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Πάτρα: ΕΑΠ σ. 204.
[11]Μ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι Πολιτικές και Κοινωνικές Ιδέες, ό.π., σ. 490.
[13] Γ. Β. Δερτιλής & Κ. Κωστής, Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (18ος-20ος  αι.), Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλα 1991, σ. 49.
[14] Α. Πολίτης, Ρομαντικά Χρόνια, Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, ό.π., σ.
   62.
[15] Ε. Σκοπετέα, Το "πρότυπο βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην
   Ελλάδα (1830-1880), ό.π., σ. 277.
[16] Στο ίδιο, σ. 276.
[18] Ε. Σκοπετέα, Το "πρότυπο βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην
   Ελλάδα (1830-1880), ό.π., σ. 265.
[19] Στο ίδιο, σ. 289.
[20] Στην αντίθεση Μαυροκορδάτου-Κωλέττη.
[21] Ε. Σκοπετέα, Το "πρότυπο βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην
   Ελλάδα (1830-1880), ό.π., σ. 290.
[22] Μ. Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Οι Πολιτικές και Κοινωνικές Ιδέες, ό.π., σ. 489.
[23]Ε.  Σκοπετέα, Το "πρότυπο βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην
   Ελλάδα (1830-1880), ό.π., σ. 292.
[24] Βλ. στο ίδιο, σ. 304 κ.ε.
[25] Στο ίδιο, σ. 311.
[26] Στο ίδιο, σ. 314.
[27] Στο ίδιο, σ. 315.
[28] Βλ. Γ. Β. Δερτιλής & Κ. Κωστής, Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (18ος-20ος  αι.), ό.π., σ. 67.

[29] Που μια ανασύστασή της θα σήμαινε και υποχώρηση του ελληνικού εθνικισμού, βλ. Α. Πολίτης, Ρομαντικά Χρόνια, Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, ό.π., σ. 67.
[30] Στο ίδιο, σ. 137.
[31] Στο ίδιο, σ. 65 και Ε. Σκοπετέα, Το "πρότυπο βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του Εθνικού
   Προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), ό.π., σ. 347. 
[33] Ε. Σκοπετέα, Το "πρότυπο βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα, Όψεις του Εθνικού Προβλήματος στην
   Ελλάδα (1830-1880), ό.π., σ. 251. 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...